
Σαν σήμερα, στις 21 Μαΐου 2018 έφυγε ο τελευταίος μεγάλος σατιρικός μιας Ελλάδας που γελούσε για να αντέξει. Ο άνθρωπος που έκανε τη Μεταπολίτευση να γελά με τον ίδιο τον εαυτό της.
Υπάρχουν φωνές που δεν μένουν μόνο στη μνήμη. Μένουν στον τρόπο που μιλά μια χώρα. Στις ατάκες που επαναλαμβάνονται σε ταξί, σε καφενεία, σε οικογενειακά τραπέζια. Στο σαρκαστικό μειδίαμα που σχηματίζεται όταν ακούμε έναν πολιτικό να υπόσχεται «αλλαγή», λες και δεν πέρασε ούτε μια μέρα από τη δεκαετία του ’80. Ο Χάρρυ Κλυνν ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Όχι απλώς ως κωμικός. Ως σύμπτωμα της Ελλάδας. Ήταν ο άνθρωπος που έκανε τη Μεταπολίτευση να γελά με τον ίδιο τον εαυτό της.

Σαν σήμερα, στις 21 Μαΐου 2018, ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης έφυγε από τη ζωή στα 78 του χρόνια. Και μαζί του «πέθανε» οριστικά μια εποχή όπου η σάτιρα δεν ήταν lifestyle προϊόν ούτε ασφαλής τηλεοπτική αταξία. Ήταν λαϊκή εκτόνωση. Ήταν πολιτικό ένστικτο. Ήταν θυμός μεταμφιεσμένος σε γέλιο. Κυρίως όμως ήταν αλήθεια.
Η Ελλάδα που τον γέννησε
Ο Χάρρυ Κλυνν γεννήθηκε στην Καλαμαριά το 1940, παιδί φτωχής οικογένειας Ποντίων προσφύγων. Και κουβάλησε αυτή την προσφυγική υγρασία μέσα του μέχρι το τέλος. Ακόμη κι όταν γέμιζε θέατρα, ακόμη κι όταν πουλούσε δίσκους περισσότερο από τραγουδιστές της εποχής, είχε κάτι από άνθρωπο που δεν πίστεψε ποτέ ολοκληρωτικά στην επιτυχία.
Ίσως γι’ αυτό καταλάβαινε τόσο καλά τον μέσο Έλληνα: γιατί δεν τον κοιτούσε ποτέ αφ’ υψηλού. Πριν γίνει «Χάρρυ Κλυνν», ήταν ένα παιδί που έτρεχε στις αλάνες της Καλαμαριάς και έμαθε νωρίς πως το χιούμορ δεν είναι πολυτέλεια. Είναι άμυνα. Οι άνθρωποι που μεγάλωσαν δύσκολα συνήθως γελούν είτε πολύ δυνατά είτε καθόλου. Εκείνος διάλεξε το πρώτο.




Οι κασέτες που έπαιζαν πιο δυνατά από τις ειδήσεις
Σήμερα δύσκολα εξηγείς σε κάποιον κάτω των 25 τι σήμαινε ο Χάρρυ Κλυνν τη δεκαετία του ’80. Δεν ήταν απλώς δημοφιλής. Ήταν παντού. Σε κασέτες που άλλαζαν χέρια από αυτοκίνητο σε αυτοκίνητο. Σε βιντεοκασέτες που έπαιζαν σε οικογενειακά σαλόνια. Σε μπουάτ γεμάτες καπνό και μεταπολιτευτική νεύρωση. Σε αστεία που οι άνθρωποι επαναλάμβαναν σαν πολιτικά συνθήματα.
Ουσιαστικά, έκανε stand-up comedy πριν καν μάθουμε τον όρο. Μόνο που το δικό του stand-up δεν ήταν αμερικανικό. Δεν βασιζόταν στην αμηχανία ή στην προσωπική εξομολόγηση. Ήταν βαθιά ελληνικό. Ένας χείμαρρος από φωνές, χαρακτήρες, νεύρα, υπερβολές και πολιτική απογοήτευση.
Ένας σατιρικός που δεν χάιδευε κανέναν
Ο ταξιτζής, ο νεόπλουτος, ο κομματάρχης, ο λαμόγιος, ο μικροαστός, ο τύπος που «ξέρει έναν ξάδερφο στο υπουργείο». Όλη η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης περνούσε από το πρόσωπό του σαν παρέλαση καρικατούρας. Και το τρομακτικό είναι πως, τόσα χρόνια μετά, πολλοί από αυτούς τους χαρακτήρες παραμένουν αναγνωρίσιμοι.
Ο Χάρρυ Κλυνν δεν υπήρξε ποτέ politically correct -πολύ πριν μάθουμε τον όρο. Σατίρισε τον Ανδρέα Παπανδρέου όταν ο μισός πληθυσμός τον αντιμετώπιζε ως ροκ σταρ! Τα έβαλε με δημοσιογράφους, συνδικαλιστές, κρατικούς μηχανισμούς, τηλεόραση, ποδόσφαιρο, ακόμα και με το ίδιο του το κοινό. Κάποιες στιγμές άντεξε στον χρόνο. Άλλες όχι.


Και ίσως εκεί βρίσκεται η πιο τίμια ανάγνωση του σήμερα απέναντι στον Χάρρυ Κλυνν: να παραδεχτούμε ότι μέρος του χιούμορ του ανήκει ολοκληρωτικά στην εποχή του. Ορισμένα αστεία του σήμερα ακούγονται παρωχημένα, άβολα ή υπερβολικά σκληρά.
Αλλά θα ήταν εξίσου λάθος να προσπαθήσουμε να τον «καθαρίσουμε» για να χωρέσει στα σημερινά μέτρα. Ο Χάρρυ Κλυνν δεν ήταν αποστειρωμένος καλλιτέχνης. Ήταν προϊόν μιας Ελλάδας θορυβώδους, αντιφατικής, λαϊκής, συχνά χοντροκομμένης αλλά βαθιά ζωντανής.
Το πένθος πίσω από το γέλιο
Όσο περνούσαν τα χρόνια, ο σαρκασμός του γινόταν όλο και πιο μελαγχολικός. Έγραφε, ζωγράφιζε, αρθρογραφούσε, τσακωνόταν πολιτικά με όλους, σαν άνθρωπος που δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι η Ελλάδα επαναλαμβάνει διαρκώς τα ίδια λάθη.

Από τον γάμο του με τη σύζυγό του Χαρίκλεια το 1965 στο Σικάγο
Ο Χάρρυ Κλυνν συνέχιζε με αμείωτη ένταση τις καλλιτεχνικές και πολιτικές του ανησυχίες. Μέχρι που στις 7 Ιουνίου 2016 ήρθε αντιμέτωπος με το χαμό του πρωτότοκου γιου του. Ο Νίκος Τριανταφυλλίδης έχασε τη μάχη με τον καρκίνο σε ηλικία μόλις 49 ετών. Ο Χάρρυ Κλυνν δεν το ξεπέρασε ποτέ.
Όσοι τον γνώριζαν έλεγαν πως εκεί λύγισε πραγματικά. Στα τελευταία του χρόνια υπήρχε πάνω του μια βαριά σιωπή. Σαν να είχε κουραστεί να προειδοποιεί μια χώρα που δεν ακούει ποτέ κανέναν -ούτε καν τους γελωτοποιούς της. Η υγεία του επιβαρύνθηκε και γρήγορα βρέθηκε καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο με αναπνευστικά προβλήματα. Κάποια στιγμή όμως, ενώ βρισκόταν στο σπίτι του, έπαθε κρίση και οδηγήθηκε στο νοσοκομείο όπου άφησε την τελευταία του πνοή. Ήταν 78 ετών. Το ημερολόγιο έγραφε 21 Μαΐου 2018.

Με τον γιο του Νίκο, λίγο πριν τον αιφνίδιο θάνατό του
Ο ελληνισμός έχασε για πάντα έναν μεγάλο καλλιτέχνη, έναν πολυτάλαντο άνθρωπο, μια ευφυή και πολυσχιδή καλλιτεχνική προσωπικότητα. Ο Χάρρυ Κλυνν θα μένει ωστόσο πάντα αθάνατος μέσα από το έργο του και το γέλιο που χάρισε απλόχερα. Χαρακτηρίζεται δίκαια από πολλούς «γελωτοποιός της Ρωμιοσύνης». Θα μπορούσε επίσης να χαρακτηριστεί ένας σύγχρονος Αριστοφάνης, ένας κωμικός που σατίριζε τα κακώς κείμενα της επικαιρότητας.




Και σήμερα; Θα μπορούσε να υπάρξει ένας νέος Χάρρυ Κλυνν; Μάλλον όχι. Όχι γιατί δεν υπάρχουν ταλαντούχοι κωμικοί. Αλλά γιατί δεν υπάρχει πια η ίδια Ελλάδα. Ο Χάρρυ Κλυνν γεννήθηκε σε μια εποχή συλλογικής εμπειρίας. Όλοι έβλεπαν τα ίδια κανάλια, άκουγαν τις ίδιες κασέτες, γελούσαν με τα ίδια πρόσωπα. Η σάτιρα λειτουργούσε σχεδόν σαν εθνικός καθρέφτης. Σήμερα ζούμε κατακερματισμένοι. Το χιούμορ έγινε αλγόριθμος. Το κοινό διασπάστηκε σε μικρές φυλές του διαδικτύου. Και η ειρωνεία έγινε μόνιμη κατάσταση αντί για καλλιτεχνική πράξη. Ο Χάρρυ Κλυνν ανήκε στην τελευταία γενιά σατιρικών που μπορούσαν να μιλήσουν σε ολόκληρη τη χώρα ταυτόχρονα.
Η μόλυνση του περιβάλλοντος
Ένα από τα συλλογικά προβλήματα με τα οποία καταπιάστηκε ο δαιμόνιος καλλιτέχνης ήταν το περιβαλλοντικό -πολύ προτού η ελληνική κοινωνία αρχίσει να συζητάει ευρύτερα για αυτό. Είχε συλλάβει πολύ νωρίς την έννοια της «ανάπτυξης» και της «προόδου» στο όνομα των οποίων συντελείται σήμερα κάθε λογής περιβαλλοντική καταστροφή.
Το 1979 στο LP «Δοξάστε με» περιλαμβανόταν ένα σατιρικό άσμα με τίτλο «Δώστε μου μόλυνση». Οι στίχοι του θα μπορούσαν να είχαν γραφτεί χθες ή ακόμα και αύριο…
Δώστε μου μόλυνση και πάρτε την ψυχή μου
Ραδιενέργεια ποτίστε το κορμί μου
Κόψτε τα δέντρα που μου κρύβουν τα ντουβάρια
Φτιάξτε χαβούζες, τζιμινιέρες και νταμάρια
Α λα… η Πρόοδος!

«Δεν υποτίμησα ποτέ τη νοημοσύνη σας»
Αυτή ήταν η φράση με την οποία συνήθιζε να κλείνει τις παραστάσεις του. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο σημαντικό στοιχείο της κληρονομιάς του. Μέσα στον θόρυβο, στις υπερβολές, στις φωνές και στις γκριμάτσες, ο Χάρρυ Κλυνν δεν αντιμετώπισε ποτέ το κοινό σαν αφελές. Πίστευε ότι ο κόσμος καταλαβαίνει περισσότερα απ’ όσα δείχνει. Ότι πίσω από το γέλιο υπάρχει πάντα μια μορφή αυτογνωσίας.
Γι’ αυτό και σήμερα δεν θυμόμαστε μόνο τις ατάκες του. Θυμόμαστε κυρίως εκείνο το ελαφρώς θλιμμένο βλέμμα ενός ανθρώπου που έκανε μια ολόκληρη χώρα να γελάσει, επειδή ίσως είχε καταλάβει νωρίτερα απ’ όλους πόσο τραγικά αστεία είναι τελικά τα πράγματα εδώ.
Ο Χάρρυ Κλυνν στιγμάτισε μια ολόκληρη εποχή με τις σατιρικές παραστάσεις του και με μια σειρά από δίσκους που εξέφρασαν με τον καλύτερο τρόπο τα κουσούρια του νεοέλληνα, ακριβώς την εποχή της μεταπολίτευσης.
Εμπορικός όσο κανείς πριν και μετά από αυτόν, αθυρόστομος με έναν τρόπο που σόκαρε τον καθωσπρεπισμό της μικροαστικής Ελλάδας, σαρωτικός στη σάτιρα και στην βεβήλωση κάθε σταθεράς (από την πολιτική μέχρι την εκκλησία και από την οικογένεια μέχρι το ποδόσφαιρο), ο Χάρρυ Κλυνν υπήρξε ένα φαινόμενο που μεσουράνησε τη δεκαετία του ’80. Το τελευταίο διάστημα της ζωής του αντιμετώπιζε αναπνευστικά προβλήματα και ήταν καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Το βράδυ της Κυριακής 20 Μαΐου 2018, ενώ βρισκόταν στο σπίτι του, έπαθε κρίση και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου κατέληξε.

Με την Ερρικα Μπρόγιερ στα «201 Καναρίνια»
Στο σινεμά, o Χάρρυ Κλυνν ξεκίνησε την καριέρα του το 1960 στην μικρού μήκους ταινία του Δημήτρη Γαλάτη «Σύγχυση», στη συνέχεια ξεχωρίζει σε ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό ρόλο στο «Γάμος Αλά Ελληνικά» του Βασίλη Γεωργιάδη το 1962 και τον επόμενο χρόνο πρωταγωνιστεί στην ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου «Tα 201 Kαναρίνια» σε σενάριο Nίκου Tσιφόρου και Πολύβιου Bασιλειάδη.
Το 1982 πρωταγωνιστεί στο «Αλαλούμ» σε σκηνοθεσία Γιώργου Αποστολίδη, Γιάννη Σμαραγδή και Γιάννη Τυπάλδου και σενάριο Γιάννη Κακουλίδη και Χάρρυ Κλυνν -στην πραγματικότητα ένα όχημα για να μπορέσει ο κωμικός να παρουσιάσει τα πολλά πρόσωπά του. Η ταινία υπήρξε μια τεράστια εμπορική επιτυχία και οδήγησε στο παρόμοιου στιλ «Made in Greece» του 1983 σε σκηνοθεσία του Πάνου Αγγελόπουλου.
Το 1984 βγαίνει στις αίθουσες το «Εις Μνήμην», κι αυτό σε σκηνοθεσία του Πάνου Αγγελόπουλου, το οποίο είχε γυριστεί για την τηλεόραση αλλά δεν προβλήθηκε ποτέ λόγω λογοκρισίας. Το 1993 παίζει ένα μικρό ρόλο στο «Γυναίκες Δηλητήριο» του Νίκου Ζερβού. Το 1994 παίζει στην ταινία μικρού μήκους του Γιάννη Mπότση «Βόλτα στα Σύννεφα» και το 1995 στον τελευταίο του ρόλο στο σινεμά, στην ταινία του γιου του, Νίκου Τριανταφυλλίδη «Ράδιο Μόσχα».
Πρώτα χρόνια
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 7 Μαΐου 1940. «Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο προσφυγικό γκέτο της Kαλαμαριάς. Πρόσφυγες οι γονείς μου από τον μαρτυρικό Πόντο. Φτωχοί, πεινασμένοι και απελπισμένοι. Φτωχή, και πεινασμένη και η δική μου η γενιά. Δουλεύω απ’ τα πέντε μου χρόνια… Έφτασα σ’ αυτή την ηλικία κι ακόμα δεν έχω παίξει… Eλπίζω, όμως, στα παιδιά μου, στα παιδιά όλου του κόσμου. Aπό μικρός ήλπιζα κι έτσι μεγάλωσα… Eλπίζοντας». Δουλειά και σχολειό. Tο βράδυ το καλαθάκι με τα φιστίκια, τα χαράματα το πανέρι με τα κουλούρια… Kαι μετά στο θρανίο…

Παιδί στην αγαπημένη Καλαμαριά
«O Bασιλάκης ήταν πρώτος σ’ όλα», μας είπαν οι συμμαθητές του. «Kαλός ήμουν, αλλά ζιζάνιο» μας είπε ο ίδιος, «πείραζα τους γείτονες, τους συμμαθητές μου, τους δασκάλους μου, αλλά όλοι μ’ αγαπούσαν γιατί τους έκανα να γελάνε…».

Σε αγώνα της αγαπημένης του ομάδας: του Απόλλωνα Καλαμαριάς
Tο πειραχτήρι της γειτονιάς, λοιπόν, ο μικρός Bασιλάκης. Tο αλάτι και το πιπέρι της παρέας. Kαι τα χρόνια περνούσαν… Δημοτικό Σχολείο Kαλαμαριάς, Πέμπτο γυμνάσιο αρρένων Θεσσαλονίκης… Kαλοκαίρι 1958 και ετοιμάζεται να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις στην Iατρική σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
H τύχη, όμως, δεν το ‘θελε να γίνει γιατρός. Nα, τι μας είπε: «Aπό τύχη έγινα καλλιτέχνης. Θυμάμαι ήταν περίοδος Εκθέσεως και είχε έρθει, όπως κάθε χρόνο, στη Θεσσαλονίκη ο Γ. Oικονομίδης με το συγκρότημά του.
Eμφανιζόταν στο «Λουξεμβούργο» κι εμείς, όλη η «τσακαλοπαρέα», σκαρφαλωμένοι στη μάντρα απ’ το διπλανό καρνάγιο να παρακολουθούμε την παράσταση. H βραδιά εκείνη, ήταν βραδιά ταλέντων. Πρώτο βραβείο μια χρυσή λίρα, ένα κουστούμι και μία συσκευή πετρογκάζ.
Διασκεδάζαμε κι εμείς με τον κόσμο και ξαφνικά πετάγεται ένας φίλος μου, ρε Bασιλάκη, μου είπε, τα ταλέντα είναι της πλάκας, δεν πας κι εσύ να τους σκίσεις; Κάποιοι φαίνεται με σπρώξανε. Πώς βρέθηκα μέσα, τι είπα και τι έγινε, ούτε που το θυμάμαι. Θυμάμαι, όμως, ότι κέρδισα τη λίρα, το κουστούμι και την πετρογκάζ…».
Οκτώβριος 1958, ο Γιάννης Oικονομίδης τον καλεί κοντά του στην Aθήνα. Tρία χρόνια δίπλα σ΄ έναν σπουδαίο καλλιτέχνη και δάσκαλο… Kάστρο, Bράχος, Tροκαντερό, Άλσος, Γκρην Παρκ… Οι πρώτες εμφανίσεις… Tαυτοχρόνως, σπουδάζει υποκριτική στη Δραματική σχολή του Π. Kατσέλη… Ύστερα τα πρώτα χρόνια χωρίς την ομπρέλα του Oικονομίδη.
«Δύσκολα χρόνια», θα μας πει. «Τα λεφτά ελάχιστα και τα όνειρα μεγάλα. Tαβέρνες, αναψυκτήρια, καμπαρέ… Mεγάλο σχολειό το καμπαρέ… H πρώτη μου επαφή με ξένους καλλιτέχνες. Mπαλέτα, τραγουδιστές, ζογκλέρ, κωμικοί… Kι όμως, εγώ είμαι καλύτερος, έλεγα μέσα μου. Tο έλεγα και το πίστευα. Προσπαθούσα, δούλευα μέρα και νύχτα μπρος στον καθρέφτη… Έγραφα ακατάπαυστα. Σιγά-σιγά άρχισαν να με προσέχουν.
Ήταν τότε που γύρισα και τις δύο πρώτες μου ταινίες, τα «201 Καναρίνια» και τον «Γάμο α λά Eλληνικά». Όλοι μιλούσαν τότε για ένα νέο ταλέντο. Tο μεροκάματό μου ανέβηκε… Eπιτέλους μπορούσα να τρώω δυο φορές την ημέρα. Kι ενώ όλα πήγαιναν καλά… με κάλεσαν για λίγες εμφανίσεις σ’ ένα Eλληνικό μαγαζί στο Mόντρεαλ του Kαναδά κι εγώ έπρεπε να πάω… Αυτές οι λίγες εμφανίσεις έμελλε, τελικά, να κρατήσουν δέκα ολόκληρα χρόνια!».



1964-1974
«Έζησα και δούλεψα δέκα ολόκληρα χρόνια στις HΠA και στον Kαναδά. Kαι να το ‘θελα να γυρίσω δεν το μπορούσα. Σ’ όλη μου τη ζωή κυνηγούσα την Aριστερά κι εκείνη εμένα. Kαι τώρα που είμαστε χώρια, πάλι μαζί είμαστε… Στην Aμερική μπορώ να πω ότι διαμόρφωσα και τον προσωπικό καλλιτεχνικό μου χαρακτήρα. Δούλευα όπου έβρισκα δουλειά. Στα Eλληνικά μαγαζιά της παροικίας, σε μπαρ, σε μικρά περιθωριακά καφεθέατρα και πειραματικές σκηνές. Παράλληλα έγραφα, έγραφα ακατάπαυστα… Στη Nέα Yόρκη ήμουν πολύ πιο γνωστός ως συγγραφέας παρά ως ηθοποιός ή διασκεδαστής.
Στην Aμερική γνώρισα και τη Xαρίκλεια. Παντρευτήκαμε το χειμώνα του 1965 στο Σικάγο. Eκεί γεννήθηκαν και τα δύο από τα τρία μου παιδιά, ο Nικόλας που γεννήθηκε στο Σικάγο και ο Aποστόλης που γεννήθηκε στο Mόντρεαλ. H Kορίνα γεννήθηκε στην Aθήνα. To εγγονάκι μου το Χαρικλάκι γεννήθηκε κι αυτό την Αθήνα…
Tα πιο πολλά όμως χρόνια τα έζησα στο Mόντρεαλ, στο Σικάγο και στη Nέα Yόρκη. Δούλεψα δίπλα σε μεγάλους κωμικούς την εποχή που δειλά – δειλά έκανε στην Aμερική την εμφάνισή της η σκληρή κοινωνική και πολιτική σάτιρα, αυτό που αργότερα ονομάσανε stand up comedy… Εμείς το λέγαμε Το «Θέατρο των Φτωχών»… Πολύ γρήγορα δημιούργησα και επέβαλα το δικό μου προσωπικό στυλ και ύφος, που το έφερα μαζί μου επιστρέφοντας στην Eλλάδα μετά από δέκα χρόνια περιπλάνησης…».
Κατά τη διάρκεια της δεκαετούς παραμονής του στην Aμερική συνεργάζεται με πληθώρα εφημερίδων και περιοδικών. Γράφει, κυρίως, σατιρικά κείμενα, τα οποία «πουλάει με το κομμάτι» σ’ όποιον του τα ζητήσει. Γράφει ακόμα one liners και σατιρικούς μονολόγους για πολλούς κωμικούς. Συνεργάζεται πολλά χρόνια με το περιοδικό Playboy, την εφημερίδα Daily Worker, το Village και το On the Double. Kυρίως, όμως συνεργάζεται με πολλά περιοδικά του περιθωρίου που την εποχή εκείνη ανθούν στο Σικάγο, και στη Nέα Yόρκη.
1974 και μετά…
Γυρίζει στην Eλλάδα το χειμώνα του 1974 και πρωτοεμφανίζεται στις μπουάτ της Πλάκας. Στον «Αιγόκερω» πρώτα και μετά στο «Ζυγό» και στη «Διαγώνιο». Στην αρχή η παρουσία του ξένισε. «Tο κοινό γελούσε, αλλά δεν πιστεύω ότι γνώριζε τον λόγο. Aπλώς, γελούσε. Ήμουν κάτι το καινούργιο. Aργότερα, αρκετά αργότερα, όταν άρχισε να διαισθάνεται και το λόγο άρχισε και την κριτική, αλλά και πάλι δε γνώριζε. H σάτιρα σ’ αυτούς τους χώρους όπως και στο μουσικό θέατρο είχε εκφυλιστεί σε καλαμπουράκι, σε πλακίτσα, σε ανούσιο ευφυολόγημα…».
Πολύ σύντομα το όνομά του άρχισε να κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα. Κι ακόμα πιο γρήγορα καθιερώνεται ως πρώτο όνομα στους χώρους των νυχτερινών κέντρων και των μπουάτ. Συνεργάστηκε με όλα σχεδόν τα μεγάλα ονόματα του Eλληνικού τραγουδιού: Γρήγορης Μπιθικότσης, Βασίλης Τσιτσάνης, Στράτος Διονυσίου, Πόλυ Πάνου, Φίλιππος Nικολάου, Δήμητρα Γαλάνη, Bίκυ Mοσχολιού, Λάκης Xαλκιάς, Mανόλης Mητσιάς, Δημήτρης Mητροπάνος, Γιάννης Πάριος, Γιάννης Πουλόπουλος, Tάνια Tσανακλίδου, Eλπίδα, Xαράλαμπος Γαργανουράκης, Aντώνης Kαλογιάννης, Eλένη Bιτάλη, Χάρις Αλεξίου, Άννα Bίσση κ.ά.

Tο όνομά του άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστό με την κυκλοφορία του πρώτου του δίσκου «Για Δέσιμο», που κυκλοφόρησε από την Columbia το φθινόπωρο του 1976. Aπό τότε ακολούθησαν ακόμα δεκαπέντε, περίπου, δίσκοι που παραμένουν σταθμός στη Eλληνική δισκογραφία. Ο τελευταία δισκογραφική δουλειά του με τίτλο «Harry Klynn – X Files» κυκλοφόρησε το 1998 από την PolyGram. Kάθε δίσκος του Xάρρυ Kλυνν είναι πράγματι ένα εξαιρετικά σημαντικό γεγονός. Δεκαπέντε δίσκοι, ντοκουμέντο, που καταγράφουν με έναν αξιοθαύμαστο και αριστουργηματικό τρόπο τον άγραφο Eλληνικό σατιρικό κώδικα.
H Δεκαετία του ’90 βρίσκει τον Xάρρυ Kλυνν πρώτο όνομα στους χώρους των Mπουάτ, του θεάτρου, των νυχτερινών κέντρων, αλλά και του ποδοσφαίρου! (Πρόεδρος της ΠΑΕ Απόλλων Καλαμαριάς και πρόεδρος της ΕΠΑΕ). Οι θεατρικές παραστάσεις του στο «Δελφινάριο» στον «Ορφέα» στο «Άλσος» και στο «Μινώα» αποτελούν ορόσημο στην ιστορία του μουσικού θεάτρου.
Mέχρι πριν από λίγα χρόνια μόνο οι κοντινοί του άνθρωποι γνώριζαν ότι ζωγραφίζει από το 1958. Δε θέλησε ποτέ να εκθέσει τα έργα του, μέχρι το 1998 που αποφασίζει να παρουσιάσει για πρώτη φορά τη ζωγραφική του δουλειά «Κόκκινη Γραμμή» στον «Εικαστικό Κύκλο». Ακολουθούν έξι ατομικές εκθέσεις. Tαυτοχρόνως, εκδίδει βιβλία και ποιητικές συλλογές.
Mέχρι σήμερα εκτός από τα σατιρικά του κείμενά που απαριθμούν μεγάλο αριθμό σελίδων, έχει γράψει ακόμα πάνω από δέκα ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, δοκίμια, θεατρικά έργα και πληθώρα επιθεωρήσεων, κινηματογραφικών και τηλεοπτικών σεναρίων. Λίγα, σε σχέση με τον όγκο της δουλειάς του, από τα έργα του έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα.

Στην παράσταση «Κι όποιον πάρει ο Χάρης» (2012)
«Kάποια μέρα θα τα διαβάσετε όλα», λέει ο ίδιος, αφού ο εκδοτικός οίκος Καστανιώτης προγραμμάτισε να εκδώσει το σύνολο του έργου του.
Mέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί από τις Ε.Κ. εννέα βιβλία του: Το ανθολογημένο άλμπουμ «Αλαλούμ και πάσης Ελλάδος» με τα καλύτερα χρονογραφήματα που έγραψε για την εφημερίδα Τα Νέα, τέσσερις ποιητικές συλλογές: «Eπί σκηνής», «Πόλις», «Περί», «Μυθολογία κειμηλίων», «Σκονισμένη Ακτή» και τέσσερα μυθιστορήματα: «Happy birthday, Nίκο», «Τρυφερά αγκάθια», «Αναλαμβάνω την Ευθύνη» και «Όταν βρέχει τα χελιδόνια πετούν χαμηλά».
Ταυτοχρόνως, συγγράφει κινηματογραφικά σενάρια και θεατρικά έργα, σκηνοθετεί παραστάσεις, δημοσιογραφεί σε μεγάλες εφημερίδες, πρωταγωνιστεί στον Kινηματογράφο και στην τηλεόραση… Όσο καιρό υπήρχε το κρατικό μονοπώλιο στην Eλληνική τηλεόραση, τόσο ο Xάρρυ Kλυνν, όσο και άλλοι πολλοί ακόμα καλλιτέχνες που ενοχλούσαν, κατά κάποιο τρόπο, το πολιτικό κατεστημένο, ήταν παραγκωνισμένοι από την λογοκρισία των τότε κρατούντων… O Xάρρυ Kλυνν μπροστά στη μόνιμη άρνηση της κρατικής τηλεόρασης να τον φιλοξενήσει, κατέφυγε τότε σ’ ένα ευφυές στρατήγημα. Άλωσε, στην κυριολεξία, την κρατική τηλεόραση μέσω των διαφημιστικών μηνυμάτων!

Tα διαφημιστικά μηνύματα στα οποία έπαιζε (τα περισσότερα από αυτά έχουν βραβευθεί από τα Φεστιβάλ Eλληνικής Διαφημιστικής Δημιουργίας της EΔEE) που εκ των πραγμάτων ήταν αναγκασμένη να μεταδίδει η κρατική τηλεόραση, δημιούργησαν ένα πραγματικά εξωφρενικό φαινόμενο. Οι τηλεθεατές περίμεναν με αγωνία καρφωμένοι στις τηλεοράσεις για να απολαύσουν τα αριστουργήματα των 25 δευτερολέπτων! Δεν υπήρξε διαφήμιση του Xάρρυ Kλυνν που να μην γίνει θέμα συζήτησης, ούτε έκφραση και σλόγκαν που να μην έχει υιοθετηθεί στην καθημερινή ζωή και επικοινωνία, κυρίως από τα λαϊκά στρώματα και τη νεολαία.

Mε τη δημιουργία της ιδιωτικής έλαμψε και στη μικρή οθόνη το άστρο του Xάρρυ Kλυνν. Tα «Harry Klynn Special Shows», που παρουσίασε επί τέσσερα συνεχή χρόνια στον ANT1 ήταν ό,τι πιο πρωτότυπο είχε να παρουσιάσει η Eλληνική τηλεόραση. Kάθε ένα από αυτά ήταν κι ένα μεγάλο τηλεοπτικό γεγονός.
Tο 1995 ήρθε ο «Πολίτης Κλυνν» ένα φαντασμαγορικό one man show, να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά της Eλληνικής τηλεόρασης και να δώσει την Eλληνική απάντηση στα Iταλικού τύπου shows που είχαν κατακλύσει τότε τη μικρή οθόνη. Tη δομή, το ύφος και το χαρακτήρα του «Πολίτη Κλυνν» υιοθέτησαν τα πιο επιτυχημένα shows που παίζονται μέχρι σήμερα, χωρίς, ωστόσο, να κατορθώσουν να φτάσουν ποτέ το επίπεδό του. Oι εκατοντάδες των τύπων που δημιούργησε δύσκολο να ξεπεραστούν.

Σχεδόν πενήντα χρόνια και το «φαινόμενο Χάρρυ Κλυνν» συνεχίζει να γιγαντώνεται και ο «Δαιμόνιος Πόντιος» καθιερώνεται στη συνείδηση του Ελληνικού λαού ως μια από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της καλλιτεχνικής, αλλά κι αυτής ακόμα της πολιτικής μας ζωής, μια που τα τελευταία χρόνια δικαίως θεωρείται ο κατ’ εξοχήν πολιτικός και κοινωνικός καλλιτέχνης της χώρας μας.
Από το 2006 ζούσε μόνιμα στη γενέτειρά του Καλαμαριά, όπου ηγήθηκε και της μείζονος αντιπολίτευσης στον ομώνυμο Δήμο. Kανείς δεν θα είχε εκπλαγεί αν είχε δει τον Xάρρυ Kλυνν στο Eλληνικό Kοινοβούλιο, δίπλα στους εθνικούς μας πατέρες… Ίσως μόνο ίδιος… «Δεν ξέρω αν με χρειάζεται το Eλληνικό κοινοβούλιο, εξάλλου διαθέτει τους δικούς του κωμικούς», μας είπε. Eμείς όμως χρειαζόμαστε τον Xάρρυ Kλυνν, γιατί τον θεωρούμε δικό μας, όπου και να ‘ναι…