Τέσσερις δεκαετίες χωρίς τον Μάνο Κατράκη

Μάνος Κατράκης
(Καστέλι Κισσάμου, 14 Αυγ. 1908 – Αθήνα, 2 Σεπτ. 1984)

Στον ρόλο του Μαρίνου Κοντάρα στην ταινία «Ο Κουρσάρος του Αιγαίου» (1948)

«Συμπωματικά βρέθηκα στο θέατρο. Έγινα ηθοποιός όπως θα μπορούσα να γίνω και σιδηρουργός. Ήθελα να ξοδιάσω όσες δυνάμεις κρύβαν τα μπράτσα μου και η ψυχή μου». Με αυτά τα λόγια είχε περιγράψει κάποτε την απόφασή του να ασχοληθεί με την υποκριτική και τον χώρο της Τέχνης. Χωρίς πολλές φανφάρες, αλλά με απλότητα και ειλικρίνεια. Άλλωστε ο Μάνος Κατράκης ήταν ένας άνθρωπος που, στα 76 χρόνια ζωής του, εκτός από το μεγάλο ταλέντο του, διακρίθηκε για την απλότητα και την ειλικρίνειά του. Και τη λεβέντικη κορμοστασιά του. Δεν κρύφτηκε ποτέ, δεν παρουσίασε κάτι άλλο από αυτό που ήταν. «Έφυγε» πριν τέσσερις δεκαετίες όπως έζησε: με τους δικούς του όρους και κανόνες.

Αριστερά: Νεοσύλλεκτος στα Χανιά (πρώτος από αριστερά) το 1928. Κέντρο: Στην ομάδα του Αθηναϊκού, το 1926, καθιστός πρώτος από αριστερά. Δεξιά: Με την μητέρα του Ειρήνη, το 1952

Γεννημένος στο Καστέλι Κισσάμου, στις 14 Αυγούστου 1908, ο Μάνος Κατράκης ήταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά του εμπόρου Χαράλαμπου Κατράκη και της Ειρήνης. Οι δουλειές του πατέρα του δεν πήγαιναν καλά και έτσι, κλείνοντας τα 10 του χρόνια, ένας νέος κόσμος θα άνοιγε μπροστά του: η Αθήνα του 1919. Ένας νέος κόσμος και πολλές νέες υποχρεώσεις…

Εξόριστος το 1948

Ο μικρός Μάνος σύντομα θα γίνει ο «άντρας» της οικογένειας, καθώς ο πατέρας του έλειπε τον περισσότερο καιρό για δουλειές και ο μεγάλος του αδερφός, ο Γιάννης, ζούσε στην Αμερική. Τότε είναι που θα γνωρίσει και την πρώτη του «αγάπη»: το ποδόσφαιρο. Θα ξεκινήσει από τον «Κεραυνό Πολυγώνου» και, πριν ενηλικιωθεί, θα μεταπηδήσει στον «Αθηναϊκό», όπου και θα αγωνιστεί για δύο χρονιές στα πρωταθλήματα της Ε.Π.Σ.Α.

Οιδίπους Τύραννος, Εθνικό Θέατρο (1973)

Βασιλιάς Ληρ, 1971

Πριν καν κλείσει τα 18 του χρόνια ανεβαίνει για πρώτη φορά στο σανίδι. Τι κι αν δεν ήταν παιδί του θεάτρου; Η αυθεντικότητα, ο δυναμισμός του και η απαράμιλλη φωνή του θα εντυπωσιάσουν. Το ντεμπούτο του σε θεατρική σκηνή έρχεται με τον θίασο «Οι Νέοι». Η υποκριτική του δεινότητα ενθουσίασε τον σκηνοθέτη Κώστα Λελούδα και έτσι, έναν μόλις χρόνο αργότερα, το 1928, θα κάνει και το κινηματογραφικό του ντεμπούτο στη βουβή ταινία «Το λάβαρο του ’21». Από τότε και στο εξής, το όνομά του θ’ ακούγεται όλο και περισσότερο, όσο περνάει ο καιρός, και θα τον οδηγήσει στον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη και στο Εθνικό Θέατρο.

Χορεύοντας με την Έλλη Λαμπέτη στη «Φθινοπωρινή ιστορία»
του Αρμπούζωφ, «Θέατρο Μπροντγουέι» (1977)

Οι συντελεστές της παράστασης «Η καλή κυρία» του Τσοντόρωφ στη σκηνή του θεάτρου «Κυβέλη» (1953): Ο σκηνοθέτης Αλέξης Σολωμός και ο θίασος της παράστασης, η Κυβέλη με τις δύο κόρες της, Μιράντα και Ρίτα Μυράτ, η Αλίκη Γεωργούλη, η Έλλη Ξανθάκη και ο Μάνος Κατράκης

Με τους Αλέκο Αλεξανδράκη, Μίκη Θεοδωράκη, Βασίλη Διαμαντόπουλο
και Αλίκη Γεωργούλη, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, το 1966

Πράγματι, ο νεαρότατος τότε Μάνος Κατράκης μάγεψε την αθηναϊκή θεατρική κοινότητα και αμέσως θα ενταχθεί στον περίφημο θίασο της «Ελευθέρας Σκηνής» της Μαρίκας Κοτοπούλη και του Μυράτ, όντας πια μόνιμο μέλος του. Το 1930 θα μετακινηθεί στο «Λαϊκό Θέατρο» και ήδη, από το 1932, θα βρει τη νέα θεατρική του στέγη στο νεότευκτο Εθνικό Θέατρο (Βασιλικό Θέατρο τότε), όπου θα αφήσει παρακαταθήκη συγκλονιστικές ερμηνείες, όπως μας πληροφορούν οι κριτικοί θεάτρου της εποχής για τη σκηνική παρουσία του νεαρού Μάνου.

Ερρίκος Κόμης του Ρίτσμοντ στον «Ριχάρδο Γ’» του Σαίξπηρ, Εθνικό Θέατρο (1939)

Κρέων στην «Αντιγόνη» του Γιώργου Τζαβέλα, 1961

Μέχρι το ξέσπασμα του ελληνο-ιταλικού πολέμου, ο Κατράκης είχε ανέβει γρήγορα τα σκαλιά της θεατρικής ιεραρχίας και πλέον ήταν ένας καθιερωμένος ηθοποιός παρά το νεαρότατο της ηλικίας του. Η δεκαετία του 1930 του ανήκε καθοριστικά, καθώς καταξιώθηκε υποκριτικά, συνδέθηκε με αληθινή φιλία με πολλές προβεβλημένες προσωπικότητες του τόπου και έκανε και τον πρώτο του (σύντομο) γάμο με την επίσης ηθοποιό Άννα (Νίτσα) Λώρη.

Με την πρώτη συζυγό του Νίτσα Λώρη

Το δημοσίευμα της εφημερίδας «Ακρόπολις», της 8ης Σεπτεμβρίου 1934, ανέφερε για τον γάμο τους, για τον οποίο οι δύο νέοι χρειάστηκε να «κλεφτούν», αφού οι γονείς της νύφης ήταν αντίθετοι: «Δύο χαρούμενα νέα παιδιά του θεάτρου της πρόζας ετερμάτισαν προχθές το απόγευμα το μακρόν όπως βεβαιώνουν, ειδύλλιον των με νόμιμον ένωσιν. Πρόκειται περί της χαριτωμένης ξανθομαλλούσας νεαράς καλλιτέχνιδος Νίτσας Λώρη και του συμπαθούς νεαρού ζεν πρεμιέ του θιάσου Αργυρόπουλου κ. Μάνου Κατράκη. Ο γάμος έγινε προχθές το απόγευμα εις το ναΐσκον της Αγίας Βαρβάρας του Χαλανδρίου με προσκεκλημένους τέσσαρας-πέντε φίλους και συναδέλφους του ευτυχούς ζεύγους…».

«Καπετάν Μιχάλης» του Νίκου Καζαντζάκη με την Καίτη Παπανίκα (1966-67). Με τη Μελίνα Μερκούρη «Συντροφιά με τον Μπρεχτ», Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο Μάνου Κατράκη (1978) και με την Ελένη Χατζηαργύρη σε πρόβα για τον «Οιδίποδα Τύραννο», Εθνικό Θέατρο (1981)

Με τη Σοφία Βέμπω (1955), τη Μαίρη Αρώνη, τις αδερφές
Άννα και Μαρία Καλουτά, τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Λάκη Χαλκιά

Ταυτόχρονα, ο Κατράκης εκδηλώνει τις αριστερές του πεποιθήσεις, αυτές που θα του έφερναν ευθύς αμέσως τόσες σκοτεινές περιπέτειες και ενώ η επαγγελματική του πορεία δείχνει να πηγαίνει από το καλό στο καλύτερο, όλα θ’ αλλάξουν ξαφνικά. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος «χτυπάει» την Ελλάδα και ο Μάνος Κατράκης βγάζει τα ρούχα του βεστιαρίου και φοράει εκείνα του στρατιώτη. Στο μέτωπο πολέμησε γενναία και τραυματίστηκε σοβαρά, όταν το άλογό του παραπάτησε και τον καταπλάκωσε, μένοντας έτσι πολλές ώρες, μέχρι να τον εντοπίσουν περαστικοί στρατιώτες και να τον μεταφέρουν τραυματία στο Μέτσοβο. Ο Κατράκης επιβίωσε από τις πολεμικές περιπέτειες, αν και για πολύ καιρό εθεωρείτο αγνοούμενος και οι δικοί του τον νόμιζαν νεκρό. Η μητέρα του ξαφνιάστηκε, όταν τον είδε, καθώς τα κακά μαντάτα για τον χαμό του είχαν φτάσει και στα δικά της αυτιά.

Εξόριστοι στη Μακρόνησο. Διακρίνονται από αριστερά: ο ηθοποιός Γ. Γιολδάσης, ο λογοτέχνης Μενέλαος Λουντέμης, ο ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης, ο Μάνος Κατράκης, ο ηθοποιός Τζαβαλάς Καρούσος, ο λογοτέχνης Νίκος Παπαπερικλής, ο Γιάννης Ιμβριώτης και ο ηθοποιός Κώστας Ματσακάς. Δεξιά: Ο Μάνος Κατράκης στη Μακρόνησο με τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο.

Με τους Μήτσο Λυγίζο και Δάφνη Σκούρα ως τιμητική φρουρά
στο φέρετρο του Γρηγόρη Λαμπράκη

Ωστόσο, ο πόλεμος θα ήταν μόνο η αρχή των περιπετειών της ζωής του. Την ίδια εποχή λαμβάνει χώρα ένας δεύτερος και εξίσου σύντομος γάμος, αλλά και μια προσωπική τραγωδία, καθώς ο Κατράκης θα δει, την περίοδο αυτή, νεκρά τα δίδυμα παιδιά του κατά τη γέννα. Με την επιστροφή του στην Αθήνα μπαίνει στην Αντίσταση και στο ΕΑΜ και γίνεται μέλος του ΚΚΕ. Παρά ταύτα και με τις πόρτες κλειστές πια στο θέατρο για τον κομμουνιστή ηθοποιό, ο Κατράκης αναλαμβάνει πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών το 1943 και καλεί τους Έλληνες ηθοποιούς στις πρώτες απεργίες για τις κακές συνθήκες εργασίας και τα πενιχρά μεροκάματα.

Με τον Κώστα Καζάκο στην ταινία «Το Μπλόκο» του Άδωνι Κύρου (1965) και
με τον Νίκο Κούρκουλο στην ταινία «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» του Βασίλη Γεωργιάδη (1966)

Την ίδια περίοδο συμβάλλει τα μέγιστα στην ίδρυση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Ο μεγάλος μας ηθοποιός θα παραμείνει στη Θεσσαλονίκη για τα επόμενα τρία χρόνια, αναλαμβάνοντας ρόλους στο νεοϊδρυθέν θέατρο και το 1946 θα επιστρέψει τελικά στο Εθνικό Θέατρο. Αν και πάλι η Ιστορία θα μπλεκόταν στα πόδια του… Όπως είχε πει και ο ίδιος: «Διάλεξα να είμαι κομμουνιστής», θεωρώντας πρωτίστως την τέχνη ως κοινωνικό λειτούργημα παρά ως ανάγκη έκφρασης. «Η έντιμη και σωστή θεώρηση της τέχνης», θα πει το 1981, «οδηγούν τον καλλιτέχνη στον σωστό δρόμο. Έτσι το έργο του γίνεται δεκτό απ’ όλο τον κόσμο, ανεξάρτητα από πολιτικές ή όποιες άλλες διαφορές» και το έδειξε.

Στρατηγός Μακρυγιάννης στην παράσταση «Αμαλία» Θέατρο Αλίκη (1971), Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στην ταινία «Μαντώ» (1974), Γεώργιος Καραϊσκάκης στην παράσταση «Καραϊσκάκης», Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο (1957) και Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στην ταινία «Η Δίκη των Δικαστών» (1974)

Τις αριστερές του πεποιθήσεις ο Μάνος Κατράκης θα τις πλήρωνε ακριβά. Στα δύσκολα χρόνια της γερμανικής Κατοχής, αλλά και του Εμφυλίου πολέμου, θα βρεθεί στην πρώτη γραμμή της Αντίστασης. Για τις ιδέες του θα απολυθεί από το Εθνικό Θέατρο, θα συλληφθεί και, όταν θα αρνηθεί να υπογράψει τη δήλωση της μετανοίας και της ντροπής των πολιτικών του φρονημάτων, θα εξοριστεί στην Ικαρία, στη Μακρόνησο και στον Αη-Στράτη. Χαρακτηριστικός είναι ο διάλογος με τη μητέρα του την περίοδο των διώξεών του: «-Τι είναι, Μανόλη; -Θες να έρθω στο σπίτι, μάνα; Θέλεις; -Πώς θα ‘ρθεις; -Ε, θα υπογράψω και θα ‘ρθω. -Ίντα θα υπογράψεις; -Δήλωση. -Ίντα είναι η δήλωση; -Ότι δεν είμαι αυτό που είμαι. -Και δεν είσαι; -Είμαι. -Ε, μην υπογράψεις, κερατά. Μην υπογράψεις!». Και δεν υπέγραψε!

«Δον Κιχώτης» με τον Παντελή Ζερβό, Εθνικό Θέατρο (1972)

Η ηρωική του στάση στη Μακρόνησο θα μείνει θρυλική και ο Κατράκης θα περάσει στην ιστορία από τις περιπέτειες της εποχής εκείνης ως ένας από τους πιο συνεπείς και ακατάβλητους αγωνιστές. Οι αλφαμίτες που τον ξυκολοπούσαν σκληρά, τον ρωτούσαν: «Θα γονατίσεις, Κατράκη;». «Βαράτε παιδιά, αυτή τη χάρη δε θα σας την κάνω», τους έλεγε εκείνος. «Τι παριστάνεις, Κατράκη;». «Τον άνθρωπο!», τους απαντούσε. Όπως τα θυμόταν και ο ίδιος σε συνέντευξή του το 1984: «Μπορεί στη Μακρόνησο να με λιανίσανε στο ξύλο, αλλά όταν την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησα και πήρα μια βαθιά ανάσα, ανάπνευσα ιώδιο, αέρα καθαρό, και ο αέρας ο καθαρός και το ιώδιο, πίστεψέ με, ήταν τα γιατρικά και τα φάρμακά μας την εποχή εκείνη. Το παιδί όταν γεννιέται και το βάζουνε στα μπαμπάκια γίνεται φιλάσθενο, γίνεται ασθενικό. Όταν τ’ αφήνουνε στο χώμα, γίνεται θηρίο».

«Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη» του Νικηφόρου Βρεττάκου, Ηρώδειο 1982

Μέχρι και το 1952, επί μία επταετία, μαζί με άλλους μεγάλους ανθρώπους των Γραμμάτων και των Τεχνών, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τζαβαλάς Καρούσος, ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Μάνος Κατράκης ζει ένα μόνιμο κυνηγητό, που δεν σταμάτησε ακόμα και όταν επέστρεψε στην Αθήνα, στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Το αγροτόπαιδο από την Κρήτη, που έκανε όλη τη θεατρική Αθήνα να υποκλιθεί στα υποκριτικά του χαρίσματα, ήδη από τα πρώτα βήματά του στο σανίδι το 1928, ήταν πλέον ένας φλογερός αγωνιστής που υπέμεινε με σθένος και απαράμιλλη γενναιότητα τους ξυλοδαρμούς και τα βασανιστήρια, γράφοντας με την προσωπική του διαδρομή συλλογική Ιστορία.

Με την Ειρήνη Παππά και τον Γιάννη Φέρτη στην «Ηλέκτρα» του Μιχ. Κακογιάννη, 1962

«Ένας άνθρωπος που στρατεύεται, μένει στρατευμένος σε όλη τη διάρκεια της ζωής του», ισχυριζόταν ο Κατράκης. Αυτός, ο μέγιστος των Ελλήνων ηθοποιών, ο ταγμένος καλλιτέχνης και μαχόμενος πολιτικά άνθρωπος, θα κάνει τον συναγωνιστή του Γιάννη Ρίτσο να πει: «Στο μπόι σου παίρνει μέτρο η ανθρωπιά και η τέχνη». Ο Κατράκης στρατεύτηκε στην υπηρεσία του λαϊκού κινήματος και της εργατικής τάξης ξέροντας ότι η καριέρα του, που μόλις αχνοχάραζε, θα γκρεμιζόταν από τη φαυλότητα της εποχής. Κι όμως, παραήταν «πολύς» για να τον κάμψουν οι πολιτικές μικρότητες και οι φρικαλεότητες των λογής καθεστώτων.

Οιδίπους Τύραννος με τις: Αλέκα Κατσέλη (Ιοκάστη), Αγνή Μουζενίδου
(Ισμήνη) και Πένυ Παπουτσή (Αντιγόνη), Εθνικό Θέατρο 1973

Ο Κατράκης επέστρεψε στην Αθήνα μετά την απελευθέρωσή του, το 1952, αν και πια δεν υπήρχαν επαγγελματικές προοπτικές για τον ιδεολόγο κομμουνιστή. Ο ίδιος διοργάνωνε τώρα «ποιητικές απογευματινές» στο θέατρο Μουσούρη, καθώς το μετεμφυλιακό κλίμα ήταν ιδιαιτέρως εχθρικό απέναντί του, αν και τελικά το τεράστιο ταλέντο του δεν θα τον κρατούσε μακριά από το σανίδι για καιρό. Στη σκηνή θα ξανανέβει με τον θίασο της Κατερίνας Ανδρεάδη και αφού περάσει από πολλές θεατρικές εταιρίες (μεταξύ των οποίων και της Κυβέλης, το 1955), θα συγκροτήσει τελικά τον δικό του θίασο με την Ασπασία Παπαθανασίου, γράφοντας νέες χρυσές σελίδες στο ελληνικό θέατρο. Παράλληλα ανοίγουν για κείνον και πολύ σημαντικές κινηματογραφικές πόρτες: «Συνοικία το Όνειρο», «Ηλέκτρα», «Τα κόκκινα φανάρια», «Κοντσέρτο για πολυβόλα», «Ταξίδι στα Κύθηρα», «Αντιγόνη», ήταν μερικές από τις μεγάλες επιτυχίες στις οποίες συμμετείχε, στη μεγάλη οθόνη.

Με τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Γιάννη Ρίτσο και τον Μίκη Θεοδωράκη (1966)

Το 1955 ίδρυσε το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο στον υπαίθριο χώρο του Πεδίου του Άρεως, γράφοντας για άλλη μια φορά θεατρική ιστορία. Εκεί θα γνωρίσει τεράστια καλλιτεχνική επιτυχία και θα συνεχίσει μέχρι το 1967, υποστηρίζοντας πια συστηματικά το νεοελληνικό έργο και διασκευάζοντας ταυτόχρονα, ο ίδιος, το Καζαντζακικό έργο. Τους χειμώνες το υπαίθριο θέατρό του εφιλοξενείτο σε κλειστούς χώρους με μεγάλες περιοδείες στην ελληνική επαρχία, αλλά και στο εξωτερικό.

Η τέχνη του, τρυφερή και ειλικρινής, έμελλε να του χαρίσει για τον ρόλο του στην «Αντιγόνη» του Γ. Τζαβέλα το βραβείο Α’ Ανδρικού ρόλου, στο 5ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Φρανσίσκο, το 1961, με ανταγωνιστές του τον Λόρενς Ολίβιε και τον Μπαρτ Λάνκαστερ! Επίσης το 1961 διακρίθηκε για την ερμηνεία του στην ταινία «Συνοικία το όνειρο», για την οποία του απενεμήθη το βραβείο Β’ Ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Επάνω: Με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, την Κατερίνα Χέλμη (Ο Πατούχας, 1960), τη Ζωή Λάσκαρη (Η ιστορία μιας ζωής, 1965) και τη Ελένη Ερήμου (Με φόβο και πάθος, 1971). Κάτω: Με τον Κώστα Πρέκα (Η ζούγκλα των πόλεων, 1970), τον Αλέκο Αλεξανδράκη (Συνοικία το όνειρο, 1961), τον Γιώργο Φούντα (Ο πρόσφυγας, 1969), τον Νίκο Ξανθόπουλο (Ξεριζωμένη γενιά, 1967), τον Λαυρέντη Διανέλλο (Κατηγορώ τους ανθρώπους, 1966) και τον Βασιλάκη Κάιλα (Ξεριζωμένη γενιά, 1968), σε σκηνές από αγαπημένες ταινίες

Το αρχέτυπο του Οιδίποδα, του Προμηθέα Δεσμώτη, του Καπετάν Μιχάλη, του Δον Κιχώτη, του Βασιλιά Ληρ και του Οθέλλου ξεπεράστηκε μόνο από την αγάπη του και τον μόχθο του για την ίδια τη ζωή και τους αγώνες της, τους οποίους ανέκαθεν περιέβαλλε με τη σεμνότητα και την αταλάντευτη πολιτική του στάση. Στο πλαίσιο των γενικότερων διώξεων που υπέστη, το 1968 του έγινε έξωση από το Πεδίον του Άρεως, και έτσι ο μεγάλος Κατράκης συνέχισε την πρωταγωνιστική του πορεία πότε με τον δικό του θίασο και ποτέ συνεργαζόμενος με άλλες εταιρείες. Στο Εθνικό Θέατρο δεν θα επέστρεφε παρά στις αρχές της δεκαετίας το 1970, γράφοντας πια τους μεγαλύτερους καλλιτεχνικούς του θριάμβους, ως Οθέλλος, Δον Κιχώτης κ.ά., αλλά και στην Επίδαυρο, αφήνοντας εποχή στον «Οιδίποδα Τύραννο» (1973) και στον «Προμηθέα Δεσμώτη» (1974).

Με την υπέροχη Αλεξάνδρα Λαδικού. Επάνω: Στην παράσταση «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος»
(1964) και κάτω: στην ταινία «Τα κόκκινα φανάρια» (1963) και «Η Αχάριστη (1966)

Η Αλίκη Γεωργούλη θυμάται τη μητέρα του Μάνου Κατράκη: «Την θυμάμαι την κυρά Ειρήνη, μύτη με μύτη με το ραδιοφωνάκι, η χρυσή μου είχε κι αυτή μεγάλη μύτη. Θεός σχωρέσ’ την, να ακούει τις εκπομπές του γιου της. Τη χάζευα. Κάθε τόσο σήκωνε το κεφάλι της. Με κοίταζε επίμονα και έλεγε: “Την άκουσες ετούτη τη φωνή; Εγώ του την έχω δώκει”. Όταν έβρεχε ή χιόνιζε, κι ο Μάνος ήταν ακόμα εξορία, αυτή η κοντακιανή γριούλα, πετσί και κόκαλο, και ρυτίδα, ανέβαινε στην ταράτσα της οδού Αβέρωφ να βρέχεται και να κρυώνει, μαζί με το παιδί της, που το βασάνιζαν στο νησί. “Παναγιά μου να λευτερωθεί, μα να μην την ηπατήσει!”, την υπογραφή ήθελε να πει, να μην την πατήσει, πως καταδικάζει τον κομμουνισμό και τέτοια… Να μην τα υπογράψει εκείνα τα χαρτιά του εξευτελισμού που είχαν εφεύρει για να καταρρακώνουν τον άνθρωπο».

Ο Μάνος Κατράκης με τη μητέρα του Ειρήνη

Ο Μάνος Κατράκης παντρεύτηκε τρεις φορές στη ζωή του. Ο πρώτος του γάμος ήταν με την ηθοποιό Άννα Λώρη, σε ηλικία μόλις 25 ετών. Κατά την περίοδο της Κατοχής θα παντρευτεί με τη Νένα Βρακοτσώλη, ενώ το 1979 θα ανέβει τα σκαλιά της εκκλησίας με τη Λίντα Άλμα, μετά από 25 χρόνια σχέσης. Εκείνη ήταν και ο μεγάλος έρωτας της ζωής του, για την ο οποία ο ίδιος είχε πει: «Η Λίντα αντικατέστησε ό,τι είναι δυνατόν να υπάρξει αγαπημένο σ’ έναν άνθρωπο. Μάνα. Πατέρα. Ερωμένη. Σύζυγο. Φιλενάδα. Θύμα. Τι να σου πω. Υπηρέτη. Αφέντη. Τι να σου πω. Δηλαδή δε νομίζω ότι βρίσκονται εύκολα τέτοιοι άνθρωποι. Είναι ένα πλάσμα άλλου κόσμου… Εγώ της έδωσα μάλλον πίκρες. Όμως την λατρεύω. Και τελικά πέρα από τη Λίντα δεν υπάρχει τίποτα άλλο πια. Ούτε υπήρξε, ούτε υπάρχει. Κι αυτό από τον πρώτο καιρό που την γνώρισα».

Δημοσίευμα για τον γάμο του με τη Λίντα Άλμα, στην Ελευσίνα, το 1979

Αλλά, όπως είπαμε, ο Μάνος Κατράκης ήταν ένας ειλικρινής άνθρωπος και έλεγε τα πράγματα με το όνομά τους. Για αυτό και στη βιογραφία του «Στη σκηνή, τη ζωή και την οθόνη» δεν διστάζει να μιλήσει και για τον τζόγο με τον οποίο έμπλεξε ένα φεγγάρι. Ήταν η περίοδος της Κατοχής και πουλούσε ό,τι είχε και δεν είχε για να τα βγάλει πέρα οικονομικά. Τότε ήταν που κατέληξε σε μια λέσχη: στην αρχή κερδίζει και γλυκαίνεται «που επέστρεψε με το παραδάκι στην τσέπη», όπως χαρακτηριστικά διηγείται, αλλά μετά αρχίζει να χάνει… Τότε είναι που παίρνει την απόφαση να βρει μια τίμια δουλειά: για τέσσερις μήνες πουλούσε ψάρια.

Στην τελευταία του ταινία «Ταξίδι στα Κύθηρα» του
Θεόδωρου Αγγελόπουλου με τη Ντόρα Βολανάκη (1984)

Ο Κατράκης συνεργάστηκε με όλους τους μεγάλους πρωταγωνιστές της εποχής του και συμμετείχε ενεργά σε μια σειρά από κορυφαίες παραστάσεις του τόπου. Η τελευταία του θεατρική εμφάνιση έγινε το 1984, αν και την ανεπανάληπτη φωνή του δεν σταμάτησε ποτέ να τη δανείζει ενσαρκώνοντας τον νεοελληνικό ποιητικό λόγο. Οι αναγνώσεις του σε κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας έμειναν κλασικές και αξεπέραστες. Τελευταία του συνεισφορά στο ελληνικό σινεμά ήταν στο αριστούργημα του Θεόδωρου Αγγελόπουλου «Ταξίδι στα Κύθηρα», το 1984, όπου όλος ο πλανήτης πια είχε τη δυνατότητα να απολαύσει τη συγκλονιστική του ερμηνεία, σήμα – κατατεθέν μιας σπουδαίας υποκριτικής καριέρας.

Το ιερό τέρας του ελληνικού θεάτρου και πανιού έβαλε σκοπό, με το ψηλορείτικο ανάστημά του και την ολύμπια φωνή του, να μετατραπεί σε σύμβολο αγωνιστή και μαχόμενου πολιτικά καλλιτέχνη, αφήνοντας μια εξέχουσα πνευματική, καλλιτεχνική και πολιτική παρακαταθήκη που δύσκολα θα βρει όμοιό της. Με περισσότερα από 50 χρόνια προσφοράς στο θέατρο, με στόχους υψηλούς, ερμηνείες συγκλονιστικές, βραβεία και επαίνους, ο Μάνος Κατράκης τίμησε το επάγγελμα και ποίησε πράγματι ήθος, τόσο με τους εμβληματικούς ρόλους του όσο και με το ίδιο το παράδειγμα της ζωής του.

Ο Μάνος Κατράκης έζησε με τους δικούς του κανόνες, όπως εκείνος ήθελε. Και από την ώρα που ακολούθησε αυτή την πορεία στη ζωή, την ίδια ακολούθησε και στον θάνατο. Όσο μεγάλωνε, ο οργανισμός του ήταν ευάλωτος και καταπονημένος, ωστόσο ο ίδιος θα αρνηθεί να ακολουθήσει το αυστηρό πρόγραμμα θεραπείας των γιατρών. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1984, λίγο καιρό αφού έχουν ολοκληρωθεί τα γυρίσματα της ταινίας «Ταξίδι στα Κύθηρα» του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, θα αφήσει την τελευταία του πνοή, ηττημένος από τον καρκίνο του πνεύμονα. Ο άξιος αυτός γιος της Ρωμιοσύνης είχε όνειρο να ξαναπαίξει τον Βασιλιά Ληρ και όταν ήρθε το ασθενοφόρο να τον πάρει για στερνή φορά, έβγαλε τη μάσκα του οξυγόνου και είπε στον Θύμιο Καρακατσάνη που τον συνόδευε προς το νοσοκομείο: «Πήρα μαζί και το έργο, τον Βασιλιά Ληρ!». Το οποίο δεν θα προλάβαινε να ανεβάσει, καθώς τον έκλεψαν οι ουρανοί…

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

Πέντε η ώρα που βραδιάζει
πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει
φέρνει έν’ αγόρι το νεκροσέντονο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Έτοιμος κι ο κουβάς με τον ασβέστη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Θάνατος τ’ άλλα, θάνατος μονάχα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Ψηλά παίρνει ο αγέρας τα βαμπάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Το οξείδιο σπέρνει κρύσταλλο και νίκελ
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Παλεύει η περιστέρα με το αγρίμι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Κι η σάρκα μ’ ένα κέρατο θλιμμένο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Χορδή τυμπάνου αρχίζει να χτυπά
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Αρσενικού καμπάνες κι ο καπνός
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Βουβοί συντρόφοι στ’ άχαρα σοκάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Του ταύρου η καρδιά μονάχα ολόρθη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Όταν ο ιδρώτας χιόνι αργά γινόταν
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Όταν η αρένα γέμισε με ιώδιο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Τ’ αυγά του στην πληγή άφησε ο θάνατος
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει,
πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.

Μια κάσα από καρούλια το κρεβάτι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Σουραύλια ηχούν και κόκαλα στ’ αυτί του
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Στο μέτωπό του ο ταύρος μουγκανίζει
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Η κάμαρα ιριδίζει από αγωνία
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Από μακριά σιμώνει κι όλα η σήψη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Σάλπιγγα κρίνου στον χλοερό βουβώνα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Οι πληγές του εκαίγανε σαν ήλιοι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Και το πλήθος να σπάει τα παραθύρια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Αχ! Τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει.
Ήτανε πέντε σ΄ όλα τα ρολόγια,
ήτανε πέντε κι έπεφτε το βράδυ.

* «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας», μτφρ. Ν. Γκάτσος (απόσπασμα). Το ποίημα γράφτηκε από το Λόρκα το 1934, με αφορμή τον θάνατο του καλύτερου του φίλου, Ignacio Sanchez Mejias σε ταυρομαχία.

Με την Πέγκυ Σταθακοπούλου στην παράσταση «Ταμπού», Θέατρο Ελληνικό (1984)

«Η Αλίκη δικτάτωρ», 1972

Κρέων, 1961

«Οι τελευταίοι» του Μαξίμ Γκόρκι, με την Ελένη Καλλία (1978)

Στην ταινία «Έρωτας στην καυτή άμμο» (1967),
με τον Σπύρο Φωκά και την Έλενα Ναθαναήλ

Βασιλιάς Ληρ, 1939

Αυτόγραφο του Μάνου Κατράκη

«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», Θίασος Κατσέλη (1964)

«Καπετάν Μιχάλης» με τον Βύρωνα Πάλλη (Καπετάν Πολυξίγκης), 1966-67

Με τους Γιάννη Φέρτη και Ζωή Λάσκαρη στην τανία «Αυτοί που μίλησαν με το θάνατο», 1970

«…Θέλω να σας πω ποιος είμαι. Θέλω να με γνωρίσετε σωστά. Θέλω να σας πω πως γεννήθηκα στη Κρήτη. Μεγάλωσα ξυπόλητο παιδί στις αμμουδιές της πατρίδας μου, πως έβαζα στ’ αυτιά μου τα κοχύλια της θάλασσας να ακούσω τη βουή του ωκεανού. Δεν ήξερα ν’ αποζητώ την ομορφιά, μα η ομορφιά ξεδιπλωνόταν ολόγυρα μου. Δεν ήξερα ν’ αποζητώ την λεβεντιά. Μα η λεβεντιά με συνέπαιρνε μέσα από τις ιστορίες του παππού μου. Αφήστε να παινέψω την πατρίδα μου. Το αξίζει!

Έγινα ηθοποιός όπως θα μπορούσα να γίνω και σιδηρουργός. Ήθελα να φοδιάσω όσες δυνάμεις κρύβουν τα μπράτσα μου και η ψυχή μου. Εκεί κάτω στην Ελλάδα γίνεσαι εύκολα ηθοποιός. Σε καλούν τα εκατοντάδες θέατρα των αρχαίων προγόνων μας. Στο θυμίζουν οι φίλοι σου. Παιδί είχα δύο φίλους τον έναν τον έλεγαν Ορέστη, την άλλη Αντιγόνη. Στη χώρα μου υπάρχου χωριά που δεν ξέρουν τι είναι ηλεκτρικό φως, ούτε καν λάμπα πετρελαίου που δεν είδαν ποτέ εφημερίδα ούτε τροχοφόρο, ούτε πέτρινο σπίτι τρώνε μόνο μπομπότα και τυρί ή ξερό ψωμί και ψημένα ψάρια στην πυροστιά. Ξυπνάνε το πρωί με τα πουλιά και κοιμούνται τα βράδια με τα πρόβατα. Τον Καραγκιόζη όμως τον ξέρουν. Κι ο Καραγκιόζης στην πατρίδα μου είναι ο πρώτος ηθοποιός κι ο πρώτος συγγραφέας. Να φτιάχνει -δεν ξέρει να γράψει- δραματικές και κωμικές ιστορίες και τις παίζει ο ίδιος, ένας Αισχύλος του καιρού μας».

* Απόσπασμα από ομιλία του Μάνου Κατράκη στο Παρίσι, τον Μάρτιο του 1981, στο πλαίσιο των εορταστικών εκδηλώσεων «Manos Katrakis 50 ans de theatre».

Με τη Τζένη Καρέζη στην ταινία «Κοντσέρτο για πολυβόλα» (1967)

Με τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο στα γυρίσματα
της ταινίας «Ταξίδι στα Κύθηρα» (1984)

Συνομιλώντας για υποκριτική με την Έλλη Λαμπέτη

Με την Αγγέλικα Καπελαρή στην παράσταση του έργου ΝΤΑ (Da), 1984

Στους «Πέρσες» του Αισχύλου με την Αντιγόνη Βαλάκου και τον Πέτρο Φυσσούν (1978)

Με τη Μελίνα

Προμηθέας Δεσμώτης, 1974

Ταξίδι στα Κύθηρα, 1984

Στην ταινία «Αδελφός Άννα» με τον Πέτρο Φυσσούν (1963)

«Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο» (1980)

«Δον Κιχώτης» Εθνικό Θέατρο (1971)

Η μορφή του αποτυπώθηκε σε συλλεκτικό γραμματόσημο, 2009

Με τη Μαίρη Αρώνη και την Κάκια Αναλυτή στην παράσταση
«Βαθειές είναι οι ρίζες» στο Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο (1962)

Από την παρουσίαση του δίσκου «Canto General» του Μίκη Θεοδωράκη
σε ποίηση Πάμπλο Νερούδα. Από αριστερά: Η πιανίστα Ντόρα Μπακοπούλου,
ο Πέτρος Πανδής, ο Μάκης Μάτσας, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Κατράκης

Ταΐζοντας τα περιστέρια στο μπαλκόνι του

Πηγή: in.gr, maleviziotis.gr, newsbeast.gr, mixanitouxronou.gr, facebook.com

Σχολιάστε