Σύναξις της Παναγίας Πορταϊτίσσης

Τρίτη της Διακαινησίμου

«Ξένως ἡμῖν ἧκες εν τῇ Σῇ Εἰκόνι,
Καὶ τῆς ποίμνης Σου πυλωρὸς ὤφθης Κόρη.
Θεοτόκου Πορταϊτίσσης τέρατ’ ἀείδω λιγυρῶς»

Παναγία Πορταΐτισσα, η θαυματουργός εικόνα της Ιεράς Μονής Ιβήρων

Η θαυματουργή Πορταΐτισσα, η εξέχουσα μεταξύ των θεομητορικών εικόνων του Αγίου Όρους, ήταν αρχικά φυλαγμένη, καθώς διασώζει η παράδοση, στη μικρασιατική Νίκαια. Εκεί, μία ευσεβής γυναίκα με τον μοναχογιό της, την είχαν τοποθετήσει μέσα στην ιδιόκτητη εκκλησία τους και την τιμούσαν. Στα χρόνια της δεύτερης εικονομαχίας βασιλικοί κατάσκοποι ανακάλυψαν την εικόνα και απείλησαν τη γυναίκα πως θα τη σκότωναν, αν δεν τους δωροδοκούσε. Εκείνη υποσχέθηκε ότι την επομένη θα τους έδινε τα χρήματα που ζήτησαν. Τη νύχτα εκείνη, αφού προσευχήθηκε μπροστά στην εικόνα, τη σήκωσε με ευλάβεια, κατέβηκε στην παραλία και την έριξε στη θάλασσα λέγοντας: «Δέσποινα Θεοτόκε, εσύ έχεις τη δύναμη και εμάς να διασώσεις από την οργή του Βασιλιά, αλλά και την εικόνα σου από τον καταποντισμό».

Τότε πραγματικά έγινε κάτι θαυμαστό. Η θαυματουργή εικόνα στάθηκε όρθια στα κύματα και κατευθύνθηκε προς τη δύση. Συγκινημένη η γυναίκα από το γεγονός γυρίζει στον γιο της και του λέει: «Εγώ, παιδί μου, για την αγάπη της Παναγίας είμαι έτοιμη να πεθάνω. Εσύ να φύγεις. Να πας στην Ελλάδα». Χωρίς αργοπορία το παιδί της ετοιμάστηκε και ξεκίνησε για τη Θεσσαλονίκη, κι από κει για τον Άθωνα, όπου μόνασε. Ως μοναχός ασκήτεψε στον τόπο, όπου αργότερα ιδρύθηκε η μονή Ιβήρων. Αυτό ήταν οικονομία Θεού, γιατί έτσι πληροφορήθηκαν οι άλλοι μοναχοί το ιστορικό της θαυματουργής εικόνας.

Πέρασε καιρός. Ο μοναχός από τη Νίκαια πέθανε και το μοναστήρι των Ιβήρων ιδρύθηκε και ολοκληρώθηκε. Ήταν βράδυ, όταν οι μοναχοί αντίκρυσαν ένα παράξενο θέαμα: έναν πύρινο στύλο που ξεκινούσε από τη θάλασσα κι έφθανε στον ουρανό. Το όραμα συνεχίστηκε ημέρες και νύχτες. Κατεβαίνουν οι αδελφοί στην παραλία και βλέπουν με θαυμασμό στη βάση του πύρινου στύλου μία εικόνα της Θεοτόκου. Όσο όμως την πλησίαζαν εκείνη απομακρυνόταν. Συγκεντρώθηκαν τότε στην εκκλησία και παρακάλεσαν με δάκρυα τον Κύριο να χαρίσει στο μοναστήρι τους τον ανεκτίμητο αυτό θησαυρό. Κανείς δεν ξέρει πού βρισκόταν η εικόνα κατά τα 170 χρόνια που μεσολάβησαν από το 829 μ.Χ. οπότε έπεσε στη θάλασσα έως το 1004 μ.Χ. οπότε βγήκε στη Μονή Ιβήρων. Μεταξύ των μοναχών υπήρχε ένας ευλαβής ασκητής, που λεγόταν Γαβριήλ. Σε αυτόν παρουσιάστηκε η Παναγία και του είπε: «Να πεις στον ηγούμενο και στους αδελφούς ότι θα σας παραδώσω την εικόνα μου, για να σας προστατεύει. Θα μπεις κατόπιν στη θάλασσα, θα περπατήσεις πάνω στα κύματα, κι έτσι θα καταλάβουν όλοι την εύνοιά μου για το μοναστήρι σας».

Έτσι κι έγινε! Ο π. Γαβριήλ περπάτησε πάνω στη θάλασσα σαν σε στερεά γη, παρέλαβε με ευλάβεια τη θαυματουργή εικόνα και επέστρεψε στην παραλία. Εκεί συγκεντρωμένοι όλοι οι μοναχοί της επεφύλαξαν τιμητική υποδοχή. Ύστερα την παρέλαβαν και την τοποθέτησαν στο Ιερό βήμα του καθολικού. Όταν όμως την επομένη ο εκκλησιαστικός πήγε ν’ ανάψει τα καντήλια, η εικόνα έλειπε. Ερεύνησε παντού και την ανακάλυψε στο τείχος, πάνω από την πύλη της μονής. Την επανέφεραν στο καθολικό, αλλά η εικόνα έφυγε και πάλι. Αυτό επανελήφθη πολλές φορές. Τέλος, η Παναγία παρουσιάστηκε στον γέροντα Γαβριήλ και του είπε: «Να πεις στους αδελφούς να μη μ’ ενοχλούν. Δεν ήρθα εδώ για να φυλάγομαι από σας, αλλά να σας φυλάω. Όσοι ζείτε στο Όρος τούτο ενάρετα, να ελπίζετε στην ευσπλαχνία του Υιού μου. Γιατί, όσο υπάρχει η εικόνα μου μέσα στη μονή σας, η χάρη και το έλεός Του θα σας επισκιάζουν πάντοτε».

Έκτοτε η εικόνα πήρε την ονομασία Πορταΐτισσα επειδή η ίδια η Παναγία ζήτησε να παραμείνει η εικόνα της πάνω από την πόρτα της εισόδου της Μονής Ιβήρων. Η εικόνα, κατά την παράδοση, είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά. Έχει διαστάσεις 137 εκατοστά ύψος και 94 πλάτος, το δε βάρος της είναι 96 κιλά, μαζί με τα αναθήματα που φέρει. Η αυστηρή έκφραση του ιερού προσώπου Της, τονισμένη από την επιβλητική, καθηλωτική ματιά Της, προξενεί το δέος. Λέγεται, μάλιστα, ότι εάν χαθεί η εικόνα από τη θέση της, τότε θ’ αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας. Η Αγία αυτή εικόνα φέρει στο κάτω μέρος της σιαγόνος της Θεοτόκου μία ουλή από το μαχαίρι ενός πειρατή. Από την ουλή αυτή έρευσε αίμα, το οποίο, πηγμένο, διακρίνεται και σήμερα πάνω στην εικόνα.

Ύστερα από αυτό οι μοναχοί έχτισαν παρεκκλήσι κοντά στην πύλη κι εκεί τοποθέτησαν την ιερή εικόνα. Πράγματι η Πορταΐτισσα, καθώς υποσχέθηκε, προστατεύει τη μονή και οικονομεί κάθε της ανάγκη. Η οικονομία της Πορταΐτισσας προς τη μονή φαίνεται και στο ακόλουθο γεγονός: Το 1651 οι 365 Ιβηρίτες μοναχοί δοκίμαζαν οικονομική στενότητα, γι’ αυτό ανέθεσαν στη Θεοτόκο να μεριμνήσει για τη συντήρησή τους. Αμέσως η φιλόστοργη μητέρα έτρεξε για εξεύρεση πόρων με το ακόλουθο χαριτωμένο θαύμα. Εκείνη την περίοδο ήταν βαριά άρρωστη η κόρη του τσάρου της Ρωσίας Αλεξίου Μιχαήλοβιτς. Τα πόδια της ήταν παράλυτα και για τους γιατρούς αθεράπευτα. Τη θλίψη της πριγκίπισσας και των Βασιλέων γονέων της έρχεται τώρα να μεταβάλει σε χαρά η θαυματουργή Πορταΐτισσα. Παρουσιάζεται μια νύχτα στον ύπνο της, κι αφού της έδωσε θάρρος και υποσχέθηκε να τη θεραπεύσει της λέει: «Να πεις στον πατέρα σου να φέρει από τη μονή των Ιβήρων την εικόνα μου την Πορταΐτισσα».

Το πρωί η άρρωστη κόρη διαβίβασε την εντολή και αμέσως ξεκίνησε έκτακτη αποστολή, για να μεταφέρει στους Ιβηρίτες μοναχούς την επιθυμία του τσάρου. Εκείνοι φοβήθηκαν μήπως η εικόνα δεν επιστραφεί και αποφάσισαν να στείλουν ένα πιστό αντίγραφο με τιμητική συνοδεία τεσσάρων ιερομονάχων. Μόλις μαθεύτηκε ο ερχομός της σεπτής εικόνας στη Μόσχα, η πόλη άδειασε. Όλοι, βασιλείς και λαός, έτρεξαν να την προϋπαντήσουν. Στα ανάκτορα όμως η πριγκίπισσα κειτόταν στο κρεβάτι, χωρίς να γνωρίζει τίποτε. Κάποια στιγμή ζήτησε τη μητέρα της και τότε πληροφορήθηκε το μεγάλο γεγονός. «Τι;», φώναξε. «Έρχεται η Παναγία, κι έμενα με άφησαν εδώ;». Πηδά αμέσως από το κρεβάτι, ντύνεται και τρέχει να υποδεχθεί κι εκείνη την Παναγία. Ο κόσμος είδε την παράλυτη πριγκίπισσα να τρέχει και τα έχασε. Η συγκίνηση κορυφώθηκε, όταν από την άλλη μεριά έφθασε η αγία εικόνα και έγινε η τελετή της υποδοχής και της προσκυνήσεως.

«Μεγαλειότατε», είπαν οι απεσταλμένοι, «προσφέρουμε τη σεπτή αυτή εικόνα σαν δώρο στο ευσεβές ρωσικό έθνος». «Σας ευχαριστώ», είπε συγκινημένος ο τσάρος. «Σε ένδειξη της ευγνωμοσύνης μου σας παραχωρώ μία από τις καλύτερες μονές της πρωτεύουσας, τον άγιο Νικόλαο. Επίσης, ετήσιο επίδομα από 2.500 ρούβλια, ατέλεια σε ό,τι εισάγετε και εξάγετε από τη χώρα μου, καθώς και δωρεάν μετακίνηση των απεσταλμένων σας». Το μετόχι αυτό παρέμεινε στην κυριότητα της μονής Ιβήρων μέχρι το 1932 και της εξασφάλιζε τόσες προσόδους, ώστε κάλυπτε όλες σχεδόν τις υλικές της ανάγκες.

Ἀπολυτίκιον (Ἦχος α’ – Τῆς ἐρήμου πολίτης)
Τὴν σεπτήν Σου εἰκόνα Πορταΐτισσα Δέσποινα, ἣ διὰ θαλάσσης ἐπέστη, θαυμαστῶς ἐν τῇ ποίμνῃ Σου, τιμῶμεν ὡς ἁγίασμα σεπτόν, καὶ σκήνωμα τῆς δόξης Σου πιστῶς, ἐξ αὐτῆς γὰρ ἀναβλύζεις τὰς δωρεάς, τοις πόθῳ ἐκοῶσί Σοι· δόξα τοῖς θαυμασίοις Σου Ἁγνή, φόξα τῇ προμηθεία Σου, δόξα τῇ πρὸς ἡμᾶς Σου πλουσίᾳ χρηστότητι.

Κοντάκιον (Ἦχος πλ. δ’ – Τῆ ὑπερμάχῳ)
Ὡς πυλωρὸς καὶ ἀρωγὸς ἡμῶν καὶ ἔφορος, μὴ ἀντανέλῃς ἀφ’ ἡμῶν τὴν Σὴν βοήθειαν, Πορταΐτισσα Παρθένε ἐκδυσωποῦμεν· ἀλλὰ πλήρου τὰς σεπτὰς ἐπαγγελίας Σου, ἃς ἡμῖν εὐηγγελίσω ὡς φιλάγαθος, ἵνα κράζωμεν· Χαῖρε πάντων ἀντίληψις.

Μεγαλυνάριον
Ὤφθης Πορταΐτισσα ἀληθῶς, σκέπη καὶ προστάτις, τῶν φωνούντων ἀπὸ ψυχῆς, Κόρη Παναγία, τὸ μέγα ὄνομά Σου· διὸ τῇ χάριτί Σου πάντες προστρέχομεν.

Ὁ Οἶκος
Ἄγγελοι ἀοράτως, τὴν σεπτήν Σου Εἰκόνα, ἀεὶ ἐν εὐλαβείᾳ κυκλοῦσιν· ἡμεῖς δὲ ὁρατῶς πρὸς αὐτήν, μετὰ δέους προσερχόμενοι Πορταΐτισσα, ὑμνοῦμέν Σου τὰ θαύματα, καὶ πόθῳ Σοι βοῶμεν ταῦτα·
Χαῖρε, δι’ ἧς μονασταὶ σκιρτῶσι· χαῖρε, δι’ ἧς δυσμενεῖς σιγῶσι.
Χαῖρε, παραδόξως ἡμῖν ἡ εἰσπλεύσασα· χαῖρε, πᾶσαν δόσιν πιστοῖς ἡ παρέχουσα,
Χαῖρε, Κόρη Πορταΐτισσα, τῶν Ἰβήρων τῆς Μονῆς· χαῖρε, πρύτανις καὶ ἔφορος, Ἄθωνος ἡ εὐκλεής.
Χαῖρε, ὅτι ἐκτρέπεις καθ’ ἡμῶν πᾶσαν βλάβην· χαῖρε, ὅτι βραβεύεις τοῖς πιστοῖς πᾶσαν χάριν.
Χαῖρε, πηγὴ θαυμάτων ἀείρυτος· χαῖρε, ἐλπὶς ἡμῶν ἀνενδοίαστος.
Χαῖρε, ἡμῶν πυλωρὸς σωτηρίας· χαῖρε, πυρσὸς ἀῤῥαγοῦς προσδοκίας.
Χαῖρε πάντων ἀντίληψις.

Κάθισμα (Ἦχος δ’ – Ὁ ὑψωθείς)
Τῆς θαυμαστῆς Σου καὶ ἁγίας Εἰκόνος, πανηγυρίζοντες τὴν ἔλευσιν Κόρη, δοξολογοῦμεν τὰ πολλά Σου θαύματα· ἐν αὐτῇ γὰρ χαίροντες, ἐδεξάμεθα πίστει, Σὲ τὴν πάντων Ἄνασσαν, καὶ προστάτιδα ὅλων, βασιλικὰς διδοῦσαν δωρεάς, χειρὶ πλουσίᾳ, ἡμῖν Πορταΐτισσα.

Έτερον Κάθισμα (Ἦχος α’ – Τὸν τάφον Σου Σωτήρ) (Μετὰ τὸν Πολυέλεον)
Κατῆρε θαυμαστῶς, ἡ ἁγία Εἰκών Σου, καὶ ἔφθασεν ἡμῖν, ἐκ Νικαίας Παρθένε, κομίζουσα τὰς χάριτας, τῆς σεπτῆς εὐλογίας Σου· ἧς τὴν ἔλευσιν, πανηγυρίζομεν πόθῳ, Πορταΐτισσα, ἐν τῇ παρούσῃ ἡμέρᾳ, Χριστοῦ τῆς ἐγέρσεως.

Άποψη της Ιεράς Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους

Μεγαλυνάρια Παναγίας Πορταΐτισσας

Πρόσδεξαι τους ύμνους Μήτερ Αγνή, ους εν τω Ναώ Σου, Σοι προσφέρομεν ευλαβώς, και δος ημίν χάριν, του προσκυνείν αξίως, την πάνσεπτον Εικόνα Σου Πορταΐτισσα.

Ήκε ξενοτρόπως η ση Εικών, εν τω Όρει Άθω, και εδόθη ως θησαυρός, τη Μονή Ιβήρων, Αγνή θεογεννήτορ· διο υμνολογούμεν τα σα θαυμάσια.

Χαίρε των Αγγέλων η χαρμονή, και Μονής Ιβήρων, Πορταΐτισσα αρωγή, και παντός του κόσμου εξαίρετος Προστάτις, και κηδεμών και σκέπη Θεογεννήτρια.

Στήλη θεοτύπωτος εμφανής, της περί ημάς σου, προστασίας η ση Εικών, πέλει Θεοτόκε· διο άπας ο Άθως και μεγαλύνει σε Πορταΐτισσα.

Σκέπε την Μονήν σου πάσης οργής, και βλάβης Παρθένε, και μανίας του δυσμενούς, και εν ώρα δίκης, ημάς ακατακρίτους, φύλαξον Θεοτόκε τους πεποιθότας σοι.

Τους του Όρους Άθω Καθηγητάς, Μοναστάς Μιγάδας, Ιεράρχας και Αθλητάς, Ομολογητάς τε, Ποιμένας και Οσίους, των Μοναστών τα πλήθη, ύμνοις τιμήσωμεν.

Πηγές: askitikon.eu, monastiriaka.gr, saint.gr, imiviron.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s