Είχε κατέλθει αμφιλύκη… (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)

Ἡ καρδία πάλλει, τὸ πᾶν ἠρεμεῖ. Μὴ φυσᾷς, αὔρα, μὴ μὲ σύρετε, ρεύματα. Περιμένω τὴν τρισολβίαν στιγμήν… Ἔπλευσα, κι ἀπέκαμα, κ᾿ ἐνυκτώθην… Ἰδοὺ τώρα, διέσχισα ἀπὸ γωνίας εἰς γωνίαν, ἀπὸ τὸν κάβον τῆς μεσημβρινῆς ἀκτῆς, ἕως τὰ νῶτα τοῦ χωρίου, ὅλον τὸ μῆκος τοῦ δυτικοῦ κολπίσκου… Ὁ κρότος τῆς κώπης εἰς τὸ κῦμα δὲν ἀκούεται. Νύκτα χωρὶς σελήνην. Σκιὰ ἁπλώνεται κάτω τῆς ἀκτῆς, τῆς ἀνταυγείας τῶν ἀστέρων. Ὅλος ὁ γιαλὸς ροδίζει γύρω. Τὰ κύματα φρικιοῦν ἠρέμα, καὶ τὸ φωσφόρισμά των ἀνταυγάζει ἀποχρώσεις ἐρυθροῦ γαροφάλλου…

Ἔλαβα τὰς κώπας, καὶ ἀπεμακρύνθην τάχιστα ἀπὸ τοὺς βραχώδεις λόφους, ἐφ᾿ ὧν ἐκτείνεται ἀραιὰ ἡ ἄκρα τοῦ χωρίου. Ἐπλησίασα ἀριστερὰ πρὸς τὴν βουνώδη λωρίδα, τὴν κλείουσαν ἀνατολικῶς τὸν λιμένα, κ᾿ ἔβαλα πλώρην πρὸς τὸ ἀκρωτήριον μεσημβρινῶς τῆς λωρίδος αὐτῆς. Ἀντίκρυσα μετ᾿ ὀλίγον ὅλην τὴν πρόσοψιν τῆς πολίχνης, μὲ τοὺς διπλοῦς προβλῆτας πρὸς τὰς δύο ἐσχατιάς, μὲ τὴν βαθεῖαν λάκκαν καταμεσῆς, μὲ τοὺς καταλεύκους οἰκίσκους, καὶ τὰ δύο καμπαναριὰ τῶν δύο κυριωτέρων ναῶν, ἀποτελοῦντα ὅλα ὡραῖον σύνολον…

Ἄφησα δεξιὰ τὸ Δασκαλειό, ἓν σύμπλεγμα χαμηλῶν βράχων ἀποτελοῦν γραφικὴν πολύκολπον νησῖδα (τὸ καλύτερον μέρος διὰ νὰ λούεταί τις) εἰς τὸ κέντρον τοῦ ἀνατολικοῦ ὅρμου. Ὅλα σχεδὸν τ᾿ ἀμπέλια τῆς Μπούτας, κατηφορικά, ἔφθαναν ἕως τὸ κῦμα. Ἐπλησίασα εἰς τὴν μικρὰν ἀγκαλίτσαν τοῦ γιαλοῦ, ἐπήδησα ἔξω, κ᾿ ἔδεσα τὴν μπαρούμα -τὸ σχοινίον τῆς πλώρης- εἰς τὸν λαιμὸν ἑνὸς βράχου… Ἀφοῦ μ᾿ ἐπῆραν τὰ ρέματα, κ᾿ ἐνυκτώθην -εἶχε κατέλθει ἀμφιλύκη, κ᾿ ἐρρόδισε πάλιν εἰς τὴν δύσιν τ᾿ οὐρανοῦ τὰ θεμέλια, ὑψηλὰ ἀπὸ τὰ ἰόχροα ἀκρογιάλια τ᾿ ἀντικρινά… Ἀποκαμωμένος, εἶχα ἐξαπλωθῆ εἰς τὸ πλάτος τῆς πρύμνης, κι ἄφησα τὴν σκάφην νὰ πλέῃ ὅπου θὰ τὴν ὡδήγει ἡ αὔρα ἡ νυκτερινή, ἡ ἀπὸ τῆς ξηρᾶς πνέουσα…

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Τὰ Ρόδιν᾿ ἀκρογιάλια» (1908)

Δεν ξέρω αν υπάρχει ύμνος της γλώσσας μας υψηλότερος από τα κείμενα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ούτε ποιες λέξεις της ανυπέρβλητης και θαυμαστής αυτής γλώσσας αρκούν για να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη και τις τιμές μας στην άγια μνήμη του. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 4 Μαρτίου 1851, στη Σκιάθο. Ο ίδιος σε ένα σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα ιστορεί τη ζωή του:

Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ, τῇ 4 Μαρτίου 1851. Ἐβγήκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α΄ καὶ Β΄ τάξιν. Τὴν Γ΄ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἴτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1872 ὑπῆγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἦλθα εἰς Ἀθήνας καὶ ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ΄ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ὅπου ἤκουα κατ’ ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰς ξένας γλώσσας. Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἶτα ἔγραφα στίχους, καὶ ἐδοκίμαζα νὰ συντάξω κωμῳδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη Ἡ Μετανάστις ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸν Σωτῆρα. Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν εἰς τὸ Μὴ χάνεσαι. Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδας.

Σχολιάστε