Φώκαια, το γλυκό φως της Ιωνίας

Το φιλμ ντοκιμαντέρ «Γεγονότα στη Φώκαια 1914» αποτελεί ένα σπάνιο, συγκλονιστικό ντοκουμέντο για την καταστροφή της Φώκαιας της Μικράς Ασίας, στις 12-13 Ιουνίου 1914, όπως την κατέγραψε ο Γάλλος αρχαιολόγος Félix Sartiaux (Φελίξ Σαρτιώ).

Η Παλαιά Φώκαια της Μικράς Ασίας στις αρχές του 20ού αιώνα

Πολύ πριν το 1922, οι κάτοικοι της Παλαιάς Φώκαιας στη Μικρά Ασία είχαν υποστεί έναν ανάλογο διωγμό, τον οποίο καταγράφει το ντοκιμαντέρ της Ανιές Σκλάβου και του Στέλιου Τατάκη. Τον Ιούνιο του 1914, στην Παλαιά και Νέα Φώκαια, έλαβαν χώρα μια σειρά από εξ ίσου τραγικά γεγονότα, τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως προπομπός όσων ακολούθησαν στη Σμύρνη. Βρισκόμαστε δύο μήνες πριν την κήρυξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου σε μία πολιτικά και διπλωματικά ταραγμένη περίοδο της ιστορίας, όταν επιθέσεις ατάκτων τουρκικών ομάδων σκορπούν αποτρόπαια τον θάνατο και με συστηματικούς διωγμούς εξαναγκάζουν βίαια τον Ελληνικό πληθυσμό της Φώκαιας να εγκαταλείψει τις εστίες και τις περιουσίες του.

Την ίδια περίοδο, στην περιοχή βρίσκεται ο Φελίξ Σαρτιώ (Félix Sartiaux), Γάλλος ερασιτέχνης αρχαιολόγος, ο οποίος πραγματοποιεί ανασκαφές στην Παλαιά Φώκαια, αναζητώντας την αρχαία μητρόπολη της Μασσαλίας. Ο ίδιος και οι συνεργάτες του, όχι απλά γίνονται μάρτυρες της απρόκλητης επίθεσης, αλλά με κίνδυνο της ζωής τους καταφέρνουν να σώσουν και να φυγαδεύσουν πολλούς Έλληνες. Ο Φελίξ Σαρτιώ καταγράφει βήμα – βήμα το 24ωρο του διωγμού, φωτογραφίζει, συγκεντρώνει μαρτυρίες ξένων από άλλες πόλεις και χωριά και κάνει αναφορά σε όλες τις ξένες δυνάμεις της εποχής, ζητώντας βοήθεια και δικαίωση. Φοβόταν πως αυτό το γεγονός θα αποσιωπηθεί, υπό το βάρος των κοσμοϊστορικών εξελίξεων που ακολούθησαν.

Φελίξ Σαρτιώ (Félix Sartiaux, 1876-1944)
Γάλος μηχανικός και αρχαιολόγος, ο πρώτος που
οργάνωσε αρχαιολογικές ανασκαφές
στη Φώκαια της Μικράς Ασίας

Η 12η Ιουνίου είναι η ημέρα, κατά την οποία άρχισαν οι σφαγές στη Φώκαια της Μικράς Ασίας, για να ξεριζωθεί όλο το ελληνικό – χριστιανικό στοιχείο από τις πατρογονικές του εστίες. Η Γενοκτονία εφαρμόσθηκε σε όλα τα παράλια της Ιωνίας. Είχε έρθει η σειρά της Φώκαιας να πληρώσει το δικό της «μερίδιο» στη δημιουργία του τουρκικού κράτους. Όπως έγραφε ο ίδιος ο Σαρτιώ στο βιβλίο του «Le sac de Phocée et l’ expulsion des Grecs ottomans d’ Asie – Mineure»: «Μπορούμε άραγε να ελπίζουμε ότι η Ευρώπη θα ενδιαφερθεί για την τύχη του δύστυχου αυτού πληθυσμού της Μικράς Ασίας, που τα δικαιώματά του στη χώρα και οι παλιές παραδόσεις μετρούν δυστυχώς ελάχιστα, προκειμένου να αντιμετωπιστούν με καλοσύνη και έλεος, μπροστά στα μεγάλα συμφέροντα που διαιρούν τις Δυνάμεις;».

Η Ιστορία δυστυχώς απέδειξε πως οι φόβοι του Σαρτιώ ήταν βάσιμοι, καθώς αυτός ο πρώτος διωγμός των Ελλήνων από τα παράλια της Μικράς Ασίας παρέμεινε, σχεδόν επί 100 χρόνια, ένα γεγονός άγνωστο στους περισσοτέρους από εμάς. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, η μετέπειτα εκστρατεία του ελληνικού στρατού και η καταστροφή της Σμύρνης το 1922, οδήγησαν στη λήθη τον αφανισμό του ελληνικού στοιχείου το 1914 από την περιοχή των αρχαίων Ιωνικών αποικιών.

Η μαρτυρία του Φελίξ Σαρτιώ και οι επίπονες προσπάθειές του να συγκινήσει την Ευρώπη, έρχονται ξανά στην επιφάνεια με την ανακάλυψη του ξεχασμένου φωτογραφικού του αρχείου στο Παρίσι, το 2005, από τον ιστορικό φωτογραφίας Χάρη Γιακουμή.

Σήμερα, εκατό και πλέον χρόνια μετά από εκείνον τον διωγμό, οι γραπτές μνήμες και οι φωτογραφίες του Φελίξ Σαρτιώ μέσα από την έρευνα του Χάρη Γιακουμή έρχονται και πάλι στην επιφάνεια μέσα από το ντοκιμαντέρ των Ανιές Σκλάβου και Στέλιου Τατάκη, με τη συμβολή του Χ. Γιακουμή, των εκδόσεων Kallimages, της ανιψιάς και κληρονόμου του Σαρτιώ, Ζανίς Σιεπκά και του Γάλλου ιστορικού Αντουάν Χερμανί, αλλά και με τις μνήμες απογόνων των προσφύγων στην Ελλάδα καθώς και Ελλήνων και Γάλλων ιστορικών.

Το φιλμ εξετάζει το συνολικό πλαίσιο των γεγονότων, ξεκινώντας από την Αρχαία Φώκαια και την ίδρυση των αποικιών στο γαλλικό έδαφος, των οποίων οι δεσμοί με τη Μικρά Ασία οδήγησαν τον Σαρτιώ ως εκεί. Μιλά επίσης για τον ίδιο τον Σαρτιώ και το έργο του, αλλά και για τη σημαντική ανακάλυψη του αρχείου του από τον Χάρη Γιακουμή. Και φυσικά εξιστορεί μέσα από αρχειακό υλικό και μαρτυρίες τα ίδια τα γεγονότα, εξετάζει την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της Τουρκίας την περίοδο εκείνη και ακολουθεί τη διαδρομή των προσφύγων στα μέρη της Ελλάδας, στα οποία βρήκαν καταφύγιο.

Ιστορία

Η Φώκαια είναι παράλια πόλη και λιμάνι της Μ. Ασίας. Ιδρύθηκε περί τον 8ο π.Χ. αιώνα, ίσως και παλαιότερα, στην περιοχή όπου νωρίτερα κατοικούσαν Αιολείς από την Κύμη. Έτσι αποτελεί την αρχή της Ιωνίας και το τέλος της Αιολίδας. Η κύρια ασχολία των κατοίκων της ήταν η ναυτιλία και το εμπόριο. Η Φώκαια ήταν απ’ τις πιο μικρές πόλεις της Ιωνίας, αλλά κι η πιο δραστήρια στο εμπόριο και τον αποικισμό. Όταν στο τέλος του 7ου αιώνα παρουσιάστηκε ανάγκη να δημιουργήσει νέες αποικίες, βρήκε πιασμένες από άλλους τις πιο κατάλληλες, κοντινές περιοχές και έτσι, αφού ίδρυσε το 654 π.Χ. τη Λάμψακο στον Ελλήσποντο, στράφηκε μόνη αυτή από όλες τις άλλες Ιωνικές πόλεις προς τη Δυτική Μεσόγειο (Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία) και ίδρυσε εκεί ονομαστές αποικίες.

Οι Φωκαείς θαλασσοπόροι έφθασαν στην Ταρτησσό, πόλη της Ν.Δ. Ισπανίας, το 620 π.Χ. και δημιούργησαν εμπορικές γραμμές μεταφοράς των μεταλλευμάτων, που παράγονταν εκεί (χαλκό, άργυρο, κασσίτερο κ.ά.). Πρώτοι οι Φωκαείς χρησιμοποίησαν τις «Πεντηκοντόρους», πλοία ευκίνητα και εξοπλισμένα κατάλληλα για μακρινά και επικίνδυνα ταξίδια. Έτσι σιγά – σιγά έγιναν κύριοι της Μεσογείου και επειδή τα ταξίδια ήταν μακρινά, ίδρυσαν σε διάφορα σημεία σταθμούς ανεφοδιασμού και επισκευής πλοίων, που μερικοί απ’ αυτούς εξελίχθηκαν σε αποικίες κατά μήκος της Ιβηρικής  χερσονήσου.

Η Φώκαια σε παλαιά φωτογραφία

Ο Ηρόδοτος αναφέρει χαρακτηριστικά (Α, 63): «Οἱ δὲ Φωκαεὶς οὓτοι, ναυτιλίηση μακρήσι πρῶτοι τῶν Ἑλλήνων ἐχρήσαντο, καὶ τὴν τε Ἀδρίην, καὶ τὴν Τυρσήνη καὶ τὴν Ἰβηρίαν καὶ τὸν Ταρτησσὸν οὓτοι εἰσὶ οἱ καταδέξαντες» («Οι Φωκαείς πρώτοι από τους Έλληνες χρησιμοποίησαν την ναυτιλία για μακρινά ταξίδια και έφτασαν ως τις ακτές της Αδριατικής και της Τυρρηνικής θάλασσας και ως την Ιβηρική χερσόνησο»)!.

Τέτοιες αποικίες, που ιδρύθηκαν γύρω στο 600 π.Χ. ήταν το Ημεροσκόπιο, το Εμπόριο και η Μαινάκη, η οποία βρισκόταν κοντά στις Ηράκλειες στήλες και στις εκβολές του ποταμού Γκουανταλκιβίρ, εκεί περίπου, όπου βρίσκεται σήμερα η Μάλαγα, παρ’ όλο που την περιοχή τη θεωρούσαν τότε οι ντόπιοι απαγορευμένη από τους Θεούς. Παρόμοιες αποικίες βρίσκονταν και στις ακτές του Ατλαντικού μέχρι τα Γάδειρα. Ίσως και μερικές εγκαταστάσεις που βρέθηκαν στις Βαλεαρίδες να δημιουργήθηκαν από Φωκαείς.

Το 600 π.Χ. οι αρχαίοι Φωκαείς ίδρυσαν, κατά τον Στράβωνα, στις ακτές της Γαλατείας, στα νότια παράλια της Γαλλίας, στις εκβολές του Ροδανού ποταμού, την  πιο  σπουδαία αποικία τους, τη Μασσαλία. Για τη Μασσαλία μια παράδοση λέει, ότι την ημέρα που έφθασαν οι Φωκαείς, ο τοπικός βασιλιάς πάντρευε την κόρη του και κάλεσε στον γάμο και τους ξένους. Επειδή ήταν συνήθεια του τόπου να διαλέγει η νύφη τον γαμπρό στο τέλος του συμποσίου, η πριγκιποπούλα προσέφερε το γαμήλιο κύπελλό της στον αρχηγό των Φωκαέων, σημάδι ότι προτιμούσε αυτόν για σύζυγό της. Έτσι δημιουργήθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, η Μασσαλία και αυτό διδασκόταν στα ελληνόφωνα σχολεία της Φώκαιας για την ιστορία της.

Πανοραμική άποψη της πόλης της Παλαιάς
Φώκαιας από το ύψωμα Γραίας ο σωρός, 1913

Από τη Μασσαλία οι Φωκαείς διοχέτευαν στο εσωτερικό της χώρας τα ελληνικά εμπορεύματα και φαίνεται ακόμη ότι οι ντόπιοι κάτοικοι διδάχτηκαν την καλλιέργεια της ελιάς και του αμπελιού από αυτούς. Στη Μασσαλία ξεχώρισε η μορφή του Ευθυμένη και του Πυθέα, ο πρώτος εκ των οποίων ταξίδεψε ως τη Λιβύη και ο δεύτερος στο ταξίδι του προς τις βορειοδυτικές ακτές της Ευρώπης, που διήρκεσε 50 χρόνια, έφτασε ως τη Γροιλανδία και τον Βόρειο Πόλο και απέδειξε ότι η Βρετανία είναι νήσος. Οι Μασσαλιώτες έχτισαν τη Νίκαια (Nice), την Αντίπολη (σημερινή Αντίμπ – Antipes), την Ιεράπολη (Ιέρ), την Αγαθή Ροήν και τον Μονάκου Λιμένα (Μονακό – Monacco). Από τη Μασσαλία εκπολιτίσθηκε η υπόλοιπη Γαλλία και άλλες γειτονικές χώρες.

Σήμερα, στο Δημαρχείο της Μασσαλίας βρίσκεται ένα μαρμάρινο αντίγραφο ενός ανάγλυφου πετεινού, του «Πετεινού της Νίκης» (που βρέθηκε στη Φώκαια), δώρο των Φωκαέων προς τους Μασσαλιώτες. Ακόμη εκεί υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα αφιερωμένη στην πανάρχαια «μητέρα» πατρίδα και στους τολμηρούς Φωκαείς θαλασσοπόρους, που την ίδρυσαν. Η περίοδος ακμής της Φώκαιας κράτησε πάνω από τετρακόσια χρόνια, ενώ η πόλη έκοψε και δικό της χρυσό νόμισμα, τον «Φωκαϊκό Στατήρα», δείγμα της οικονομικής και πολιτικής ισχύος της.

Μετά το 560 π.Χ. οι Φωκαείς ίδρυσαν στην Κορσική την Αλαρία ή Αλερία, την Κάλιαρι και την Ολβία στη Σαρδηνία. Επίσης αποικίες των Φωκαέων ήταν το Ρήγιο και η Ελέα (ή Υέλη) στη νότια Ιταλία. Το οικονομικό, πνευματικό, επιστημονικό και πολιτιστικό θαύμα της ιωνικής δωδεκάπολης (συμπεριλαμβανομένης της Φώκαιας), μεταλαμπαδεύτηκε βαθμηδόν στην ηπειρωτική Ελλάδα και μετέπειτα σε όλο τον δυτικό κόσμο, καθορίζοντας ολόκληρο το οικοδόμημα που σήμερα αποκαλούμε «δυτικό πολιτισμό».

Το 1250 μ.Χ. ιδρύθηκε η Νέα Φώκαια από κατοίκους της Παλαιάς Φώκαιας, για την καλύτερη εκμετάλλευση των ορυχείων στύψης, ουσίας απαραίτητης την εποχή εκείνη για τη βαφή υφασμάτων. Η Νέα Φώκαια τοποθετείται λίγο βορειότερα της Παλαιάς, χτισμένη σε μια μικρή πεδιάδα με κήπους, αμπέλια, ελαιώνες και έναν μικρό υπήνεμο όρμο.

Ο λιμένας της Φώκαιας της Ιωνίας

Μετά την κατάληψή της από τους Οθωμανούς, το 1455 μ.Χ. και τις καταστροφές που υπέστη, η Φώκαια δεν μπόρεσε να ανακτήσει την παλαιά εμπορική της ισχύ. Στην ελληνική επανάσταση του 1821 οι κόλποι της Παλαιάς και της Νέας Φώκαιας χρησίμευσαν ως ορμητήρια στα ψαριανά καράβια στον αγώνα τους για την απελευθέρωση της Ελλάδας.

Στην απογραφή του 1904 οι κάτοικοι της Παλαιάς Φώκαιας υπολογίσθηκαν σε 7.704, από τους οποίους 6.300 ήταν Έλληνες. Τον Ιούνιο του 1914 (τέλη Μαΐου με το παλαιό ημερολόγιο), ξέσπασε ο «πρώτος διωγμός» εναντίον των Ελλήνων, σε εφαρμογή ενός ευρύτερου σχεδίου απομάκρυνσής τους από τα παράλια της Μικράς Ασίας.

Όσοι κατόρθωσαν να γλιτώσουν κατέφυγαν στη Μυτιλήνη, όπου εγκαταστάθηκαν πρόχειρα σε πόλεις και χωριά, σε εκκλησίες, εργοστάσια και σχολεία, περνώντας κάτω από αντίξοες συνθήκες πέντε χρόνια προσφυγιάς. Το 1919, όταν ο Ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στη Σμύρνη, οι περισσότεροι από τους Φωκιανούς πρόσφυγες του πρώτου διωγμού επέστρεψαν στην πατρίδα τους. Τους περίμενε ωστόσο σκληρή δουλειά, αφού έπρεπε να τακτοποιήσουν τα εγκαταλειμμένα κτήματά τους και να επιδιορθώσουν τα κατεστραμμένα από τις λεηλασίες σπίτια και τα καταστήματά τους.

Μετά όμως την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, τον Αύγουστο του 1922 και την καταστροφή που επακολούθησε, όσοι σώθηκαν μεταφέρθηκαν εκ νέου στα απέναντι ελληνικά νησιά ή στην ηπειρωτική Ελλάδα. Έτσι, το ελληνικό στοιχείο που ουσιαστικά δημιούργησε τις πόλεις της Παλαιάς και Νέας Φώκαιας εγκατέλειψε οριστικά τη μικρασιατική γη των προγόνων του, δημιουργώντας σε πολλά μέρη της Ελλάδας νέες πόλεις και χωριά.

Η ονομασία Παλαιά Φώκαια και Νέα Φώκαια αναβιώνει σε δύο από αυτές τις εγκαταστάσεις, στην Αττική (Ανάβυσσος) και στη Χαλκιδική, αντίστοιχα. Ένα μικρό μεν, αλλά συμπαγές κομμάτι από Φωκιανούς πρόσφυγες εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη, στην περιοχή της Σκάλας Λουτρών, όπου το 1931 δημιουργήθηκε ο προσφυγικός Συνοικισμός τους, το μεγαλύτερο ποσοστό του οποίου έλκει την καταγωγή του από την Παλαιά και Νέα Φώκαια της Μικράς Ασίας.

Οι σφαγές κατά τον πρώτο διωγμό από έναν αυτόπτη μάρτυρα

Ο Φελίξ Σαρτιώ (Félix Sartiaux, 1876-1944) υπήρξε Γάλλος μηχανικός, απόφοιτος της Πολυτεχνικής Σχολής και διευθυντής εκμετάλλευσης στους Σιδηροδρόμους του Βορρά. Καθώς ενδιαφερόταν και για την αρχαιολογία, κατέγραψε με την πέννα του και με τη φωτογραφική του μηχανή όχι μόνο τα αρχαία της πόλης, αλλά και τη σφαγή των κατοίκων της και την καταστροφή που προκλήθηκε. Σε αυτόν χρωστούμε πάρα πολλά για τη διάσωση της μνήμης των Ελλήνων της Φώκαιας και του εγκλήματος που διέπραξαν τα «τάγματα εφόδου» των Νεοτούρκων εναντίον τους. Οι περιγραφές και οι φωτογραφίες – ντοκουμέντα του προέρχονται από το επί 90(!) χρόνια χαμένο αρχείο του.

Οι Έλληνες εγκαταλείπουν τη Φώκαια
(12-13 Ιουνίου 1914) (φωτ. αρχείο Félix Sartiaux)

Γράφει λοιπόν ο Φελίξ Σαρτιώ: «Στη Φώκαια, μικρή κοινότητα υπό ανάπτυξη, της οποίας η πρόοδος καθυστέρησε εξ αιτίας της έλξης που ασκούσε το μεγάλο γειτονικό κέντρο της Σμύρνης, ο διευθυντής του σχολείου Πέτρος Μιχαηλίδης αντάμειβε τους μαθητές, όταν ήταν φρόνιμοι, διηγούμενος σε αυτούς  χαμηλόφωνα και με όλες τις πόρτες κλειστές την ιστορία του Μπότσαρη, του Κανάρη και άλλων ηρώων της Ελληνικής Επανάστασης. Επίσης δημοσίευε ένα μικρό τόμο, όπου διηγείτο την ιστορία της πόλης από τις αρχές της, τον 8ο π.Χ. αιώνα και έφερνε στο φως, για να στεριώσει τις παραδόσεις και για να φλογίσει τα πνεύματα, την περασμένη δόξα. Το έργο του τελειώνει με ένα κεφάλαιο όπου εξηγεί γιατί και πώς πρέπει να αγαπάς την πατρίδα σου κι αυτή η πατρίδα είναι η Ελλάδα, όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς …». 

Στη συνέχεια περιγράφει πώς οι Τούρκοι έσφαξαν τους Έλληνες κατοίκους στην Παλαιά Φώκαια:

«Αφού είχα μείνει στην Παλαιά Φώκαια τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 1913, εγκαταστάθηκα ξανά εκεί στις 26 Μαΐου του 1914. Ειρηνική κι ευτυχισμένη ανθούσε η ζωή. Έλληνες και Τούρκοι Οθωμανοί συνεννοούνταν άριστα. Καμιά πρόκληση, καμία κακοποίηση. Στις 12 Ιουνίου 1914,  στις 10 το πρωί, ενώ συμπλήρωνα, καθισμένος στο παράθυρό μου, το ημερολόγιο ανασκαφής, ακούω φωνές. Βλέπω στην αμμουδιά ανθρώπους να τρέχουν ποταμηδόν προς τα καΐκια που ήταν δεμένα στο λιμάνι και να σηκώνουν πανιά. Ξαφνικά εκδηλώνεται τρομερός πανικός. Μια λέξη κυκλοφόρησε από στόμα σε στόμα: “Έρχονται!”.. Φωνές και ξέφρενη φυγή. Οι άνθρωποι τρέχουν να κρυφτούν μέσα στα σπίτια και κλειδαμπαρώνονται.

Λίγες στιγμές μετά ο δρόμος είναι έρημος… Δέχομαι τότε την επίσκεψη ενός προκρίτου της πόλης, ανθρώπου από τους πιο αξιοσέβαστους και αγαπητούς στη μικρή μας παροικία. Έρχεται να μου αποκαλύψει πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση. Δύο Τούρκοι αγγελιοφόροι είχαν φτάσει στη Φώκαια την Τετάρτη 10 Ιουνίου, στις τέσσερις το απόγευμα, ο διοικητής της χωροφυλακής της Μαινεμένης και ένας παλαιός μουφτής (μουσουλμάνος ιερέας) της Φώκαιας. Έγινε σύσκεψη στου μουλαζίμη (αξιωματικός της αστυνομίας), στην οποία συμμετείχαν ο καϊμακάμης (Κυβερνήτης της περιοχής), οι μουδίρηδες (διευθυντές) του δημόσιου χρέους και της Ρεζί, του μονοπωλίου καπνού, ο επικεφαλής του δήμου, οι μουχτάρηδες (κοινοτάρχες) και οι βασικοί μουσουλμάνοι προεστοί. Το μυστικό το μαρτύρησαν δύο Τούρκοι, που μου αποκάλυψε τα ονόματά τους. Όλοι αυτοί είχαν συγκεντρωθεί, του είπαν, προκειμένου να αποφασίσουν τι επιμέρους μέτρα θα πάρουν για να εφαρμόσουν τις διαταγές, τις οποίες είχε σχεδιάσει τρεις βδομάδες πριν η Αυτού Εξοχότης ο Ραχμί μπέης, ο γενικός κυβερνήτης στο βιλαέτι, περιοδεύοντας στις πόλεις και τα χωριά της περιφέρειάς του. Από όπου πέρασε, χύθηκε αίμα, ή όπου να ‘ναι θα χυθεί και οι φλόγες θα υψωθούν…

Έλληνες της Φώκαιας επιβιβάζονται σε πλοιάρια
με προορισμό τη Θεσσαλονίκη ή τη Μυτιλήνη
(Σάββατο, 13 Ιουνίου 1914) (φωτ. αρχείο Félix Sartiaux)

Στις 11 του μηνός τα γύρω ελληνικά χωριά, το Γκερένκιοϊ, τα Σουβουτζούκια, το Βαγαράσι, τη Βάρη, έχει σχεδιαστεί να δεχτούν επίθεση. Η Νέα Φώκαια, μικρή πόλη των 7.500 κατοίκων, εκ των οποίων 6.500 Έλληνες, σε απόσταση 3,5 ωρών προς βορρά της Παλαιάς, θα δεχόταν επίθεση τη νύχτα μεταξύ 11ης και 12ης Ιουνίου. Καταλαβαίνω πλέον ότι η πομπή των άμοιρων εκτοπισμένων, που είχα δει την προηγουμέενη, είναι απλώς το αποτέλεσμα της εφαρμογής ενός πολύ ευρύτερου προγράμματος, το οποίο είχε εκτελεστεί πιστά την καθορισμένη ημερομηνία. Κάποιοι πρόσφυγες από τη Νέα Φώκαια, που έκοψαν μέσα από το βουνό και καταφθάνουν σιγά – σιγά, επιβεβαιώνουν ότι και εκεί η επίθεση έγινε την καθορισμένη ώρα.

Είμαστε απομονωμένοι και γύρω μας επικρατεί παντού η καταστροφή και ο θάνατος… Η πόλη μένει ανυπεράσπιστη. Τα μπουλούκια θα ξεχυθούν όπου να ‘ναι από τους γύρω λόφους. Ενόσω ένα απόσπασμα θα προσπαθεί να σταματήσει μερικούς, οι άλλοι θα μπουν στα σπίτια και θα σφάξουν τα γυναικόπαιδα. Δεν πρόκειται για κίνημα εξέγερσης ή για τοπικό ξέσπασμα θρησκευτικού φανατισμού, αλλά για εκτέλεση διαταγών που έδωσε η Κυβέρνηση… Έξω, στην τόσο καθάρια συνήθως και τόσο γαλήνια νύχτα, αντηχεί ο ορυμαγδός του τρόμου και της σφαγής… Ουρλιαχτά ακούγονται, αλαλιασμένα πλάσματα φεύγουν τρέχοντας, με τα ρούχα σκισμένα και το πρόσωπο ματωμένο, ενώ οι πληγωμένοι σέρνονται στο κατώφλι…

Ένας φίλος μας, ο Παναγιώτης Παναγιωτάκου, είναι σπίτι του, πολύ κοντά μας, μαζί με την αδελφή και την κόρη του. Σαρικοφόροι Τούρκοι εισβάλλουν. Βλέπω την ψιλή κορμοστασιά του να ορθώνεται μπροστά στις δυο γυναίκες. Ανοίγει την αγκαλιά του για να τις προστατεύσει. Του ρίχνουν στην κοιλιά κι αρχίζει να παραπαίει, πηγαίνει προς τη θάλασσα. Δεν έχει προλάβει να κάνει λίγα βήματα και δεύτερος πυροβολισμός στην πλάτη τον ξαπλώνει καταγής. Η αδελφή του το βάζει στα πόδια, την παίρνουν στο κατόπι, την πνίγουν στη θάλασσα. Η κόρη του τρέχει προς εμάς, ουρλιάζοντας τρομαγμένη. Την κρύβουμε σε ένα από τα σπίτια μας. Επικρατεί τέτοιος πανικός που μια άλλη γυναίκα πνίγεται μπροστά στα μάτια μας, σε ένα σημείο της ακτής όπου το νερό δεν ξεπερνάει τους 60 πόντους…

Στον Μικρό Γυαλό το σώμα νεαρής γυναίκας που πνίγηκε. Στο βάθος διακρίνονται έφιπποι Τσέτες να μπαίνουν στην πόλη από τη βόρεια πλευρά (Σάββατο, 13 Ιουνίου 1914) (φωτ. αρχείο Félix Sartiaux)

Σύντομα καταφέρνω να ελέγξω τη συγκίνησή μου και παρατηρώ αυτούς που μας επιτίθενται. Πολλοί με πλησιάζουν και μου απλώνουν το χέρι. Αναγνωρίζω μερικούς… Είναι όλοι τους χωρικοί από τα γύρω τούρκικα χωριά, το Ουλουμπουνάρ, το Κοζμπεαλί, το Ισικκιεβέ, το Γενίκιοϊ… Δεν είναι ούτε έποικοι από τη Μακεδονία ούτε επαγγελματίες ληστές, είναι ο συνήθως τόσο πράος, ειρηνικός και τίμιος πληθυσμός, με ηρεμία και γλύκα παροιμιώδη… Είναι προφανές πως δεν ενεργούν αυτοβούλως. Μας το λένε οι ίδιοι: “Λάβαμε διαταγές και τις εκτελούμε, άλλωστε αυτό είναι το δίκαιο”. Λεηλατούν, πυρπολούν, σκοτώνουν ψυχρά, χωρίς μίσος, κατά μία έννοια μεθοδικά.

Επικεφαλής τους είναι δύο άνδρες που πολλοί τους γνωρίζουν στην περιοχή ως ενεργά μέλη του τοπικού κομιτάτου “Ένωση και Πρόοδος”.  Εφαρμόζουν ένα πρόγραμμα, που τους έχουν σχεδιάσει στο όνομα των υπέρτερων συμφερόντων της αυτοκρατορίας και της θρησκείας. Η λεηλασία, η προσωπική εκδίκηση, ο βιασμός είναι ο μισθός τους… Τα όπλα που βαστούν είναι του κράτους. Ολόκληρη η ακτή, από το Ισμίτ (Νικομήδεια), ανατολικά της θάλασσας του Μαρμαρά, μέχρι τον Τσεσμέ, νότια της Σμύρνης, έχει υποστεί παρόμοιες καταστροφές… 

Μια γυναίκα, μας την κουβάλησαν ετοιμοθάνατη, την είχαν βιάσει δεκαεπτά Τούρκοι… Μας βεβαιώνουν ότι οι άθλιοι πήραν μαζί τους στα βουνά πολλές νεαρές κόρες, αφού πρώτα σκότωσαν μπροστά στα μάτια τους τη μάννα και τον πατέρα τους. Καθώς έγραψε ο συνεργάτης μου ο Μανσιέ, εδώ έχουμε όλα τα χαρακτηριστικά μιας δήωσης πόλεως, όπως διεξαγόταν στους πιο βάρβαρους καιρούς: κλοπές, λεηλασία, πυρπόληση, θάνατοι, βιασμοί… Δεν αποκαλύπτουμε σε μια μητέρα ότι τα δύο μωρά της σκοτώθηκαν… Στα σπίτια που εκκενώθηκαν (περίπου 1.200 ανήκουν στους εκδιωχθέντες) οι άρπαγες συνεχίζουν το έργο τους. Ο βασικός στόχος είναι να αρπάξουν πρώτα από όλα χρήματα και κοσμήματα. Αργότερα, όταν η πόλη θα έχει πια ερημωθεί, θα έχουν άφθονο χρόνο να τα ιδιοποιηθούν… Το πρώτιστο είναι να μην φύγουν μαζί με τους φυγάδες τα μετρητά και τα πολύτιμα αντικείμενα. Τέτοιες εντολές έχουν δοθεί και εκτελούνταν μεθοδικά…

Τσέτες φορτωμένοι λάφυρα στην παραλία της Παλαιάς Φώκαιας.
Σε πρώτο πλάνο ένας έφιππος Τσέτης σεργιανίζει περήφανος με δυο ομπρέλες..
Πίσω του, Έλληνες κάτοικοι καλούν απεγνωσμένα τα πλοιάρια
για να προσεγγίσουν (12-13 Ιουνίου 1914) (φωτ. αρχείο Félix Sartiaux)

Τις αρχειοθήκες όμως, τους πάγκους, τα έπιπλα που χρειάζονται για να ξαναρχίσει το εμπόριο τα σεβάστηκαν. Και στην περίπτωση αυτή έχουν δοθεί οδηγίες. Η μέθοδος είναι εντυπωσιακή: Τα σπίτια πρέπει να ξανακατοικηθούν, σύμφωνα με τη δεύτερη πράξη του όλου προγράμματος. Ό,τι δεν μεταφέρεται, αλλά και τα αγαθά, πρέπει να μοιραστούν κανονικά στους Τούρκους εποίκους, που σύντομα θα καταφθάσουν από την Ευρώπη, αλλά και στους εκτελεστές μα και στους σχεδιαστές της όλης επιχείρησης… Στις εκκλησίες στόχος των βανδαλισμών ήταν τα μισητά λειτουργικά σκεύη και οι εικόνες και το θρησκευτικό μίσος ικανοποιήθηκε εν μέρει…

Στις επτά το βράδυ όλα έχουν τελειώσει… Η επιχείρηση κράτησε μετά βίας είκοσι τέσσερις ώρες. Ούτε καν ένας Τούρκος πληγωμένος. Όλα έγιναν αριστοτεχνικά. Οι νέοι αυτοί βάρβαροι δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τους προγόνους τους, τις οθωμανικές ορδές, που ρήμαζαν κατά τον Μεσαίωνα τις ακτές και τα νησιά… Ξαφνικά διακρίνω ένα πλεούμενο να μπαίνει στο λιμάνι: Στρατός έχει σταλεί από τη Σμύρνη… Είχαμε λοιπόν δίκιο χτες που αποφασίσαμε να μην προβάλουμε την παραμικρή αντίσταση: Θα μας είχαν σφάξει όλους. Η πόλη (7.000 Έλληνες) έχει αδειάσει. Δεν υπάρχει πια ούτε ένας Έλληνας υπήκοος στη Φώκαια.

Η Πολιτική των Νεοτούρκων άρχισε να αποκαλύπτει το πραγματικό της πρόσωπο με την εξαναγκαστική εγκατάσταση στη Μακεδονία Τούρκων χωρικών από τη Σερβία και τη Βοσνία. Από το 1912 τα πλοία υπό ελληνική σημαία αποκλείσθηκαν από τα οθωμανικά λιμάνια. Επίσης απαγορεύθηκε στους ιθαγενείς Μουσουλμάνους να ψωνίζουν από τα ελληνικά μαγαζιά, αλητοσυμμορίες παρέλυσαν το πιο ανθηρό εμπόριο. Αυτή η τακτική δεν απέδωσε παντού, κυρίως δεν πέτυχε στη Φώκαια, όπου βρέθηκα το 1913. Στη συνέχεια μία φιλολογία μίσους, εκκλήσεις στον θρησκευτικό φανατισμό και στον ιερό πόλεμο κατέκλυσαν τις πόλεις και την ύπαιθρο, τέλος αφαιρέθηκαν τα όπλα απ’ όλο τον ελληνικό πληθυσμό…

Στις αρχές του 1914, η προετοιμασία είχε τελειώσει… Ο Λίμαν φον Σάντερς είχε έρθει προσωπικά να επιθεωρήσει τα στρατεύματα που δρούσαν μεταξύ Περγάμου και Κινικίου και να ελέγξει την περιοχή που έπρεπε να εκκενωθεί και να καταστραφεί. Ήταν Μάιος του 1914 και τίποτα δεν προμηνούσε τον Ευρωπαϊκό Πόλεμο… Ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν ήταν η σφαγή και η καταστροφή, αλλά η εκδίωξη των πληθυσμών. Οι σφαγές και η καταστροφή χρησιμοποιούνταν για να σκορπίσουν τον τρόμο και να προκαλέσουν την έξοδο.

Καμμένο σπίτι και κατάστημα στην ελληνική συνοικία
της Παλαιάς Φώκαιας (Ιούνιος 1914) (φωτ. αρχείο Félix Sartiaux)

Τη στιγμή εκείνη βρισκόμουν στη Φώκαια και είμαι μάρτυρας του τι συνέβη εκεί. Οι μέθοδοι που προέρχονταν από ένα καλά μελετημένο και συστηματικό σχέδιο, ήταν παντού ίδιες, όπως μπορώ να βεβαιώσω από μια έρευνα που έκανα στις παράκτιες περιοχές. Οι συμμορίες έκαναν την εμφάνισή τους συνήθως το βράδυ, οπλισμένες μέχρι τα δόντια με χατζάρια και τουφέκια. Ξεχύνονταν στους δρόμους, ξεκόλλαγαν πόρτες και παράθυρα με χτυπήματα υποκόπανων και τσεκουριές, έσφαζαν, κάρφωναν στα κρεβάτια και τουφέκιζαν γυναίκες, παιδιά και γέρους.

Κομμένα ανθρώπινα μέλη κρέμονταν στις προθήκες των χασάπικων με την επιγραφή “χριστιανικό κρέας”. Νέα κορίτσια βιάζονταν, άλλα κλέβονταν, ειδεχθείς πράξεις εκδίκησης γίνονταν με τέτοια κτηνωδία για την οποία μόνο φυλές αγρίων είναι ικανές… Φωτιές ανάβουν σε μερικά σημεία από το πετρέλαιο που είχαν στις δημοτικές πυροσβεστικές αντλίες. Σπίτια, με τον κόσμο κλειδωμένο μέσα, λαμπάδιαζαν.

Το πανικόβλητο πλήθος με ξεσκισμένα ρούχα και ματωμένο πρόσωπο τρέχει προς την παραλία. Μαζεύουμε μέσα από το δρόμο ένα νεογέννητο, του οποίου δεν μπορούμε να βρούμε τη μητέρα και το εμπιστευόμαστε σε μια γυναίκα που θηλάζει το μικρό της… Ο δημοτικός γιατρός παίρνει μέρος στη λεηλασία… Το δράμα διάρκεσε 24 ώρες κατά τις οποίες διαδραματίστηκαν οι δύο μεγάλες πράξεις του, η σπαραξικάρδια έξοδος και η αναίσχυντη λεηλασία… Σε 15 ημέρες ο κύριος όγκος δουλειάς έχει τελειώσει. Σε πολλές κοινότητες και περιοχές, όπως στις δύο Φώκαιες (Παλαιά και Νέα), δεν υπάρχει πια ούτε ένας Έλληνας…

Ένα είναι βέβαιο, πως υπάρχουν εκπληκτικές αναλογίες μεταξύ των μεθόδων που ακολούθησαν οι Νεότουρκοι στην αρχαία γη της Ιωνίας και των μεθόδων που η γερμανική Kultur εφάρμοσε στη χώρα μας στη Δύση… Ο Chukri μπέης, Οθωμανός αντιπρόσωπος της Επιτροπής Ερεύνης το 1914 μου έλεγε με την υποκρισία, που είναι κοινό γνώρισμα της ψυχολογίας των Τούρκων κυβερνώντων και της γερμανικής ψυχολογίας: “Τα βίαια περιστατικά που σημειώθηκαν στη Φώκαια είναι μια κηλίδα στην ιστορία των πρόσφατων γεγονότων στην Τουρκία”. Ο Ταλαάτ και ο Εμβέρ ξεπέρασαν τους προγόνους τους σε κυνισμό και κτηνωδία. Είναι άξιοι κληρονόμοι τους, είναι εχθροί της ανθρωπότητας…

Μόλις έκλεισαν τρεις χιλιάδες χρόνια Ιστορίας… Δεν υπάρχεις πια, αγαπημένη ψυχή της αρχαίας αυτής πόλης, μητέρα της ωραίας μας Προβηγκίας, πρόγονε του λαμπρού ελληνισμού της Δύσης …».

Καμένο ελληνικό σπίτι στην Παλαιά Φώκαια
(Ιούνιος 1914) (φωτ. αρχείο Félix Sartiaux)

Τα θλιβερά αυτά γεγονότα συνέβηκαν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο στην Ανατολική Θράκη και στον Πόντο. «… Ο επισυμβάς βαλκανικός πόλεμος παρέσχεν εις τους Νεοτούρκους και καθόλου εις το τουρκικόν έθνος την επιζητούμενη ευκαιρεία όπως επεκτείνωσι τον κατά των Ελλήνων διωγμόν… Και ωσεί μη ήρκουν ταύτα πάντα επηκολούθησε τω 1914 καταναγκαστικός διωγμός. Και εφηρμόσθη τότε σατανικώτατον σχέδιον αγρίου διωγμού και εξετοπίσθησαν ηβηδόν ολόκληροι ελληνικοί πληθυσμοί της Θράκης και των παραλίων της Μ. Ασίας ανερχόμενοι εις 284.172 ψυχές… Το κακόν εκορυφώθη κατά τον παγκόσμιον πόλεμον… Διεσκορπίζοντο οι δυστυχείς ούτοι εις χωρία καθαρώς τουρκικά… και εξηναγκάζοντο διά τοιούτων και άλλων μέσων εις εξισλάμισιν. Τοιουτοτρόπως δε πληθυσμός ομογενής εκ 490.063 ψυχών, διασπαρείς ανά τα όρη, τας χαράδρας και τα τουρκικά χωρία, υπέστη εν τοις πλείστοις τον εξ ασιτίας, του ψύχους και των στερήσεων εν γένει θάνατον …».

Ο ίδιος ο Φελίξ Σαρτώ μας πληροφορεί για τη μεθόδευση μετά τη σφαγή:

«… Επιστρέφω στη Φώκαια, όπου φτάνω στις 20 Ιουνίου το πρωί. Η Αυτού Εξοχότης ο Ταλαάτ μπέης πέρασε από εκεί στις 16. Ανακάλεσε τον καϊμακάμη, επειδή δεν έπραξε τα δέοντα για την τήρηση της τάξης. Απίστευτο!… Μετά την αναχώρηση της Αυτού Εξοχότητας του υπουργού των Εσωτερικών, ο τουρκικός πληθυσμός της Φώκαιας, που μέχρι τότε είχε, μεμονωμένα για λόγους προσωπικής εκδίκησης, οπλιστεί μέχρι τα δόντια, φέρεται αλαζονικά τώρα και, τις τελευταίες μέρες, ολοκληρώνει στις λεπτομέρειές της τη λεηλασία που πραγματοποίησαν στην αρχή μαζικά τα μπουλούκια από τα γειτονικά χωριά…

Το πτώμα άνδρα στο Μικρό Γιαλό
(Σάββατο 13 Ιουνίου 1914)

Είχα επιστρέψει στη Φώκαια με την πρόθεση να βάλω κάποια τάξη στις εργασίες μου. Δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναπιάσω δουλειά: ποτέ δεν είχα άφθονους Τούρκους εργάτες και τώρα που οι χωρικοί κολυμπούσαν στα πλούτη δεν μπορούσα πλέον να υπολογίζω σε αυτούς… Στην πραγματικότητα -το βλέπω καθαρά τώρα- είχαν αποφασίσει να μας αναγκάσουν να φύγουμε. Έχουν στ’ αλήθεια να κάνουν δουλειές που πρέπει να γίνουν μακριά από τα δικά μας βλέμματα: οι πρόκριτοι και οι υπάλληλοι πρέπει να μοιραστούν μεταξύ τους τα πιο όμορφα ελληνικά σπίτια (τριάντα από αυτά τα κατέλαβαν λίγες μέρες αργότερα)… Το αίμα είχε εξαφανιστεί με το πλύσιμο από παντού… Τα ίχνη από την ταφή των πτωμάτων, που εννέα μέρες πριν η μυρουδιά τους ήταν ακόμα έντονη στην ενορία της Αγίας Τριάδας, είχαν τώρα εξαφανιστεί. Την περασμένη Κυριακή, από ένα μεγάλο σωρό άσβηστο ασβέστη που υπήρχε εκεί για την ανέγερση του καινούριου ελληνικού σχολείου ξεπρόβαλαν τα βραχιόνια οστά και τα οστά από το χέρι ενός πτώματος, μαζί με υπολείμματα σάρκας κατά τα τρία τέταρτα φαγωμένης από τους σκύλους…

Εδώ και δεκαπέντε μέρες η ψυχή της Φώκαιας δεν υπήρχε πια και μόλις είχαμε συντάξει επισήμως τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της. Τη μεθεπόμενη μετέφεραν στη Φώκαια 700 με 800 εποίκους προερχόμενους από τη Μακεδονία… Τους είδα τους εποίκους… και κανένας τους δεν παρουσίαζε το παραμικρό ίχνος βίας …».

Λεηλατημένο εσωτερικό ελληνικού σπιτιού στην Παλαιά Φώκαια
(Ιούνιος 1914) (φωτ. αρχείο Félix Sartiaux)

Το χρονικό της γέννησης ενός φιλμ

Ιανουάριος – Φώκαια

Αν κοιτάξει κανείς από κοντά τις φωτογραφίες που παρουσιάζονται στο ημερολόγιο τούτο από τη Φώκαια της Μικράς Ασίας, μαγνητίζεται από το σπάνιο υλικό. «Ποιος είναι ο φωτογράφος;», η εύλογη ερώτηση. «Ο Félix Sartiaux, ο Γάλλος αρχαιολόγος που έκανε ανασκαφές στην περιοχή». Η Φώκαια της Μικράς Ασίας, η Παλιά και η Νέα, κοντά η μία στην άλλη. Ελληνικός τόπος ως το 1922. Τα σπίτια θυμίζουν Αιγαίο. Άσπροι σοβάδες, κόκκινα βυζαντινά κεραμίδια, κωδωνοστάσια. Ευημερία πολίχνης με πλούσια ενδοχώρα και ανοιχτή θάλασσα. Το ερώτημα… «Πού βρέθηκαν;». «Δημοπρατήθηκαν στο Παρίσι από τον οίκο Drouot, βρέθηκαν στα χέρια Τούρκου εμπόρου, στο Λονδίνο» και από αυτόν τις αγόρασε ο κ. Χάρης Γιακουμής, ιστορικός φωτογραφίας και Κύπριος στην καταγωγή. Ένας ιχνηλάτης της πρώιμης φωτογραφίας με έδρα το Παρίσι. Πρωτοείδαμε τη Φώκαια του Sartiaux σε διαφάνειες στο «Μουσείο Προσφυγικής Μνήμης 1922», τον Φεβρουάριο του 2007, σε μία αίθουσα με χαμηλωμένα φώτα και τους νεκρούς της Φώκαιας να ζωντανεύουν στην οθόνη. Μέσα σε υποβλητική σιωπή. Ήταν το πρώτο ξεμύτισμα των φωτογραφιών στον σύγχρονο κόσμο. Η φωτογραφική καταγραφή των γεγονότων στην Παλαιά Φώκαια της Μικράς Ασίας ανήκει πλέον και αυτή στην ιστορία της φωτογραφίας, ελληνικού ενδιαφέροντος. Στην Παλαιά Φώκαια έμεναν εκείνη την εποχή λίγο περισσότεροι από 6.000 Έλληνες, που ζούσαν από το εμπόριο, τη θάλασσα και τη γεωργία. Ήταν μία ανθηρή κοινότητα, όπως οι περισσότερες στη Μικρά Ασία, αλλά στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου οι διεθνείς ισορροπίες άλλαξαν οριστικά. Οι Έλληνες της Φώκαιας εκδιώχθηκαν το 1914, ξαναγύρισαν το 1919 με την εγκατάσταση της ελληνικής διοίκησης, για να εγκαταλείψουν οριστικά τα πάτρια εδάφη το 1922-23.

Φεβρουάριος – Φελίξ Σαρτιώ

Ο Φελίξ Σαρτιώ (Félix Sartiaux, 1876-1944), Γάλλος μηχανικός και αρχαιολόγος, ήταν ο πρώτος που οργάνωσε αρχαιολογικές ανασκαφές στην αρχαία Φώκαια της Μικράς Ασίας το 1913, το 1914 και το 1920. Όταν ξέσπασε ο διωγμός της Φώκαιας, στις 12 Ιουνίου 1914 (30 Μαΐου με το παλαιό ημερολόγιο), βρέθηκε εκεί για δεύτερη φορά και οι διωκόμενοι Φωκιανοί βρήκαν προστασία κοντά του, αφού ο επιφανής φιλέλληνας κατόρθωσε, με τη βοήθεια των συνεργατών του, να υψώσει τη σημαία της Γαλλικής Δημοκρατίας σε τέσσερα σπίτια και έτσι να σώσει μεγάλο μέρος του πληθυσμού από τη μανία των Τσετών. Το 1919-1920 επέστρεψε στη Φώκαια μαζί με τους Φωκιανούς πρόσφυγες, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν ξανά στις πατρογονικές τους εστίες. Φωτογράφισε όλες τις στιγμές της χαράς και της θλίψης του τόπου, δημοσίευσε κείμενα και πολύ λίγες φωτογραφίες απ’ όσα είχε δει και ζήσει ως μάρτυρας του διωγμού. Όλο του το έργο είναι αφιερωμένο στην τέχνη της Μικράς Ασίας, με επίκεντρο τη Φώκαια. Αυτή η άγνωστη πτυχή της ιστορίας του Ελληνικού Έθνους και ειδικότερα των Φωκιανών, που η μοίρα τους έλαχε να έχουν υποστεί όχι έναν, αλλά δύο διωγμούς, το 1914 και το 1922, έρχεται να φωτιστεί με την πρόσφατη ανακάλυψη από τον ιστορικό φωτογραφίας Χάρη Γιακουμή, πρώτα όλου του φωτογραφικού αρχείου του Σαρτιώ και ακολούθως, του υπολοίπου γραπτού του αρχείου. Μέσα στην προσωπική δερμάτινη βαλίτσα του Σαρτιώ, εκτός από το συμβολικό και ιδιαίτερα συγκινητικό πορτραίτο του εθνομάρτυρα Χρυσοστόμου Σμύρνης, βρέθηκαν όλα τα άρθρα και οι σημειώσεις του ιδίου και συνεργατών του για τα θλιβερά γεγονότα του 1914. Μας φανερώνουν δε τον πλέον σημαντικό μάρτυρα και πιστό φίλο του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας που τόσο αγάπησε και υποστήριξε σε όλες τις δύσκολες στιγμές της ύπαρξής του.

Μάρτιος – Οι ανασκαφές

Στα 35 του χρόνια ο Φελίξ Σαρτιώ, απόφοιτος της Πολυτεχνικής σχολής είχε δείξει ενδιαφέρον για την αρχαιολογία, δημοσιεύοντας τις ανακοινώσεις του για διάφορες θέσεις της Μικράς Ασίας. Λίγο αργότερα, το Υπουργείο Δημόσιας Εκπαίδευσης της Γαλλίας, του εμπιστεύθηκε δύο αποστολές. Η πρώτη ήταν να μελετήσει την αρχιτεκτονική και το γλυπτό διάκοσμο του αρχαϊκού ναού στην Άσσο και η δεύτερη να διερευνήσει τη θέση της Φώκαιας. Η Παλαιά Φώκαια τράβηξε το ενδιαφέρον της αποστολής, λόγω των δεσμών της με τη λαμπρή της αποικία, τη Μασσαλία. Καμία έρευνα δεν είχε επιχειρηθεί σε αυτή την τόσο σημαντική περιοχή ως τότε. Η βασική αποστολή πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1913, ενώ η προσπάθεια του Ιουνίου του 1914 σταμάτησε απότομα με την απρόκλητη επίθεση εναντίον του ελληνικού πληθυσμού (πρώτος διωγμός). Τις έρευνες του Σαρτιώ στη Φώκαια τις γνωρίζουμε κυρίως από δύο άρθρα δημοσιευμένα στον απολογισμό πεπραγμένων της Ακαδημίας Επιγραφών και Γραμμάτων (1914 και 1921) και από φυλλάδιο, όπου αναδημοσιεύεται το κείμενο διαλέξεώς του. Ένα αυθεντικό φυλλάδιο του Φελίξ Σαρτιώ με τα πεπραγμένα του έτους 1921 εκτίθεται στο «Μουσείο Προσφυγικής Μνήμης 1922» της Σκάλας Λουτρών, χαρισμένο από την υπερήλικα σήμερα ανιψιά του, κα Ciepka.

Αριστερά: Ανασκαφές στη Χερσόνησο, 1913. Δεξιά: Ιερέας Κουκούλης δίπλα σε άγαλμα πιθανόν της θεάς Κυβέλης, 1913 (φωτ. αρχείο Félix Sartiaux)

Απρίλιος – Τα κατάλοιπα του παρελθόντος

«Τα κατάλοιπα του παρελθόντος που βλέπεις πάνω στο έδαφος είναι τριών ειδών: μνημεία σκαλισμένα στον βράχο απροσδιόριστης εποχής, τμήματα μνημείων και θραύσματα ελληνικών και ρωμαϊκών αντικειμένων, κτίσματα και απομεινάρια του Μεσαίωνα. Σας μίλησα για ένα μεγάλο μεγαλιθικό μνημείο στον δρόμο από τη Σμύρνη στη Φώκαια που η κατασκευή του μπορεί να αποδοθεί στους Φρύγες. Στην ίδια την αρχαιολογική θέση της Φώκαιας υπάρχουν πολλές ομάδες μνημείων λαξευμένων στον βράχο. Στους πρόποδες του Προφήτη Ηλία έχει ανοιχτεί μεγάλος τάφος γνωστός στην περιοχή με το όνομα Λουτρός (στα τουρκικά Σεϊτάν Χαμάμ, λουτρό του διαβόλου), όπου μπαίνεις από θολωτή πύλη με καμάρα. Αποτελείται από δύο ορθογώνιους θαλάμους που τους χωρίζει άλλη θολωτή πόρτα ανοιγμένη στα τοιχώματα με αέτωμα από πάνω. Στους βράχους των λόφων Χρυσοσπηλιώτισσα και Μύλοι του Μπακαθανάση βρίσκουμε σειρές λαξεύσεων, άλλες κλιμακωτές, άλλες σαν ορθογώνιες κόγχες, όπου τοποθετούσαν μάλλον αναθηματικές εικόνες ή επικλήσεις για τις θεότητες του τόπου. Τέλος, στο χείλος ενός φαραγγιού στα βόρεια της πόλης, υπάρχει ολόκληρη νεκρόπολη, που οι σκαφοειδείς της τάφοι σε διάφορες διαστάσεις, είναι σκαλισμένοι οριζόντια στον βράχο και έχουν αυλάκι, όπου εφάρμοζε το σκέπασμα. Τα λείψανα αυτά μπορεί να ανήκουν στην Ελληνική εποχή ή να χρησιμοποιήθηκαν ξανά τότε. Κλίνω μάλλον να πιστεύω ότι ανάγονται σε πολύ παλιότερη εποχή και ότι ίσως τα έφτιαξε ο φρυγικός πληθυσμός που τόσα και τόσα λαξευμένα στον βράχο μνημεία του σώζονται ακόμη στη Μικρά Ασία» (Φελίξ Σαρτιώ, Απρίλιος 1914).

Αριστερά: Φωκιανός παρατηρεί αρχαϊκό λέοντα στο Μικρό Γιαλό, 1913. Δεξιά: Βυζαντινό ανάγλυφο που βρέθηκε κοντά στην Παναγιά Μπουρνού, 1913 (φωτ. αρχείο Félix Sartiaux)

Μάιος – Ο πρώτος διωγμός

Οι δύο πληθυσμοί, ο ελληνικός και ο τουρκικός, έχοντας κατακτήσει την ισορροπία της συμβίωσης και αποκαταστήσει σχέσεις που ελαχιστοποιούσαν προβλήματα και διαφορές, έφτασαν σε φάση εξαιρετικά κρίσιμη το 1914, όπου δυστυχώς δεν μπόρεσαν, όπως ήταν φυσικό, να διαφυλάξουν την παραδοσιακή τους αμοιβαία εμπιστοσύνη και θέληση να παραμείνουν σύνοικοι, όπως παλιά. Έτσι, μέσα στο κλίμα της εποχής που καθοριζόταν από την εθνικιστική πολιτική των Νεοτούρκων και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι δεσμοί έσπασαν και η ρήξη οδήγησε για πρώτη φορά τον ελληνικό πληθυσμό στη φυγή και την εγκατάλειψη των περιουσιών του. Η έκταση, αλλά και η ένταση των διωγμών, που παρατηρήθηκαν αυτή την περίοδο στα παράλια της Μικράς Ασίας και στην ευρύτερη περιφέρεια της Παλαιάς Φώκαιας, ήταν πρωτοφανείς. Μέχρι το τέλος του Ιουνίου του 1914, ολόκληρος σχεδόν ο ελληνικός πληθυσμός είχε εγκαταλείψει την περιοχή. Από τα αρχεία του ελληνικού Υπουργείου Περιθάλψεως της εποχής εκείνης διαπιστώνεται ότι ο αριθμός των Ελλήνων από την περιφέρεια της Φώκαιας που έφτασε στην Ελλάδα, υπολογίζεται περί τις 18.000 και ως τόποι διαμονής τους αναφέρονται οι περιοχές της Μυτιλήνης με 6.000 Φωκιανούς, της Θεσσαλονίκης με 3.000, της Αθήνας και του Πειραιά με 1.600, της Εύβοιας με 150, του Ηρακλείου Κρήτης με 150, της Καβάλας, της Χίου, του Βόλου κ.ά. Ειδικότερα στην περιοχή της Μυτιλήνης, για την καλύτερη περίθαλψη των προσφύγων, η πόλη χωρίστηκε σε δέκα τμήματα και ένα ήταν αποκλειστικά για τους Έλληνες από την περιφέρεια της Φώκαιας. Η λεηλασία της Φώκαιας και η εκδίωξη των Ελλήνων της Μικράς Ασίας τον Ιούνιο του 1914 είχε ήδη συντελεστεί. Ο Félix Sartiaux ήταν ο μοναδικός ξένος μάρτυρας των γεγονότων, αλλά οι φωτογραφίες του αυτές δεν είχαν ποτέ δημοσιευθεί μέχρι την πρόσφατη ανακάλυψή τους.

Ιούνιος – Η καταστροφή

Η καταστροφή από αυτόν το διωγμό είναι σχεδόν ολοκληρωτική. Ειδικά στη Νέα Φώκαια, των 7.500 περίπου κατοίκων, εκ των οποίων οι 6.500 ήταν Έλληνες, λεηλατούνται και ερημώνονται τα πάντα τη νύχτα της 11ης προς τη 12η Ιουνίου 1914. Μέσα στα σπίτια βασιλεύει πλέον απερίγραπτη καταστροφή. Έπιπλα, συρτάρια, μπαούλα κείτονται καταγής, σπασμένα και ξεκοιλιασμένα. Οι Τσέτες, άτακτος τουρκικός στρατός, αρπάζουν βίαια ό,τι πολύτιμο βρίσκουν και μπορούν να το μεταφέρουν εύκολα. Οι πόρτες και τα παραθυρόφυλλα, που είχαν φροντίσει να τα κλείσουν οι ιδιοκτήτες τους, έχουν πλέον παραβιαστεί και καπνός βγαίνει από πολλές συνοικίες από τις φωτιές που έχουν ανάψει. Όπως μας αφηγείται ο Φελίξ Σαρτιώ: «Ουρλιαχτά ακούγονται, αλαλιασμένοι άνθρωποι φεύγουν τρέχοντας με τα ρούχα σκισμένα και το πρόσωπο ματωμένο, ενώ οι πληγωμένοι σέρνονται στο κατώφλι. Όσοι επιτιθέμενοι είχαν μπει με τη βία στα σπίτια, βγαίνουν με τις αγκαλιές φορτωμένες μπόγους, που τους στοιβάζουν βιαστικά μέσα σε μεγάλα κοφίνια πάνω στα ζώα τους. Το πλήθος ορμάει προς τις προκυμαίες, αναζητώντας με το βλέμμα πλεούμενα για να φύγει. Όμως όλα σχεδόν τα πλεούμενα έχουν εξαφανιστεί από την προηγούμενη. Φωνές φρίκης απαντούν στους πυροβολισμούς. Λεηλατούν, πυρπολούν, σκοτώνουν ψυχρά χωρίς μίσος, κατά μία έννοια μεθοδικά. Εφαρμόζουν πρόγραμμα, που τους το έχουν σχεδιάσει στο όνομα των ανώτερων συμφερόντων της αυτοκρατορίας και της θρησκείας. Η λεηλασία, οι προσωπικές εκδικήσεις, ο βιασμός είναι ο μισθός τους …».

Η Φώκαια στις φλόγες τον Ιούνιο του 1914 (φωτ. αρχείο Félix Sartiaux)

Ιούλιος – Φθάνοντας στη Μυτιλήνη

«Φορτώνουμε στην πλάτη μας τα ανθρώπινα ναυάγια και τα μεταφέρουμε στο καράβι μας που βάζει αμέσως πλώρη για τη Μυτιλήνη. Στη μέση της διαδρομής, σε 15 πάνω – κάτω μίλια από την ακτή, περισυλλέγουμε ένα καΐκι έτοιμο να ναυαγήσει, φορτωμένο κατσίκια και τρεις άμοιρους φυγάδες, που έρχεται από την ακτή. Είμαστε περίπου εβδομήντα άνθρωποι πάνω στο πλοίο. Άλλοι περιπλανήθηκαν για πολλές μέρες αλλόφρονες στο βουνό για ν’ αποφύγουν τον θάνατο. Άλλους πάλι τους είχαν βρει σε σοκάκια, σε αυλές, σε κήπους. Μια γριά 99 ετών την τυλίξαμε σε κουβέρτα. Τις έριξαν δύο σφαίρες στο μπράτσο, οι πληγές της είναι βαθιές και πυορροούν. Ένας άντρας έμεινε στο αμπέλι του γιατί τον νόμιζαν νεκρό. Έχει σφαίρα στο δεξί πλευρό, το χέρι του το έσπασαν και, μένοντας χωρίς φροντίδα, η γάγγραινα έφτασε στο βραχίονα. Η κατάστασή του είναι απελπιστική. Ένας άλλος μου διηγείται ότι κατέφυγε στο κάστρο της Παλαιάς Φώκαιας, όπου έμεινε τρεις μέρες κρυμμένος. Οι συνεργάτες μου τον βρήκαν και ζήτησαν από τον καϊμακάμη να του δώσει για συνοδεία δύο χωροφύλακες, ώστε να πάει στο σπίτι του και να πάρει ρούχα και παπούτσια. Φτάνοντας στο σπίτι, οι φρουροί του ρίχτηκαν, του ακούμπησαν το ρεβόλβερ στο στήθος και απαίτησαν να τους δώσει ό,τι διέθετε σε ρευστό …» (Φελίξ Σαρτιώ, Ιούνιος 1914).

Αύγουστος – Κατ’ εντολή της Γαλλικής Κυβέρνησης

«Έχοντας αναλάβει από τη Γαλλική κυβέρνηση αρχαιολογική αποστολή στη Φώκαια, στη θέση της αρχαίας και λαμπρής Ιωνικής πόλης που διέδωσε στη δική μας Προβηγκία τα καλά του Ελληνισμού και του πολιτισμού, ανακατεύθηκα και μοιραία συμμετείχα ο ίδιος, ενεργά στα τραγικά γεγονότα που εκτυλίχθηκαν τον περασμένο Ιούνιο στις ακτές της Μικράς Ασίας και τα σκέπασε μέχρι τώρα η σιωπή. Είδα πολλά, συνέλεξα προσωπικά και άμεσα πλήθος μαρτυρίες. Είχα θεωρήσει όμως ότι κατά την εκτέλεση της αποστολής μου η επίσημη ιδιότητά μου με υποχρέωνε να απευθύνω τις αναφορές, τις διαπιστώσεις, τις σκέψεις μου αποκλειστικά στην κυβέρνηση και σε εκείνους που μου είχαν αναθέσει τα καθήκοντά μου. Η αποστολή διακόπηκε απότομα στις πρώτες μέρες του Ιουλίου, λίγες εβδομάδες προτού πέσει ο τρομακτικός κεραυνός που αναστάτωσε την Ευρώπη και που ο απόηχός του μόλις απλώθηκε μέχρις εδώ, στις ακτές της Ασίας. Εκτιμώ ότι παραθέτοντας τώρα τα γεγονότα, των οποίων υπήρξα μάρτυρας, δίνοντας στην κοινή γνώμη τις πληροφορίες που συγκέντρωσα, ευθύνομαι πλέον μόνον προσωπικά. Η σιωπή κράτησε δυστυχώς πολύ καιρό. Η ιστορία, η δικαιοσύνη, η ανθρωπότητα, η φήμη περί ευθύτητας και τιμής που απολαμβάνει η Γαλλία ανά τον κόσμο έχουν να κερδίσουν αν ακουστεί η μαρτυρία μου» (Φελίξ Σαρτιώ).

Ο Φελίξ Σαρτιώ με ντόπιους εργάτες που απασχολούσε
στις ανασκαφές του στη Φώκαια (φωτ. αρχείο Félix Sartiaux)

Σεπτέμβριος – Η ταυτότητα των προσφύγων

«Οι πληθυσμοί που μόλις εκδιώχθηκαν από την Ανατολία δεν είναι οι οποιοιδήποτε πληθυσμοί, που η τόσο ταραγμένη ανατολική πολιτική τους μεταφέρει από τη μια περιοχή σε άλλη. Είναι οι άμεσοι κληρονόμοι των λαμπρών και ανδρείων Ελλήνων, οι οποίοι μας κληροδότησαν τον πολιτισμό μας, έθεσαν τις βάσεις του δικαίου και της ηθικής, ανακάλυψαν τις πρώτες αρχές της επιστήμης και έκαναν τη γοητεία και την τελειότητα του κάλους να θεριέψει στον κόσμο. Εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια, οι ακτές της Μικράς Ασίας είναι ελληνικές. Οι Έλληνες δημιούργησαν τη ζωή, τη συντήρησαν και την ανέπτυξαν σε αυτή τη χαρούμενη χώρα. Κράτησαν εδώ συνεχώς ζωντανή τη γλώσσα, τις παραδόσεις, τη λατρεία των προγόνων τους. Τομή και απότομη ρήξη υπέστη τώρα η μακρά αυτή αλυσιδωτή διαδοχή, που οι Πέρσες, οι Ρωμαίοι, οι Βυζαντινοί και οι Λατίνοι, οι Οθωμανοί του 15ου αιώνα είχαν σεβαστεί τη συνέχειά της. Στη Φώκαια συγκεκριμένα, τη λαμπρή αυτή πόλη της Ιωνίας, που με τέτοια τόλμη μετέφερε στις ακτές της δικής μας Προβηγκίας τα καλά του Ελληνισμού, όσοι επιζούσαν μετά τις τόσες ανατροπές και καταστροφές κατάφεραν για πάντα να υπερασπίζουν την αρχαία κληρονομιά, ενάντια στην πίεση που άσκησαν τόσες και τόσες φορές κατακτητικές και βάρβαρες ορδές. Κατάφεραν να μεταδώσουν από γενιά σε γενιά τις παραδόσεις και τις μνήμες τους. Καμιά επίθεση από όσες υπέστησαν κατά τη διάρκεια της λαμπερής και θυελλώδους ιστορίας τους δεν διέρρηξε τον δεσμό που τους συνέδεε με τις απαρχές τους και καμιά δεν είχε, όπως η τωρινή, το χαρακτήρα άνανδρης επίθεσης, τον οποίο μόλις προσέδωσε η Νέα Τουρκία στον διωγμό τους» (Φελίξ Σαρτιώ, Ιούνιος 1914).

Οκτώβριος – Η επιστροφή το 1919 και η οριστική εγκατάλειψη το 1922

Από τα αρχεία του ελληνικού Υπουργείου Περιθάλψεως της εποχής εκείνης, διαπιστώνεται ότι ο αριθμός των Ελλήνων από την περιφέρεια της Φώκαιας που έφτασε στην Ελλάδα ανερχόταν στις 18.000 περίπου. O ακριβής αριθμός των Φωκιανών που δέχτηκε περίθαλψη στη Μυτιλήνη υπολογίστηκε, την 31.12.1918, στις 5.182. Η περίοδος της πρώτης αυτής προσφυγιάς διήρκεσε μέχρι το 1919, στιγμή κατά την οποία οι περισσότεροι Φωκιανοί επανέκαμψαν στη Φώκαια της Μικράς Ασίας, αμέσως μετά την αποβίβαση του Ελληνικού στρατού στη Σμύρνη. Εκτός από περίπου 5.000 Φωκιανούς, που προτίμησαν να παραμείνουν στην Ελλάδα και δεν επέστρεψαν ποτέ στη Φώκαια, οι υπόλοιποι κάτοικοι, περί τους 11.000, επανήλθαν έως την 1η Ιανουαρίου του 1921. Πολύ γρήγορα ξεπέρασαν τα προβλήματα, αποκαθιστώντας τη συνέχεια της παρουσίας τους στην περιοχή, όχι όμως για πολύ, αφού λίγο αργότερα, το 1922, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν οριστικά τα πατρογονικά τους εδάφη. Η μοίρα των Ελλήνων της Φώκαιας πορεύτηκε παράλληλα με τη μοίρα ολόκληρου του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, η οποία κρίθηκε οριστικά και δραματικά με την τελευταία φάση των πολεμικών επιχειρήσεων τον Αύγουστο του 1922. Οι Φωκιανοί, που κατάφεραν τότε να φτάσουν στην Ελλάδα, με κυριότερο ενδιάμεσο σταθμό τη Μυτιλήνη, σκορπίστηκαν σε όλη τη χώρα. Η εμπειρία του 1914 και το ένστικτο αυτοσυντήρησης τους οδήγησαν σε επιλογές προσωρινής εγκατάστασης, που σε αρκετές περιπτώσεις έμελλε να είναι οριστική.

Νοέμβριος – Σε ποιες αιτίες να αποδώσεις τα γεγονότα του 1914;

«Σε τι απέβλεπε η Τουρκική κυβέρνηση ξεριζώνοντας το Ελληνικό στοιχείο που στο παρελθόν ήταν η δόξα της ωραίας αυτής χώρας και στο παρόν αποτελεί σχεδόν όλο της τον πλούτο; Γιατί το πρόγραμμα εφαρμόστηκε με τόση βιαιότητα, περιφρονώντας τον στοιχειωδέστερο σεβασμό για τις ανθρώπινες ζωές και τις ιδιοκτησίες; Ο ουσιαστικός παράγοντας αυτής της κίνησης πρέπει να αναζητηθεί στο βαθιά εθνικιστικό πνεύμα που διακατέχει την τουρκική κυβέρνηση από την εποχή της επανάστασης του 1908. Ήδη εξ αρχής, το πρόγραμμά της ήταν να κυβερνήσει τουρκιστί, για τους Τούρκους μόνο, εις βάρος των υπολοίπων οθωμανικών πληθυσμών της αυτοκρατορίας. Ο Βικτόρ Μπεράρ, στα τελευταία κεφάλαια του έργου του «Ο θάνατος της Ισταμπούλ», παρουσίασε μια από τις μορφές που προσέλαβε η πανισλαμική αυτή πολιτική και είναι η συγκέντρωση του μουσουλμανικού στοιχείου στις περιοχές, όπου δεν διέθετε την πρωτοκαθεδρία. Οι ακρωτηριασμοί που υπέστη η Τουρκία με τον βαλκανικό πόλεμο διόγκωσαν απλώς αυτό το πνεύμα και ενίσχυσαν αυτό το κομμάτι του προγράμματος. Το εμπόδιο όμως που προέβαλαν στην ανάπτυξη της τουρκικής φυλής οι εγκατεστημένοι από αιώνες στις ακτές της Ανατολίας πληθυσμοί, που κατάφεραν να συγκεντρώσουν στα χέρια τους το εμπόριο, τη βιομηχανία, τη γεωργία και τις επιχειρήσεις, δεν μπορούσε να ξεπεραστεί επιβάλλοντας απλώς στη ζωή του τόπου στοιχεία φερμένα απ’ έξω. Όπως το 1895 και το 1909 η Τουρκία προσπάθησε να λύσει το αρμενικό ζήτημα εξολοθρεύοντας τους Αρμενίους, το πρόβλημα της συγκέντρωσης και της ηγεμονίας της τουρκικής φυλής στις ακτές της Μικράς Ασίας θεωρήθηκε ότι μπορούσε να λυθεί μόνο με το ξερίζωμα των Ελλήνων» (Φελίξ Σαρτιώ, Ιούνιος 1914).

Κεντρικός δρόμος στη Φώκαια (1913) (φωτ. αρχείο Félix Sartiaux)

Δεκέμβριος – Το γλυκό φως της Ιωνίας

«Το γλυκό φως της Ιωνίας φωτίζει τώρα μονάχα ερημωμένες εκτάσεις. Η μακρόχρονη και υπομονετική προσπάθεια αναγέννησης, που τη διέκοπταν αιματηρές φάσεις, βοήθησε για πολλούς αιώνες να ξανανθίσει ο Ελληνισμός στις όχθες του Έρμου και του Μαιάνδρου, αλλά τελικά ναυάγησε και αυτή. Δεν υπάρχει χώρα στον κόσμο που η ιστορία της να παρουσιάζει τέτοια σκαμπανεβάσματα μεγαλείου και αθλιότητας. Δεν υπάρχει λαός που να μπορεί να επικαλείται στη γη, όπου ζει, τίτλους τόσο παλιούς αλλά και μόνιμους. Τους τίτλους αυτούς τους κατέχουν χάρη στη γη τους, που είναι γη του Αιγαίου εδώ και εκατομμύρια χρόνια, προτού η θάλασσα της Τριτογενούς περιόδου πνίξει την Αιγαιίδα. Τους κατέχουν χάρη στη γη αυτή που το σχήμα της, η χάρη, το φως και τα τοπία της είναι του Αιγαίου, από τότε που υπάρχουν άνθρωποι πάνω στη γη. Τους κατέχουν χάρη στην ιστορία τους, το δημιουργικό τους δαιμόνιο, τις επιστήμες τους, τη λογοτεχνία, την ηθική, τη δημοκρατία που έκαναν την πατρίδα τους πατρίδα της Δύσης. Τους κατέχουν, επειδή επιμένουν και φροντίζουν πάντα, να διατηρήσουν τη μεγάλη αυτή ανθρώπινη κληρονομιά, της οποίας υπήρξαν για δέκα αιώνες οι φρουροί και το προτείχισμα στην Ανατολή. Τους κατέχουν χάρη στις πρόσφατες προσπάθειές τους, χάρη στη μακρά κυοφορία και τη γέννηση της νεότερης Ελλάδας, που ο μέγας Κοραής τη συνέδεσε με την κυοφορία και τη γέννηση της Γαλλίας το 1789. Τους κατέχουν επειδή αποκατέστησαν το εμπόριο, τη βιομηχανία, τα σχολεία, τα γράμματα και τις επιστήμες στις ακτές του Αιγαίου, όπου θέλουν να δώσουν στις πόλεις τους τη λάμψη της αρχαίας Εφέσου, της αρχαίας Περγάμου και της αρχαίας Μιλήτου. Τους κατέχουν χάρη στα αναρίθμητα πλήθη των ακρωτηριασμένων νεκρών τους, χάρη στο αίμα και τα δάκρυά τους, που η πηγή τους δεν στερεύει ποτέ και που οι καρποί τους φαίνεται να αντλούν καινούρια δύναμη από το κάθε βάσανο και την κάθε προσβολή που υφίστανται. Τους κατέχουν, τέλος, χάρη στα αδέρφια τους, τους γιους τους που έπεσαν για την αιώνια πατρίδα, που τους είδα γυμνούς και ξεπεσμένους, θλιβερά ναυάγια, στις ακτές της Λέσβου και της Αττικής, και υπήρξαν το πρώτο και ένα από τα βασικά στηρίγματα των συμμάχων στα πεδία της Μακεδονίας. Δεν υπάρχει λαός στη γη που να μπορεί να προσκομίσει τόσους τίτλους και τόσα δικαιώματα και να τα αποθέσει στα πόδια του κόσμου όλου και της Κοινωνίας των Εθνών» (Φελίξ Σαρτιώ).

Η προσφυγιά

Εκτός από τη Συνθήκη της Λωζάνης, αυτό το «μεγαλύτερο παζάρι του αιώνα», όπου ανταλλάχτηκαν και ταυτίστηκαν τα γεωστρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα της Δύσης με αυτά του ανανεωμένου με κεμαλικές μορφές πρώην κρατικού οθωμανικού κατεστημένου, αγνοώντας την ιστορία και τη θέληση των λαών, δύο ήταν τα μεγάλα γεγονότα που έκριναν το μέλλον των Μικρασιατών (μέχρι σήμερα): Το σύμφωνο φιλίας των Βενιζέλου – Ατατούρκ και η ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και η επακόλουθη κυριαρχία του συνυφασμένου με αυτή του δόγματος της «ακεραιότητας της Τουρκίας».

Έτσι οι Μικρασιάτες δεν έζησαν σε συνθήκες που να τους επιτρέπουν να γνωρίσουν, να ερμηνεύσουν, να οικοδομήσουν την ιστορία τους και να μεταβιβάζουν αυτήν στις επόμενες γενιές. Όσο εξαντλούνταν οι μνήμες, οι διηγήσεις, η μετάδοση της γλώσσας από τους πρόσφυγες της πρώτης γενιάς, συναντούσαν ένα κενό, στο οποίο υπεισέρχονταν στοιχεία ξένα προς τη δική τους ταυτότητα. Ο δρόμος προς την αλλοίωση της μνήμης ήταν ανοιχτός. Μη γνωρίζοντας το παρελθόν τους, η σύγχρονη ιστορική παρουσία και το μέλλον γίνονταν αμφίβολα. Ο χορός, το τραγούδι, όταν δεν συμπληρώνονται από τις υπόλοιπες συνιστώσες που συγκροτούν έναν λαό, εκτός του ότι δεν αρκούν για να διατηρήσουν και να καθορίσουν την ταυτότητά του, αναπαράγονται σε αλλοιωμένες και αλλοτριωμένες μορφές.

Ανοικτά της Φώκαιας – Φωκιανοί πρόσφυγες πάνω σε πλοίο
με προορισμό τη Μυτιλήνη (18 Ιουνίου 1914) (φωτ. αρχείο Félix Sartiaux)

Δύο συνθήκες μπορούν να επιτρέψουν την αντίσταση ενός λαού υπό εξαφάνιση: Η βαθιά γνώση της ιστορίας, των πολιτικοϊστορικών λόγων που καθόρισαν την εξέλιξη και τη σημερινή του κατάσταση και η αναγνώριση από τους νόμους της Διεθνούς Κοινότητας, της ανθρωπότητας, αυτών των λόγων και η απόδοση δικαίου για τα αδικήματα και εγκλήματα που διεπράχθησαν σε βάρος αυτού του λαού. Αυτά τα δύο στοιχεία αποτελούν αυτά καθ’ αυτά επιβεβαίωση και εγγύηση του δικαιώματος ενός λαού στην ύπαρξη και συνέχειά του.

Το σύγχρονο τουρκικό κράτος, το οποίο βαρύνεται με την κατηγορία της Γενοκτονίας, η οποία χρονικά συμπίπτει με «τις διαδικασίες» συγκρότησής του, οφείλει να αναγνωρίσει τα γεγονότα και να λογοδοτήσει για τη συστηματική εξολόθρευση του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Διότι εάν το τουρκικό κράτος και η τουρκική κοινωνία δεν αναγνωρίσουν τα εγκλήματα, τις γενοκτονίες που έχουν διαπράξει, σημαίνει ότι είναι έτοιμοι να επαναλάβουν, να συμμετάσχουν ή να ανεχθούν άλλες. Και όσο μένουμε απλοί θεατές μπροστά στα αναρίθμητα εγκλήματα που διέπραξαν βάσει συγκεκριμένων σχεδίων, όσο δεν παίρνουμε πολιτική θέση ως ελάχιστο φόρο τιμής στα εκατομμύρια αθώα θύματα, οι Τούρκοι θα συνεχίζουν να συντελούν το καταστρεπτικό τους έργο, όπως στη δοκιμαζόμενη Κύπρο και αλλού.

Στην Ελλάδα, το προσφυγικό στοιχείο αντιμετωπίστηκε από το επίσημο κράτος σε γενικές γραμμές ως ξένο, που ήλθε να διαταράξει πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και άλλες ισορροπίες και τέθηκε στο παρασκήνιο. Ήταν βάρος που έπρεπε να εξαφανισθεί ή τουλάχιστον να μείνει χωρίς ουσιαστικό μέλλον και αυτό μπορούσε να γίνει με την ολοκληρωτική ισοπέδωση του πλούσιου παρελθόντος. Η υπογραφή του ελληνοτουρκικού συμφώνου φιλίας του 1930 δεν λειτούργησε μόνο οικονομικά εις βάρος των προσφύγων, αλλά και ηθικά και πολιτικά ως το κατ’ εξοχήν μέσο για την εξαφάνιση του προσφυγικού πληθυσμού, για την εξαφάνιση της μνήμης.

Αυτή την αλήθεια μας την καταμαρτυρούν και τα εξής απλά γεγονότα: Ο Ηλίας Βενέζης έγραφε στον πρόλογο του βιβλίου του «Το νούμερο 31328», ότι ήταν «απαγορευμένο χρόνια τώρα από τις λογοκρισίες». Το έργο της Τατιάνας Γκρίτση – Μιλλιέξ «Η Τρίπολη του Πόντου», ενώ γράφτηκε το 1952, είδε το φως της δημοσιότητας μόλις το 1976. Ο Δημ. Ψαθάς, συγγραφέας του βιβλίου «Γη του Πόντου» τονίζει στον πρόλογο του βιβλίου του ότι: «Ούτε επιτρέπεται να θυσιάζουμε την ιστορική αλήθεια σε καμμία σκοπιμότητα, όπως δυστυχώς, καθιερώθηκε να γίνεται απ’ τον καιρό που χαράχτηκε η λεγόμενη ελληνοτουρκική φιλία. Η άστοχη τακτική της αποσιώπησης των γεγονότων της Ιστορίας ήταν ίσως κι ένας από τους λόγους που τόσο άσκημα πορεύτηκε η «φιλία» με τους Τούρκους. Να ρίξουμε τον πέπλο της λήθης στο παρελθόν αλλά να ξέρουμε, όχι να κρύβουμε …».

Μυτιλήνη – Ο καταυλισμός των Φωκιανών την επομένη της άφιξής τους, 19 Ιουνίου 1914 (φωτ. αρχείο Félix Sartiaux)

Η πολιτική της «ελληνοτουρκικής φιλίας» συνεχίστηκε και στις επόμενες δεκαετίες και αποτέλεσε μαζί με την κοινή ελληνοτουρκική ένταξη και πορεία στο ΝΑΤΟ, το κεντρικό σημείο αναφοράς των κυβερνήσεων και των στρατιωτικών καθεστώτων της 4ης Αυγούστου 1936 και της 21ης Απριλίου 1967, παρά τους διωγμούς των Ελλήνων. Όπως το 1942 που ψηφίστηκε και εφαρμόστηκε στην Τουρκία ο νόμος 4305 περί «φορολογίας περιουσίας» (varlik vergisi), ένας νόμος με καθαρά ρατσιστικό – φυλετικό χαρακτήρα. Η περίπτωση του Φόρου Περιουσίας επιβεβαιώνει την κοινή σκοποθεσία των Νεοτούρκων του Κόμματος «Ένωση και Πρόοδος» και των Ατατουρκιστών που σαρκώνουν τη νέα Τουρκία. Αποτελεί απόδειξη της αδιατάραχτης διαδοχής της Οσμανικής Αυτοκρατορίας από την Τουρκία και των ομοειδών σε αμφότερες κοινωνικών δυνάμεων που οργανώνουν την πολιτική εξουσία και την ιδεολογία της.

Στη συνέχεια, από το 1950 έως το 1974, ακολούθησαν οι φοβεροί διωγμοί των Ρωμιών της Πόλης (οργανωμένοι από τις μυστικές υπηρεσίες της Τουρκίας), με πρόφαση το Κυπριακό, που είχαν ως αποτέλεσμα τη συρρίκνωσή τους, στην Κωνσταντινούπολη από 130.000 κατά τη δεκαετία του ’40, σε λιγώτερους από 3.000 σήμερα! Γι’ αυτό και διαπιστώθηκε η μεγάλη και προκλητική απουσία των εκφράσεων των προσφυγικών πληθυσμών σε όλες τις θεσμικές «πολιτισμικές εκφράσεις». Εδώ να υπογραμμίσουμε τόσο την επίσημη όσο και την ανεπίσημη δίωξη και τον παραγκωνισμό της έντεχνης λαϊκής μουσικής των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και της Πόλης. Δεν ήταν μόνο ο Μεταξάς που κυνήγησε τα «σαντουροβιόλια» αλλά και πολλοί ντόπιοι και «προοδευτικοί» καλλιτέχνες έντονα επηρεασμένοι από τη δυτική μουσική παράδοση. Η Θράκη, η Ιωνία, ο Πόντος, η Καππαδοκία απουσίαζαν, λες και δεν υπήρξαν ποτέ, με μοναδική εξαίρεση τις αναζητήσεις του Ερυθρού Σταυρού, ενώ το νεοτουρκικό και κεμαλικό καθεστώς που δημιούργησε τους αγνοούμενους, επειδή έμεινε ατιμώρητο, συνέχισε να πράττει το ίδιο και στη συνέχεια με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα σήμερα την Κύπρο.

Έτσι, όταν στην Ελλάδα εμφανιζόταν μια διαφορετική έκφραση του προσφυγικού ζητήματος, έμπαιναν σε λειτουργία οι μηχανισμοί μη πρόκλησης και μη αναμόχλευσης του παρελθόντος και της προώθησης καλών σχέσεων με την Τουρκία. Εκεί όπου τα ελληνικά συμφέροντα ταυτίστηκαν με ξένα και η αλήθεια παραμερίστηκε προς όφελος εφήμερων και πρόσκαιρων λογικών με κρατικούς και παρακρατικούς μηχανισμούς, λειτουργούσαν κατασταλτικά στο πεδίο της μνήμης και της ιστορίας.

Η Ε’ τάξη του έτους 1921-22 κατά τις τελευταίες σχολικές
ημέρες πριν την καταστροφή, στην Παλαιά Φώκαια

Η πτώση του στρατιωτικού καθεστώτος στην Ελλάδα το 1974 άνοιξε έναν άλλο κύκλο, ο οποίος όμως ήταν περιορισμένος πολιτισμικά και πολιτικά. Οι Σύλλογοι, οι κυριότεροι εκφραστές του προσφυγικού χώρου, στο πρώτο διάστημα λειτούργησαν ως κιβωτοί διάσωσης της ιστορικής διαδρομής του ελληνικού λαού που ζούσε στο οθωμανικό κράτος, ενώ διέσωσαν και ανεκτίμητης αξίας κειμήλια και ιδιαίτερες πολιτισμικές εκφράσεις. Χωρίς αυτούς τους συλλογικούς θεσμούς δεν θα υπήρχε καμία σοβαρή και δυναμική αναφορά στον Ελληνισμό της καθ’ ημάς Ανατολής. Άλλωστε είναι κραυγαλέα και η επιδερμική και μόνον αναφορά στα σχολικά βιβλία όλων των βαθμίδων της ελληνικής δημόσιας εκπαίδευσης στους διωγμούς των Ελλήνων του Πόντου, της Θράκης, της Πόλης και της Μικρασίας, συχνά δε υπήρξε και εντελώς ανύπαρκτη ή ακόμα και προσβλητική… Η λογική και τα συμφέροντα που περιγράψαμε πιο πάνω ή θα τα είχαν εξαφανίσει όλα ή θα είχαν περιορίσει τη συλλογική μνήμη του λαού μας σε ονομασίες οικισμών και οδών που θα έφεραν απλώς, δίπλα στον γενέθλιο τόπο, τον επιθετικό προσδιορισμό «Νέα», π.χ. Νέα Σμύρνη, Νέα Ιωνία, Νέα Φιλαδέλφεια, Νέα Χαλκηδόνα, Νέα Μουδανιά κ.λπ.

Τα Κέντρα Μελετών και τα έργα σημαντικών συγγραφέων για τη Θράκη, τον Πόντο, την Ιωνία ήταν η απάντηση των προσφύγων και του πολιτισμού τους στον πόλεμο του κράτους. Μάλιστα σε ό,τι αφορά τη Θράκη, τον Πόντο, την Ιωνία και την Καππαδοκία, τα δημοσιεύματα των επιστημονικών περιοδικών αποτελούν μνημεία γνώσης και τεκμήρια τέλεσης του μαζικού εγκλήματος της Γενοκτονίας.

Ο Σαρτιώ, επισκεπτόμενος τη Σμύρνη, φωτογραφίζει
τα τρομοκρατημένα γυναικόπαιδα της Φώκαιας
που βρήκαν καταφύγιο σε εκκλησία της πόλης
14 Ιουνίου 1914) (φωτ. αρχείο Félix Sartiaux)

Από τη Μεταπολίτευση όμως και μετά αυτό το μοντέλο δεν μπορούσε να λειτουργήσει με τον ίδιο τρόπο. Δεν μπορούσε να προσελκύσει την τρίτη γενιά μόνο με ένα μικρό κομμάτι του προσφυγικού πολιτισμού. Γι’ αυτό και υπήρξαν οι αναζητήσεις και οι διεκδικήσεις που έφτασαν στο να αναδειχθούν και άλλες ψηφίδες του μεγάλου ψηφιδωτού που καταστράφηκε από τους υπεύθυνους της εκδίωξης των Ελλήνων. Με όλα αυτά οι πρόσφυγες πάλεψαν ενάντια στην επίθεση που έγινε για πολλά χρόνια στη μνήμη. Κι όπως έγραψε ο Τσέχος συγγραφέας Μίλαν Κούντερα: «η πάλη του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι η πάλη της μνήμης κατά της λήθης». Οι πρόσφυγες είχαν επιπλέον λόγους για να αναδείξουν και τα υπόλοιπα κομμάτια της ιστορίας τους, αφού μια σειρά από αιτίες δεν άφηναν τον πολιτισμό να αναπνεύσει.

Αυτός ο κύκλος συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του 1990, όταν οι Θρακιώτες, οι Πόντιοι, οι Ίωνες, οι Καππαδόκες κατανόησαν ότι δεν μπορούσε να κινηθεί ένας σύγχρονος άνθρωπος μόνο με ένα μέρος της ιστορίας του. Δεν έφτανε για να ζήσει μόνο με αυτό. Η ανάδειξη της κυριότερης αιτίας για τη διακοπή της συνέχειας του προσφυγικού Ελληνισμού που ζούσε στο Οθωμανικό κράτος, της Γενοκτονίας, ήταν η αρχή για ένα νέο κύκλο αγώνων και διεκδικήσεων. Σε όλη την Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο, ακόμη και στην Τουρκία γίνεται πλέον κατανοητό ότι χωρίς τη γνώση της ιστορίας και της τραγικής αυτής σελίδας, που γνώρισαν οι Έλληνες, δεν μπορεί να υπάρξει ολοκληρωμένη κατανόηση της ιστορίας και βεβαίως αληθινή φιλία και συνεργασία. Παρά τις γιορτές μίσους που λαμβάνουν πανηγυρικό χαρακτήρα κάθε Μάιο και Αύγουστο στην Κωνσταντινούπολη, τη Σαμψούντα και τη Σμύρνη, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η αλήθεια έχει ξεπεράσει το ψεύδος, το φως έχει νικήσει το σκότος.

Η ευθύνη

Όπως επισημαίνει ο Φελίξ Σαρτιώ: «… Εκτιμώ ότι, παραθέτοντας τώρα τα γεγονότα των οποίων υπήρξα μάρτυρας και δίνοντας στην κοινή γνώμη τις πληροφορίες που συγκέντρωσα, η ευθύνη βαρύνει πλέον αποκλειστικά εμένα. Η σιωπή κράτησε δυστυχώς πολύ καιρό. Η Ιστορία, η Δικαιοσύνη, η Ανθρωπιά, η φήμη περί ευθύτητας και εντιμότητας που απολαμβάνει η Γαλλία ανά τον κόσμο έχουν να κερδίσουν αν ακουστεί η μαρτυρία μου… Καταπίνοντας την περιφρόνηση και την οργή που ξεσήκωσαν μέσα μου η διπροσωπία και η αγριότητα των νέων αυτών βαρβάρων της Ανατολής, τις συνέταξα χωρίς πάθος, με τη μόνη έγνοια να προσφέρω μια μαρτυρία συγκεκριμένη και αναμφισβήτητη. Προτίμησα όμως να αφήσω τα όσα έγραψα στην αρχική τους μορφή… Μια μαρτυρία θέλησα να προσφέρω και αυτή τη μαρτυρία την παραδίδω ως έχει στην κοινή γνώμη. Σύντομα θα έρθει ο καιρός που θα μπορούν να συναχθούν οι συνέπειες του γεγονότος, που θα έχουν ξεκάθαρα προσδιοριστεί οι ευθύνες και που η μοίρα, δίκαιη, θα πλήξει ενόχους μαζί και συνενόχους και θα προσφέρει στα δύστυχα θύματά τους την επανόρθωση που τους οφείλεται».

Ο Φελίξ Σαρτιώ λειτούργησε σε πολλά επίπεδα για τους Φωκιανούς, με τη γενναιότητα που επέδειξε, την τιμιότητα και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του. Κατέγραψε και φωτογράφισε τα γεγονότα και με κίνδυνο της ζωής του, μαζί με τους συνεργάτες του, έσωσε και φυγάδευσε πολλούς Φωκαείς. Ταυτόχρονα έκανε γνωστές τις σφαγές που υπέστησαν, αλλά και διαμέσου αυτών φώτισε τα γεγονότα σε όλα τα Μικρασιατικά παράλια. Κυρίως κατέγραψε και έσωσε την ιστορική μνήμη χάρη στα αδιάψευστα ντοκουμέντα, γραπτά και φωτογραφικά, που άφησε παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές.

Όλη αυτή η μοναδική και πολύτιμη μαρτυρία θα είχε οριστικά χαθεί, αν δεν ερχόταν -90 χρόνια μετά!- σαν από μηχανής Θεός, ο Χάρης Γιακουμής που τα ανακάλυψε, τα ανέσυρε κυριολεκτικά μέσα από τα αζήτητα της Ιστορίας και μας τα προσέφερε επανασυνδέοντάς μας μαζί της. Λέει ο ίδιος στον πρόλογο του τόμου (PHOCΈE 1913-1920, Le temoignage de Félix Sartiaux) με τα συγκλονιστικά ντοκουμέντα που ανακάλυψε:

«Το βιβλίο αυτό θα μπορούσε να μην είχε γίνει ποτέ, στερώντας από ολόκληρη κοινότητα το δικαίωμα να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη της ιστορίας της, την ανάμνηση του δράματος που έζησαν οι πατέρες και οι παππούδες των καταγομένων από τη Μικρά Ασία Φωκιανών στις αρχές του 20ού αιώνα στα μικρασιατικά παράλια, τους δύο διωγμούς του 1914 και του 1922. Ο πρώτος διωγμός του Ιουνίου του 1914 έμεινε άγνωστος στη συλλογική μνήμη λόγω απουσίας φωτογραφικών τεκμηρίων. Το μόνο που είχαμε ήταν μνήμες άυλες, όπως τις έφεραν μαζί τους οι Φωκιανοί πρόσφυγες, όσες μπόρεσαν να κρατήσουν στην ψυχή τους σαν φυλαχτά… Η ανακάλυψη όμως των φωτογραφιών του Φελίξ Σαρτιώ ήρθε να παγιώσει μια για πάντα την ιστορία αλλά και το δράμα του τόπου τους, τόπου με ένδοξη ιστορία, αφού Φωκαείς ήταν αυτοί που τον 6ο αιώνα π.Χ. ίδρυσαν τη Μασσαλία και άλλες αποικίες και διέδωσαν έτσι στα νότια παράλια της Γαλλίας και γενικά στη δυτική Μεσόγειο τον ελληνισμό και τον πολιτισμό… Σήμερα είναι ίσως η κατάλληλη στιγμή να θυμίσουμε ότι την Ιστορία δεν μπορεί κανείς να τη σφετεριστεί ούτε να την παραποιήσει, γιατί καταφέρνει τελικά να κρατήσει το πρόσωπό της ανέπαφο και κάποια μέρα εμφανίζεται για να αποκαλύψει την αλήθεια …».

Φωκιανοί μετά την επιστροφή τους στην πατρίδα το 1919

Σήμερα

Στη σημερινή περίοδο, η προσδοκία, η θέληση των Μικρασιατών να οικοδομήσουν και πάλι την ιστορία τους, να διεκδικήσουν το δικαίωμα στη μνήμη, να ζητήσουν λογαριασμό από το υπεύθυνο τουρκικό κράτος και τη διεθνή κοινότητα για τις αδικίες που έγιναν εις βάρος τους, εμπεριέχει μέσα της μια φόρτιση, μία δυναμική απελευθερωτική. Είναι η επιστροφή ανθρώπων, συνειδήσεων, μνήμεων, κοινωνικών και εθνικών αγώνων, ενός λαού στην ιστορία ως υποκείμενό της. Η πολιτική της λήθης ευνοεί εκείνες τις δυνάμεις που σε επίπεδο εθνικό, περιφερειακό και διεθνές -σε Ελλάδα, Ανατολική Μεσόγειο και Ευρώπη- επιδιώκουν να οικοδομήσουν νέες νομιμοποιημένες μορφές εξουσίας επάνω στην κατεστραμμένη μνήμη και ταυτότητα των ατόμων, των πολιτών, των λαών.

Στην προσπάθεια αυτή ανάδειξης της ιστορικής μνήμης συντάσσονται με τους Έλληνες της Μικρασίας όχι μόνον η ίδια η Ιστορία, αλλά και ορισμένοι Τούρκοι δημοκράτες, όπως ο Ali Ertem, υποστηρικτής των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Πρόεδρος του «Συλλόγου Ενάντια στη Γενοκτονία»), ο οποίος στον πρόλογο του 14τομου μνημειώδους έργου του Κ. Φωτιάδη, «Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου» (1ος  τόμος, εκδ. Ηρόδοτος, 2002) αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής: «… Οι φωνές των υποστηρικτών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατών μετατράπηκαν σε φωνές των βασανισμένων και ατιμασμένων λαών. Απαιτούν επίσης δικαιοσύνη. Υποκλίνονται γεμάτοι σεβασμό μπροστά στα θύματα του ελληνικού λαού και ζητούν την αναγνώριση της γενοκτονίας του ελληνοπόντιου ή καλύτερα, του ελληνικού λαού … Ενώ η γενοκτονία των Αρμενίων, Αραμαίων – Ασσυρίων και των Ελλήνων της Μικράς Ασίας ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας είναι αναμφισβήτητα στοιχείο της (νεώτερης) Ιστορίας της Τουρκίας και ενώ ασκεί έντονη επιρροή στην κοινωνική πραγματικότητα, το τουρκικό κράτος προσπαθεί να χτίσει το μέλλον της κοινωνίας του πάνω στην άρνηση αυτής της πραγματικότητας. Τα χρόνια 1914-1922 στην τουρκική περιοχή κυριαρχίας οι Αρμένιοι, Ασσύριοι – Αραμαίοι και Έλληνες έγιναν με τις γενοκτονίες και τους διωγμούς ασήμαντες μειονότητες. Η εξόντωση των χριστιανικών λαών που βρίσκονταν υπό την τουρκική κυριαρχία ολοκληρώθηκε σε δύο φάσεις. Στην πρώτη φάση από το 1912 ως το 1918 οι Νεότουρκοι έσφαξαν 1,5 εκατομμύριο Αρμενίους, 500.000 Αραμαίους – Ασσυρίους και πάνω από 750.000 Έλληνες από την Ανατολική Θράκη, την Ιωνία, τον Πόντο και την Καππαδοκία. Η Τουρκική Δημοκρατία ως νόμιμος διάδοχος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έχει την ηθική, πολιτική και νομική ευθύνη για τα εγκλήματα των Νεοτούρκων, έστω και αν προσπαθεί να αποποιηθεί την ευθύνη αρνούμενη την πραγματικότητα. Η Τουρκία προσπαθεί να απαγορεύσει στους διαδόχους των θυμάτων να θυμούνται, να απαιτούν δίκαιο και δικαιοσύνη …».

Ημέρα μνήμης

Η 12η-13η Ιουνίου 1914 υπήρξε η αφετηρία της καθόδου στον Άδη, του ξεριζωμού του Φωκιανού λαού από την πατρίδα του που τόσο αγαπούσε. Ήταν η αρχή του τέλους μιας ιστορίας σχεδόν 3.000 χρόνων, που κορυφώθηκε και έσβησε οριστικά τον Σεπτέμβριο του 1922 μαζί με τον υπόλοιπο Ελληνισμό της Μικράς Ασίας. Σήμερα που οι απόγονοι των θυμάτων εκείνης της τραγωδίας αλλά και όλοι οι Έλληνες γνωρίζουν τα γεγονότα, απαιτούν μία συγνώμη από το Τουρκικό κράτος, τον απ’ ευθείας πολιτικό απόγονο εκείνων που διέπραξαν αυτά τα φοβερά εγκλήματα. Η αναγνώριση αυτών των θηριωδιών εκ μέρους του θα είναι μία πράξη λύτρωσης για το ίδιο αλλά και δικαίωσης για τους Έλληνες Μικρασιάτες προγόνους μας που τόσο άδικα χάθηκαν.

Πράξη δικαίωσης θα είναι και για τον Φελίξ Σαρτιώ. Πρόκειται για την «επανόρθωση», την οποία ο ίδιος αναφέρει, με απόλυτη γνώση της ιστορικής του ευθύνης, όπως είδαμε και προηγουμένως: «… Σύντομα θα έρθει ο καιρός που θα μπορούν να συναχθούν οι συνέπειες του γεγονότος, που θα έχουν ξεκάθαρα προσδιοριστεί οι ευθύνες και που η μοίρα, δίκαιη, θα πλήξει ενόχους μαζί και συνενόχους και θα προσφέρει στα δύστυχα θύματά τους την επανόρθωση που τους οφείλεται».

Οι Φωκιανοί σύλλογοι σε Αττική, Χαλκιδική, Κρήτη, Μυτιλήνη, σε Ελλάδα και εξωτερικό, επιδιώκουν ν’ αποκτήσουν ένα Ενιαίο Κέντρο Έκφρασης. Κάτι που θα έπρεπε να έχει ήδη γίνει. Πριν μερικά χρόνια, σε ένα προσκύνημα στην πατρίδα τους, Φωκιανοί φτάνοντας στη Μυτιλήνη για να περάσουν απέναντι στα Μικρασιατικά παράλια, πέρασαν από τη Σκάλα Λουτρών Λέσβου, ένα χωριό όπου αρκετοί Φωκιανοί έχουν ριζώσει μετά την Καταστροφή του 1922. Όταν συνομίλησαν με τους πρώτους Φωκιανούς, τους είπαν: «Αργήσατε …». Επίσης δρομολογούνται από τους υπεύθυνους συλλόγους συνέδρια και εκδηλώσεις, όπου θα μπορούν να συζητηθούν τα θέματα που τους αφορούν. Ένα από τα επόμενα βήματα των Φωκιανών συλλόγων θα πρέπει να είναι και η συστηματική, ενδελεχής μελέτη και βαθειά κατανόηση των ντοκουμέντων που υπάρχουν αλλά και νέων που έρχονται στην επιφάνεια το τελευταίο διάστημα. Επίσης έχουν αναγνωρίσει ως κοινό χρέος, να τιμήσουν τους Φωκιανούς συμπατριώτες τους (δεύτερης γενιάς), Νικόλαο Χόρμπο και Παρασκευά Συργιανόγλου, που εργάστηκαν υποδειγματικά για τη διάσωση της ιστορικής τους κληρονομιάς. Για πολλές δεκαετίες ερεύνησαν, συνέλεξαν, κατέγραψαν, αλλά εξακολουθούν και σήμερα να προσφέρουν συνεχώς πολύτιμα και μοναδικά στοιχεία – ντοκουμέντα του πολιτισμού των προγόνων τους στη Μικρά Ασία. Στηριζόμενοι αποκλειστικά στις δικές τους δυνάμεις, με αυταπάρνηση, χωρίς στήριξη από πουθενά, διέσωσαν πολύτιμες και μοναδικές πηγές γνώσης που θα είχαν χαθεί για πάντα, αν δεν υπήρχε η απέραντη αγάπη για την πατρίδα τους, τη Φώκαια. Έτσι σχηματίστηκε για τους νεώτερους Φωκιανούς η δική τους «κιβωτός γνώσης», που θα τους επιτρέψει να μην χάσουν την ταυτότητά τους στο μέλλον.

Το μνημείο της Μικρασιάτισσας μάνας στη Μυτιλήνη

Οι απόγονοι των επιζώντων της γενοκτονίας αισθάνονται ως χρέος την προσπάθεια να επηρεάσουν την πολιτική της πατρίδας μας προς την κατεύθυνση υιοθέτησης μιας στάσης αξιοπρέπειας απέναντι στην Τουρκία, συνεργασίας με τους λαούς – θύματα της πολιτικής της και απαίτησης αναγνώρισης της γενοκτονίας. Έτσι θα δικαιωθούν, όπως πολύ εύστοχα το θέτει και θα το ήθελε ο Φελίξ Σαρτιώ, οι ψυχές των προγόνων τους που χάθηκαν τόσο άδικα αλλά και ταυτόχρονα το γεγονός αυτό θα αποτελέσει μία πράξη απελευθέρωσης για τους ίδιους.

Το κείμενο αυτό αφιερώνεται επίσης στη μνήμη των Φωκιανών (άγνωστος ο αριθμός) που εξοντώθηκαν (1922) στην τρομερή χαράδρα του Γκιζ Ντερέ στη Μαγνησία από τον Κεμαλικό στρατό, καθώς και στους τουλάχιστον 2.000 (στη συντριπτική τους πλειοψηφία ηλικιωμένους και γυναικόπαιδα), που εξοντώθηκαν στην πορεία θανάτου κατά τον Σεπτέμβριο – Δεκέμβριο του 1922, που τους επέβαλε ο Κεμάλ, για να τους αφανήσει βιολογικά και να μην μπορέσουν να διεκδικήσουν ποτέ ξανά πίσω τις περιουσίες τους. Τελικά επέζησαν και επέστρεψαν πρόσφυγες στην Ελλάδα, τον Σεπτέμβριο του 1923, με το πλοίο «Προποντίς», λιγώτεροι από 30 Φωκιανοί… Ο Θεός να αναπαύσει τις ψυχές τους μιας και αρκετοί από αυτούς παρέμειναν και παραμένουν, έως και σήμερα, άταφοι έχοντας χαθεί κατά τη διάρκεια της εξοντωτικής πορείας τους προς τον θάνατο. Το «έγκλημά» τους: ήταν Έλληνες και Χριστιανοί..

Το ντοκιμαντέρ «Γεγονότα στην Φώκαια 1914» προβλήθηκε για πρώτη φορά, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014, παρουσία 400 ατόμων, στον κιν/φο «ΟΡΦΕΑΣ» (Λεωφ. Σαρωνίδας 60). Έχει αποσπάσει τα ακόλουθα βραβεία και διακρίσεις:

– Prix Mémoire de la Méditerranée (INA) -19th Primed 2015 (International festival of Mediterranean Documentary) (www.primed.tv).
– 1ο Βραβείο Καλύτερου Ντοκιμαντέρ – 9ο Φεστιβάλ Ελληνικού Ντοκιμαντέρ 2015.
– Βραβείο Μοντάζ – 9ο Φεστιβάλ Ελληνικού Ντοκιμαντέρ 2015.
– Βραβείο Καλύτερου Ντοκιμαντέρ – 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ «Beyond the Borders» ΙΔΙΣΜΕ 2016.
– 17ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης 2015.
– 3ο Aegean Docs – Μυτιλήνη 2015.
– 19ο PRIMED – Μασσαλία 2015.
– 9ο DOCFEST – Χαλκίδα 2015.
– 3ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου – Καλαμάτα 2016.
– 5ο FICMEC – Φεστιβάλ Ναντόρ Μαρόκο 2016.
– 1ο ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ – Καστελλόριζο 2016.
– Cinedoc Νοέμβριος 2014.
– 8ο Πανόραμα σύγχρονου Ελληνικού κιν/φου – Centre Culturel Hellénique, Παρίσι 2015.
– 12ο Πανόραμα Οικολογικών ταινιών 2015.
– Εκδήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα προσφύγων – Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο 2016.
– 7ο Ανοικτές Πόρτες, Ιππότες της Ρόδου – Ρόδος 2016.
Το ντοκιμαντέρ έχει επίσης προβληθεί στην Ταινιοθήκη Αθηνών και Θεσσαλονίκης, στην Αλεξανδρούπολη, στη Νίκαια της Γαλλίας, στη Μυτιλήνη και προγραμματίζονται προβολές στο Σικάγο, στο Χιούστον, στο Μόντρεαλ.

Βιβλιογραφία:
– Παλαιά Φώκαια Μικράς Ασίας (Νικ. Χόρμπος, εκδ. Γράμμα, 1988).
– Όσα δεν έγραψε η Ιστορία (Παρασκευάς Συργιανόγλου, 2004).
– PHOCEE 1913-1920, Le temoignage de Félix Sartiaux (EdItion Kallimages, 2008).
– Η καταστροφή της Φώκαιας (Félix Sartiaux, εκδ. Kallimages, Paris 2014).
– Φωκαϊκά βλέμματα (Félix Sartiaux, εκδ. Kallimages, Paris 2012).
– Η Ελληνική Μικρασία (Félix Sartiaux, εκδ. Ιστορητής, 1993).
– Εξωτερική πολιτική και πολιτικές εξελίξεις στην πρώτη τουρκική δημοκρατία – Η άνοδος της στρατογραφειοκρατίας 1923-1950 (Νεοκλής Σαρρής, εκδ. Γόρδιος 1992).
– Φώκαια 1914: Ο πρώτος ξεριζωμός – Με τη ματιά του Félix Sartiaux (εκδ. Σύλλογος Μικρασιατών Σκάλας Λουρών Λέσβου «Το Δελφίνι»).
– Η Γενοκτονία των Ελλήνων (Θεοφάνης Μαλκίδης, εκδ. Γόρδιος, 2014).
– Μνήμη Άλωσης ή άλωση της Μνήμης (Θεοφάνης Μαλκίδης, εκδ. Γόρδιος, 2014).
– Αναφορικά με την Τουρκία (Τζώρτζ Χόρτον, εκδ. Νέα Σύνορα – Λιβάνη, 1992).
– Εθνικά ζητήματα (Μ. Χαραλαμπίδης, εκδ. Γόρδιος, 4η εκδοση 1997).
– Πόντιοι – Δικαίωμα στη Μνήμη (Μ. Χαραλαμπίδης, Κ. Φωτιάδης εκδ. Γόρδιος 2003).
– Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου (Κώστας Φωτιάδης, 14 τόμοι, εκδ. Ηρόδοτος, 2002).
– Ο Βενιζέλος και το ελληνοτουρκικό σύμφωνο φιλίας του 1930 (Ιφιγένεια Αναστασιάδου, εκδ. Φιλιππότη, 1982).
– Η Μαύρη Βίβλος (Οικουμενικό Πατριαρχείο, 1918, εκδ. Αρσενίδη).

Πηγές:
– Γιάννης Κιουλέκας, 12 Ιουνίου 2015 (μέλος του Συνδέσμου των εν Ελλάδι Νεοφωκαέων, Χαϊδάρι Αττικής, έτος ιδρύσεως 1926), «12 Ιουνίου (1914) Ημέρα Μνήμης των σφαγών στην Φώκαια (Π. & Ν.) της Μ. Ασίας», σε: geromorias.blogspot.com
– cognoscoteam.gr, thebest.gr, delfini1922.gr

Χωρίς κατηγορία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s