Ο εθνικός και κορυφαίος Ποιητής μας, Διονύσιος Σολωμός

Διονύσιος Σολωμός
(Κέρκυρα, 8 Απριλίου 1798 – Κέρκυρα, 9 Φεβρουαρίου 1857)
Λεπτομέρεια από προσωπογραφία του Διονυσίου Σολωμού,
έργο αγνώστου ή του Σπ. Προσαλέντη (1856;),
Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων

Από απόσταση..

Ο ποιητής Διονύσιος Σολωμός (1798-1857), εθνικός ποιητής της Ελλάδας, αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση στην ιστορία των γραμμάτων μας. Γεννημένος στα τέλη του 18ου αιώνα στα Επτάνησα, ζει όλη του τη ζωή εκτός των συνόρων του ελληνικού κράτους, ως Γάλλος, Επτανήσιος και Άγγλος πολίτης, έχοντας ως γλώσσα της παιδείας του, της σκέψης του, της προφορικής και γραπτής επικοινωνίας του την ιταλική. Σε αυτήν μάλιστα θα ξεκινήσει την ποιητική του διαδρομή. Ωστόσο, για την υψηλή ποιητική του έκφραση θα επιλέξει την ελληνική, την οποία, μολονότι θα χρειαστεί να τη σπουδάσει σαν να ήταν δεύτερη γλώσσα, θα κατορθώσει να την καλλιεργήσει σε τέτοιο βαθμό και να δημιουργήσει ποίηση τόσο σημαντική που το έργο του θα αποτελέσει την αρχή και τη βάση της νεότερης λογοτεχνίας μας. Επιχειρώντας να κατανοήσει το παράδοξο αυτό, ο Σεφέρης υποδεικνύει ως μια βασική έννοια – κλειδί, την απόσταση.

«Ο γενάρχης της λογοτεχνίας αυτής δεν ήξερε ελληνικά, αλλά τα έμαθε και τα μάθαινε ως το τέλος της ζωής του. […] Αλλά την πορεία της ελληνικής γλώσσας την εχάραξε μια για πάντα η διάνοια του Σολωμού. Και ίσως επειδή ερχότανε κάθε τόσο από μακριά, να κοίταξε τα πράγματα με το φρέσκο και το σίγουρο μάτι που τα κοίταξε» (Σεφέρης [1937] 1984: 71, 74). Πράγματι, η απόσταση από την οποία ο Σολωμός συμμετείχε στα πράγματα φαίνεται πως εντέλει λειτούργησε ως μια θετική προϋπόθεση του ιδιαίτερου επιτεύγματός του. Πρόκειται για απόσταση γλωσσική και συγχρόνως πολιτισμική, αισθητική, ιδεολογική, αλλά πριν από όλα, γεωπολιτική.

Στα Επτάνησα

Τα Επτάνησα, από όπου προέρχεται ο Σολωμός, βρίσκονται, όπως είναι γνωστό, στην ανατολική άκρη της Ελλάδας, ανάμεσα σε αυτή και την Ιταλία, και έχουν σημαντικά διαφορετική ιστορική διαδρομή από τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο. Αποκομμένα από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία ήδη κατά τον 12ο αιώνα, δεν θα γνωρίσουν σχεδόν ποτέ την οθωμανική κατάκτηση αλλά θα υποταχθούν σε διάφορες δυτικές κυριαρχίες. Διαρκέστερες θ’ αποδειχθούν αυτές της Βενετίας (14ος-1797) και της Αγγλίας (1815-1864), η οποία θα λήξει με την Ένωση των νησιών με την Ελλάδα. Στο ενδιάμεσο, οι Επτανήσιοι θα γνωρίσουν σημαντικές στιγμές πολιτικής ανάτασης: το 1797 ο στρατός του Ναπολέοντα θα καταλύσει τη βενετική κυριαρχία και θα κηρύξει τη δημοκρατία, ενώ το 1800 θα ιδρυθεί η Επτάνησος Πολιτεία (-1807), το πρώτο ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος, με δικό του Σύνταγμα, διοίκηση, εκπαίδευση και εφημερίδες.

Εξ αιτίας της γεωπολιτικής ιδιαιτερότητας των Επτανήσων, διαμορφώνονται εκεί κοινωνικές και πολιτισμικές δομές πολύ διαφορετικές από αυτές του ελλαδικού κέντρου, ενώ καθοριστικός στη διαμόρφωση της επτανησιακής διαφορετικότητας αποδεικνύεται ο ρόλος των Βενετών, των μακροβιότερων κυριάρχων. Μια σειρά από θεσμοί που εκείνοι είχαν εδραιώσει, όπως το ενετικό δίκαιο, τα προνόμια διαφόρων ομάδων και οι κοινωνικές τάξεις, θα επιβιώσουν και μετά το τέλος της κυριαρχίας τους, επί Αγγλοκρατίας. Θα επιβιώσει επίσης και η ιταλική γλώσσα, η οποία θα αναγνωριστεί από τους Άγγλους ως η επίσημη γλώσσα της διοίκησης, των δικαστηρίων και της παιδείας στα Επτάνησα και θα χρησιμοποιηθεί σταθερά στις εφημερίδες μαζί με την αγγλική και την ελληνική. Άλλωστε, τουλάχιστον ως την Ένωση με την Ελλάδα, τα νησιά, εκτός από την επαφή τους με την Αγγλία και με την υπόλοιπη Ευρώπη, θα διατηρήσουν μια προνομιακή σχέση με την παλιά μητρόπολη και γενικότερα με την Ιταλία.

Δύο διαδοχικές υπογραφές του ποιητή: Dionisio Salamon και Dionisio Solomòs

Ο Διονύσιος Σολωμός θα γεννηθεί λοιπόν στο πολύγλωσσο και πολυπολιτισμικό περιβάλλον των Επτανήσων και συγκεκριμένα, στη Ζάκυνθο, το 1798, ένα έτος μετά την κρίσιμη μετάβαση από τη μακραίωνη βενετοκρατία στη δημοκρατία. Ο πατέρας του, κόντε Νικόλαος Σολωμός, ήταν πλούσιος ευγενής κρητικής καταγωγής και μιλούσε ιταλικά, όπως πολλοί επτανήσιοι της εποχής του και της τάξης του. Η μητέρα του, η Αγγελική Νίκλη, ήταν υπηρέτρια στο σπίτι του κόντε, κοπέλα λαϊκή και πολύ νεότερή του. Ο Σολωμός θα γεννηθεί εκτός γάμου, όπως και ο ομομήτριος αδελφός του Δημήτριος (1802), αλλ’ ο πατέρας τους θα φροντίσει για τη μόρφωσή τους, θα τους συμπεριλάβει στη διαθήκη του και λίγο πριν πεθάνει θα παντρευτεί την μητέρα τους.

Το σπίτι του Διον. Σολωμού στη Ζάκυνθο, πριν καταστραφεί από τους σεισμούς του 1853 (Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α’ Λυκείου)

Έχοντας στην κατοχή του μέρος της περιουσίας του πατέρα του καθώς και τον τίτλο ευγενείας, ο Σολωμός δεν θα χρειαστεί να εργαστεί. Ωστόσο, δεν θα αποκτήσει την ηρεμία που συνεπάγονταν τα προνόμια αυτά παρά μόνο στην ηλικία των σαράντα τριών χρονών, δηλαδή δεκαέξι χρόνια πριν από το θάνατό του. Αιτία, η νομική ασάφεια σχετικά με το κληρονομικό δίκαιο, την οποία σκόπιμα συντηρούσε η αγγλική προστασία, προκειμένου να χειραγωγεί πολιτικά τους αστούς και ευγενείς Επτανήσιους, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν αποκτήσει παιδιά εκτός γάμου, ακολουθώντας τα βενετικά ήθη (Καπάδοχος [1992] 2005).

Θυρεός οικογένειας Σολωμού

Έτσι, μέχρι το 1841 που θα ψηφιστούν οι νέοι κώδικες, ο Σολωμός θα ζήσει σε κοινωνική και οικονομική ανασφάλεια, την οποία κάθε τόσο επιτείνουν προστριβές με τον ομομήτριο αδελφό του Δημήτριο και δικαστικές διαμάχες τόσο με τον μεγαλύτερο ετεροθαλή αδελφό του Ροβέρτο Σολωμό, από τον πρώτο γάμο του πατέρα του, όσο και, κυρίως, με τον μικρότερο, τον Ιωάννη Λεονταράκη, από τον δεύτερο γάμο της μητέρας του. Ο τελευταίος, γεννημένος μόλις λίγους μήνες μετά τον θάνατο του Νικολάου Σολωμού, θα στηριχθεί στην ημερομηνία γέννησής του για να διεκδικήσει το όνομα, τον τίτλο και την περιουσία του κόντε Νικολάου, προκαλώντας έναν δικαστικό αγώνα που θα διαρκέσει πέντε χρόνια (1833-1838). Μολονότι η έκβαση θα δικαιώσει τον Διονύσιο και τον Δημήτριο, η υπόθεση θα κοστίσει πολύ στον ποιητή, καθώς τον έφερε σε σύγκρουση με τη μητέρα του, που πήρε το μέρος του Ιωάννη, αλλά και με αρκετούς φίλους του, που δεν κράτησαν την αναμενόμενη στάση.

Οι περιπέτειες, που χρειάστηκε να ζήσει ο Ποιητής εξ αιτίας της οικογενειακής του καταστάσεως και της αγγλικής πολιτικής στα Επτάνησα, δεν άφησαν ανεπηρέαστο το έργο του. Επανειλημμένα στις στιγμές των οικογενειακών κρίσεων ο Σολωμός στρέφεται στην ποίηση και «πολεμάει να παρηγορηθεί» με τη σάτιρα, όπως ο Διονύσιος Ιερομόναχος, η περσόνα του αφηγητή στο πεζό σατιρικό έργο της «Γυναίκας της Ζάκυθος». Ακόμα όμως και σε αυτές τις περιπτώσεις προσωπικής εκτόνωσης μέσω της γραφής, καταφέρνει σχεδόν πάντα να υπερβαίνει το προσωπικό του κίνητρο και να δίνει στα έργα του ευρύτερη διάσταση, που να έχει γενικότερο ενδιαφέρον.

Η χρυσή σφραγίδα του ποιητή με το μονόγραμμά του στο κέντρο και χαραγμένη περιμετρικά τη φράση «VERUM AMO VERUM VOLO» (: Την αλήθεια αγαπώ την αλήθεια θέλω)

Έτσι, ενώ στο σατιρικό όνειρο «Η τρίχα», του Συνθέματος 1833-1834, ο σατιρικός στόχος είναι ο δικηγόρος του αντιδίκου αδελφού του, επίσης νόθος, στο κέντρο του ποιήματος βρίσκεται ο γενικότερος προβληματισμός για τη στάση των ανθρώπων απέναντι στον Έρωτα, όπως φαίνεται από τα σχεδιάσματα του έργου στο χειρόγραφο του ποιητή (οι αστερίσκοι αντιστοιχούν σε μία μετρική συλλαβή):

Όταν μια γυναίκα παραδίνεται έτσι

* * * * * * * * * * * * αρο
όπου τον Έρωτα ποιεί ξαδέλφι με το Χάρο
πώς διάβολο μπορείς να ξέρεις τίνος παιδί είσαι;
(Πολίτης επιμ. 1964: 337 β 33-36)

αναρωτιέται ο διαβολικός σατιριστής, που έχει στο ποίημα τη μορφή του φλάρη (καθολικού ιερέα) του βαρόμετρου -ένα ακόμα σατιρικό προσωπείο του ποιητή. Και η σάτιρα κλείνει με στίχους αυτογνωσίας του ποιητή, από την απόσταση της αυτοειρωνείας: ο φλάρης, που έχει βαλθεί ν’ αποτιμήσει την αξία του σατιριζόμενου δικηγόρου απέναντι στο βάρος της νοθογέννησής του, βάζοντάς τον στον ένα δίσκο της ζυγαριάς με αντίβαρο, από την άλλη μεριά, μια τρίχα της μητέρας του, καλεί τώρα «στα ζύγια» και τον ποιητή, που βλέπει το όνειρο, προκειμένου ν’ αποτιμήσει και τη δική του αξία. Ο ποιητής ταράζεται με την πρόσκληση και ξυπνά, το όνειρο κόβεται και το ποίημα κλείνει με την αποστολή του στη γενέθλια γη, όπου διεξάγεται η οικογενειακή δίκη («την κρίση του»):

Καλ’ όνειρο, στη Ζάκυνθο τίναξε τα φτερά σου
και πες πως τ’ άλλα ονείρατα θέλει έρθουνε κοντά σου.
Και πες, α ρωτηθείς για με: «Την κρίση του μη χάσει
τρέμει πολύ και δεν μπορεί καθόλου να γελάσει».
(Πολίτης 1955: 254)

Το «Σύνθεμα του 1833-1834» (Τσαντσάνογλου 1982) ανήκει βέβαια στην περίοδο της ωριμότητας του ποιητή που συνδέεται με την οριστική εγκατάστασή του στην Κέρκυρα. Θα προηγηθεί η περίοδος της προετοιμασίας, στη Ζάκυνθο, και πριν ακόμα το ποιητικό ξεκίνημά του στην Ιταλία.

Από τη Ζάκυνθο στην Ιταλία (1808-1818)

Ο Σολωμός θα μάθει τα πρώτα γράμματα στη Ζάκυνθο, παρακολουθώντας ιδιωτικά μαθήματα στο πατρικό σπίτι και μια χρονιά στο δημόσιο σχολείο (1807-1808), που είχε αρχίσει να λειτουργήσει κατά την περίοδο της Επτανήσου Πολιτείας. Το 1808, μετά τον θάνατο του πατέρα του, οι επίτροποι θα τον στείλουν για σπουδές στην Ιταλία, όπως ήταν η συνήθεια, φροντίζοντας να μην έρχεται σε επαφή με τη μητέρα του και τη νέα της οικογένεια (είχε στο μεταξύ παντρευτεί τον Εμμανουήλ Λεονταράκη). Θα τον συνοδεύσει ο Ιταλός πρόσφυγας αββάς Σάντο Ρόσι, που ήταν οικοδιδάσκαλος στη Ζάκυνθο. Η προσαρμογή του δεκάχρονου μαθητή στο Λύκειο της Αγίας Αικατερίνης στη Βενετία θ’ αποδειχθεί δύσκολη και ο Ρόσι θα τον πάρει κοντά του στην Κρεμόνα μέχρι την αποφοίτησή του από το Λύκειο της πόλης, το 1815. Στη συνέχεια ο Σολωμός θα γραφτεί στη Νομική Σχολή της Παβίας, απ’ όπου θα πάρει το δίπλωμά του το 1818.

Ωστόσο οι νομικές σπουδές δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρουν. Στην Ιταλία, έρχεται σε επαφή με την πλούσια ιταλική λογοτεχνική παράδοση και με το δυναμικό παρόν της ιταλικής λογοτεχνίας των αρχών του 19ου αιώνα, όπου η ποίηση, και μάλιστα η θρησκευτική (νεοκλασικιστική, νεοπλατωνική) έχει την πρωτοκαθεδρία. Στις πόλεις των σπουδών του, αλλά και στο Μιλάνο, παρακολουθεί «ακαδημίες» ποίησης (δηλ. δημόσιες αναγνώσεις ποιημάτων) και βραδιές ποιητικού αυτοσχεδιασμού. Συναναστρέφεται γνωστούς ποιητές και λογίους, όπως ο Vincenzo Monti, ο Giovanni Torti, ο Giuseppe Montani. Ζει τον αγώνα των Ιταλών (Λομβαρδών και Βενετών) ν’ απελευθερωθούν από τον αυστριακό ζυγό, αλλά και την ατμόσφαιρα της διαμάχης του κυρίαρχου νεοκλασικισμού με τον ανερχόμενο ρομαντισμό. Στην Ιταλία επίσης συνειδητοποιεί την ποιητική κλίση του και γράφει στα ιταλικά τα πρώτα του ποιήματα, σχεδόν όλα θρησκευτικής θεματικής.

Η αποχαιρετιστήρια επιστολή που του απευθύνει ο φίλος του Giuseppe Montani από το Lodi, στις 22 Αυγούστου 1818, δίνει μια καλή εικόνα για τον εικοσάχρονο Σολωμό που επιστρέφει τώρα, μετά από δέκα χρόνια απουσίας, στο γενέθλιο νησί:

«Στο καλό, λοιπόν, αγαπημένε μου Διονύσιε, στο καλό! Το πνεύμα των θαλασσών, το πνεύμα της αγίας φιλίας και το πνεύμα της ελευθερίας ας σε συντροφεύουν! Εσύ τουλάχιστο θα ξαναδείς μια πατρίδα, που μπορεί κανείς να τη λέει πατρίδα αληθινά· όσο κι αν η ξένη προστασία είναι, πες, ένα σκέπασμα μονάχα της σκλαβιάς. Τέλος πάντων όμως οι νόμοι είναι δικοί σας, δικά σας τα όπλα, και δική σας η κυβέρνηση· έχουν αναγνωριστεί τα δικαιώματά σας, έχουν ξυπνήσει και πάλι οι αρετές. Κάθε Εφτανησιώτης μπορεί να είναι περήφανος για το όνομά του, κι έχει στην καρδιά του τη γλυκιά πεποίθηση πως μπορεί να φανεί ωφέλιμος στην πολιτεία. Η δόξα της και η ευημερία της φαίνεται πως είναι εμπιστευμένες στη νέα γενιά, και ο νέος που επιστρέφει εκεί με άδολη την ψυχή και καλλιεργημένο το πνεύμα θα νιώθει να φλογίζεται από τις πιο ευγενικές ελπίδες. Αν αφιερωθείς έστω και αποκλειστικά στην τέχνη των Μουσών, θα έχεις να εκφράσεις αληθινά και γενναία αισθήματα, να διεγείρεις υψηλά πάθη και να εισάγεις μια καθαρή ευγένεια. Ο πατριωτισμός θα σου δίνει υπέροχες εμπνεύσεις, και όσο πιο καλός ποιητής, τόσο και πιο καλός πολίτης θα μπορείς να πιστεύεις πως είσαι. […] Την τελευταία φορά που σου έγραψα, που δεν είχες φύγει ακόμη, και που εγώ ήθελα και επέμενα να βρω τρόπο να μην φύγεις, μεταχειρίστηκα μερικά επιχειρήματα πιο πολύ για να ευχαριστήσω τον εαυτό μου παρά για να σου κάμουν εσένα καλό. Τώρα η φιλία με υποχρεώνει να σε δυναμώσω στην απόφασή σου και σχεδόν να σου κρύψω τη λύπη μου. Και κατηγορούσα κιόλας τον εαυτό μου που σου είχα εκφράσει επιθυμίες, που αν τις ακολουθούσες, χώρια που μπορούσαν να σου κλείσουν ένα δοξασμένο στάδιο, θα σε έκαναν διπλά απάνθρωπο, και απέναντι στην πατρίδα σου και απέναντι στη μητέρα σου που τόσο αγαπάς […]» (Πολίτης 1991: 457).

Ο Σολωμός επιστρέφει στην πατρίδα του με την προσδοκία να ξαναδεί τη μητέρα του και την επιθυμία να γίνει ποιητής. Κάποια από τα βασικά συστατικά του ποιητικού οράματός του διαφαίνονται στις υποδείξεις του Montani: αφοσίωση στην πατρίδα και την ελευθερία, καλλιέργεια του πνεύματος, αγνότητα της ψυχής, το υψηλό, σύνδεση της ποίησης με την ηθική και την πολιτική και η πεποίθηση ότι η ποίηση μπορεί να διαπαιδαγωγήσει καλύτερους ανθρώπους, καλύτερους πολίτες. Πρόκειται για έννοιες που χαρακτηρίζουν την (ιταλική) λογοτεχνία της εποχής και που θα τις ξαναβρούμε αργότερα στο ελληνόγλωσσο έργο του.

Η επιστροφή στη Ζάκυνθο (1818-1828): από Ιταλός, εθνικός ποιητής της Ελλάδας

Επιστρέφοντας στη Ζάκυνθο ο Σολωμός θα συνεχίσει να συνθέτει ιταλικά ποιήματα, όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι επτανήσιοι λογοτέχνες. Πρόκειται είτε για επικαιρικά σονέτα -ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει το σονέτο «In morte di Ugo Foscolo» (Στο θάνατο του Ούγου Φόσκολου)- είτε για ποιήματα ψυχαγωγίας της παρέας, όπως οι περιπαικτικές σάτιρες για τον Διονύσιο Ροΐδη και τα πολυάριθμα αυτοσχέδια σονέτα που προκύπτουν καθώς παίζει με φίλους το άλλοτε διάσημο στην Ιταλία ποιητικό αγώνισμα του αυτοσχεδιασμού, δηλαδή της σύνθεσης ποιημάτων με δοσμένο θέμα, δοσμένη μορφή ή και δοσμένες ομοιοκαταληξίες και με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα. Το ζητούμενο δεν είναι ασφαλώς η πρωτοτυπία, αλλ’ η επιδέξια διαχείριση ενός οπλοστασίου ποιητικών εκφράσεων και ομοιοκαταληξιών που προέρχονται κυρίως από την παλιότερη ιταλική λογοτεχνική παράδοση και αποτελούν κοινή γλώσσα πολλών ποιητών του ιταλικού 18ου και του αρχομένου 19ου αιώνα (Coutelle 2009, 147-208). Ο Σολωμός διακρίνεται για την ταχύτητα και τη στιχουργική του δεινότητα και τριάντα αυτοσχέδια σονέτα θα συγκεντρωθούν από τον φίλο του Λουδοβίκο Στράνη και θα εκδοθούν στην Κέρκυρα το 1822 (β’ έκδοση: 1823), με τον τίτλο «Rime Improvvisate» (Αυτοσχέδιες Ρίμες).

Εξώφυλλο των «Rime Improvvisate», της μόνης ποιητικής συλλογής που δημοσίευσε ο Σολωμός εν όσω ζούσε (Ψηφιακή βάση ΑΠΘ)

Παράλληλα με τη σύνθεση ιταλόγλωσσων ποιημάτων, ενταγμένος πλέον στο φυσικό περιβάλλον της ελληνικής γλώσσας, ο Σολωμός θ’ αρχίσει να τη σπουδάζει και να εξοικειώνεται με παλαιότερες και νεώτερες ελληνικές λογοτεχνικές παραδόσεις: έμμετρες ερωτικές μυθιστορίες, κρητική αναγέννηση, δημοτικό τραγούδι, ζακυνθινή παράδοση. Θα ξεκινήσει επίσης να γράφει ποίηση στη νεοελληνική. Τα πρώτα ποιήματά του σε αυτήν έχουν ανακρεοντικά, αρκαδικά και βουκολικά θέματα και απηχούν τη νεοκλασική παιδεία του (π.χ. «Ανθούλα», «Ανάμνησις», «Ευρυκόμη», «Ο θάνατος του βοσκού»), διατηρώντας ευανάγνωστες εκφραστικές συγγένειες με την ιταλόγλωσση ποίησή του. Θ’ ακολουθήσουν ποιήματα προρομαντικού ή ρομαντικού χαρακτήρα, όπως η «Ωδή στη Σελήνη» και «Η σκιά του Ομήρου», με αποκορύφωμα το βυρωνικό ποίημα του «Ὁ Λάμπρος» (1824-1826, 1833), γραμμένο σε ενδεκασύλλαβες οκτάστιχες στροφές -το γνωστό ιταλικό μέτρο της ottava, έντεχνα ενταγμένο τώρα στην ελληνική ποίηση. Φιλόδοξο συνθετικό ποίημα, ο «Λάμπρος» αποτελεί απόδειξη της μεγάλης διαδρομής που διήνυσε ο Σολωμός μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα ως προς τη γλώσσα και την ποιητική· αποτύπωση «λεπτών αισθημάτων» με μεγάλη οικονομία και συγχρόνως σαφήνεια και ακρίβεια:

Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη·
και αποκεί κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.

«[…] εις αυτό το μικρό του ποίημα, ή, καλύτερα, κομμάτι ποιήματος, ευρίσκεται το ζήτημα τση γλώσσας λυμένο τω όντι ευτυχέστατα […] όλα αυτά σε κάνουνε ν’ ακούς εκεί μέσα τη θρησκεία σου, τα ήθη σου, τες χαρές σου, τους φόβους σου, ταις πρόληψές σου, τα πάθη σου, μ’ ένα λόγο, την ουσία της ζωής σου σε τρόπο, που ήθελε είναι καθαυτό αδύνατο να θεωρήσεις αλλέως τέτοια ποίηση, παρά σα μνημείο ατελεύτητο του καιρού σου» κατέληγε με ενθουσιασμό η πρώτη κριτική (Εμμ. Στάης, «Ο “Λάμπρος” του Σολωμού», 1853) για το «κομμάτι» του ποιήματος που είχε στο μεταξύ δημοσιευτεί στο περιοδικό «Ιόνιος Ανθολογία» (Γενάρης 1834).

Στα δέκα χρόνια της ζακυνθινής διαμονής του ο Σολωμός θα πειραματιστεί, εν είδει ασκήσεως και αναζητήσεως, με μια μεγάλη ποικιλία μετρικών και στιχουργικών μορφών, που προέρχονται στην πλειονότητά τους από την ιταλική στιχουργία (π.χ. πεντασύλλαβος, επτασύλλαβος, terza rima) και από τη νεοελληνική (π.χ. δεκαπεντασύλλαβος). Θα συγκεκριμενοποιήσει τις θεματικές περιοχές και τις έννοιες που τον ενδιαφέρουν να διερευνήσει ποιητικά και θα δοκιμάσει τρόπους διερεύνησής τους: σχέση ανθρώπου – θεού, ανθρώπου – φύσης, καλού – κακού· η θεϊκή δικαιοσύνη, η δευτέρα παρουσία· η ποιητική δικαιοσύνη και ο κοινωνικός χαρακτήρας της ποίησης· ελευθερία, πολιτική και ηθική· η αγνότητα και το υψηλό· καθαρότητα ψυχής και εξωτερικό κάλος· σάτιρα και λυρισμός· όνειρα και οράματα· προσωπεία.

Τα χρόνια της ζακυνθινής διαμονής του Σολωμού συμπίπτουν βέβαια με τον επαναστατικό αγώνα των Ελλήνων για εθνική ανεξαρτησία. Η ποιητική παρέμβασή του στο μείζον εγχείρημα της μεγάλης πατρίδας μοιάζει προδιαγεγραμμένη ήδη από τότε που άφηνε την Ιταλία: το υποδείκνυε το Μontani· το επιτάσσει η ποιητική και η ιδεολογία της εποχής.

Το εξώφυλλο του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν», έκδοση Μεσολογγίου. Η πεζή ιταλική μετάφραση που συνοδεύει εδώ το ελληνικό κείμενο έγινε, πιθανότατα, με τη συνεργασία Grassetti και Σολωμού

Από την ομάδα των έργων που συνδέονται άμεσα με τα γεγονότα της επανάστασης (π.χ. «Εις Μάρκο Μπότσαρη», «Η καταστροφή των Ψαρών») ξεχωρίζει ασφαλώς ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», το ποίημα που θα καταστήσει τον εικοσιπεντάχρονο Σολωμό ευρύτερα γνωστό στην Ελλάδα και την Ευρώπη και που αργότερα (1865), θα του δώσει τον τίτλο του εθνικού ποιητή των Ελλήνων. Γραμμένος με μιαν ανάσα, τον Μάιο του 1823, σε τροχαϊκό οκτασύλλαβο και 158 τετράστιχες στροφές, ο Ύμνος είναι το εκτενέστερο έως τότε ποίημά του και το πρώτο ελληνόγλωσσο που θα τυπωθεί και μάλιστα σε τρεις διαδοχικές εκδόσεις, το 1825: πρώτα, στο Παρίσι, στον δεύτερο τόμο των δημοτικών τραγουδιών του Κλωντ Φωριέλ, με έμμετρη γαλλική μετάφραση (και σε χωριστό ανάτυπο)· ακολούθως, στο Λονδίνο, στην αγγλική μετάφραση του τόμου του Φωριέλ· τέλος, στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, με ιταλική πεζή μετάφραση. Το ποίημα άλλωστε απευθύνεται τόσο στους Έλληνες όσο και στους Ευρωπαίους. Εξισορροπώντας ενθουσιασμό και αναστοχασμό, συμμετοχή και αποστασιοποίηση, το ποιητικό υποκείμενο αναλαμβάνει να προβάλει την ιδεολογία της επανάστασης (δίκαιος αγώνας για ελευθερία, αυτοδιάθεση και θρησκεία), να υμνήσει επιλεκτικά κάποια από τα πολεμικά κατορθώματα των Ελλήνων, να ενθαρρύνει τους πολεμιστές και συγχρόνως, να επισημάνει και να διαχειριστεί γεγονότα και συμπεριφορές που απειλούν ποικιλότροπα το ευάλωτο εγχείρημα της επαναστάσεως, όπως τα συμφέροντα και η υποκρισία των Μεγάλων Δυνάμεων, η σφαγή στην Τριπολιτσά και η εσωτερική διχόνοια των Ελλήνων:

144. »Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή·
καθενός χαμογελάει,
πάρ’ το, λέγοντας, και συ.

145. »Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά·
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά.

146. »Από στόμα οπού φθονάει,
παλικάρια, ας μην ‘πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.

147. »Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένα έθνη αληθινά:
Εάν μισούνται ανάμεσό τους
δεν τους πρέπει ελευθεριά.

148. »Τέτοια αφήστενε φροντίδα·
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή.

Ο Ύμνος είναι ποίημα πολιτικής και συγχρόνως λογοτεχνικής παρέμβασης, καθώς ταυτόχρονη και ισότιμη επιδίωξή του είναι να καταδείξει και τις λογοτεχνικές ικανότητες της αναγεννημένης Ελλάδας και της νεοελληνικής γλώσσας. Όπως ο ίδιος ο Σολωμός το τονίζει ρητά σε επιστολή του, ακυρώνοντας τη σχεδιαζόμενη έκδοση πρωτόλειων ελληνόγλωσσων ποιημάτων του: «Χρειάζονται όμως άλλα πράματα τώρα, για να δείξουμε τι δυνατότητες έχει η γλώσσα» (Πολίτης 1991, 87). Γράφοντας «γλώσσα» εννοεί βέβαια τη γλώσσα του λαού. Στην κρίσιμη συζήτηση που διεξάγεται ανάμεσα στους λογίους της εποχής του σχετικά με τη γλώσσα, στην οποία θα πρέπει να μιλούν και να γράφουν οι πολίτες του υπό γένεση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, ο Σολωμός θα ταχθεί υπέρ της γλώσσας του λαού. Την άποψη αυτή θα υπερασπίσει τόσο με την ποίησή του όσο και με το κριτικό, μαχητικό κείμενο του «Διαλόγου» (1824), όπου ο Ποιητής, με την ηθική υποστήριξη του Φίλου, θα συγκρουστεί με τον Σοφολογιότατο.

ΠΟΙΗΤΗΣ
Εκατάλαβα· θέλεις να ομιλήσουμε για τη γλώσσα· μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατεί τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει πατήσει ογλήγορα τα σοφολογιοτατίστικα, και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δύο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω, αν κανένας Σοφολογιότατος κρώζει ή κανένας Τούρκος βαβίζει· γιατί για με είναι όμοιοι και οι δύο.

Καθώς «ερχότανε κάθε τόσο από μακριά» (Σεφέρης) και χάρη στην εξοικείωσή του με αντίστοιχα ευρωπαϊκά γλωσσικά ζητήματα κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Ιταλία, ο Σολωμός θ’ ανασκευάσει με συγκροτημένα επιχειρήματα και σθένος τις απόψεις υπέρ της καθαρεύουσας ή/και της αρχαΐζουσας:

[…]
ΠΟΙΗΤΗΣ
Θυμώνω γιατί είμαι στενεμένος να ξαναπώ τα πράγματα οπού είπαν τόσες φορές τα άλλα έθνη, και δίχως ωφέλεια να τα ξαναπώ. Οι Γάλλοι έλαβαν φιλονικεία για τη γλώσσα, και ετελείωσε εις την εποχήν του Δαλαμπέρτ· την έλαβαν οι Γερμανοί, και ο Όπιτς έδωσε το παράδειγμα της αλήθειας· την έλαβαν οι Ιταλοί, και με τόσο πείσμα, οπού μήτε το παράδειγμα του Υψηλότατου Ποιητή είχε φθάσει για τότε να τους καταπείσει. Ησύχασαν τέλος πάντων γράφοντας τη γλώσσα του λαού τους τα σοφά έθνη, και αντί εκείνες οι ελεεινές ανησυχίες να μας είναι παράδειγμα για να τες αποφύγουμε, επέσαμε εις χειρότερα σφάλματα. Τέλος πάντων οι Σοφολογιότατοι εκείνων των εθνών ήθελαν να γράφεται μία γλώσσα οπού ήτον μία φορά ζωντανή εις τα χείλη των ανθρώπων· κακό πράγμα βέβαια, και αν ήτον αληθινά δυνατόν· γιατί δυσκολεύει την εξάπλωση της σοφίας· αλλ’ οι δικοί μας θέλουν να γράφουμε μία γλώσσα, η οποία μήτε ομιλιέται, μήτε άλλες φορές ομιλήθηκε, μήτε θέλει ποτέ ομιληθεί.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
Και τα λόγια του Πλάτωνος γιατί μου τα ανέφερες;
ΠΟΙΗΤΗΣ
Για να καταπεισθείς πως τη σημασία των λέξεων ο λαός την διδάσκει του συγγραφέα.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
Το σύγγραμμα λοιπόν θα είναι κάθε άλλο πράγμα από του λαού την ομιλία.
ΠΟΙΗΤΗΣ
Όχι κάθε άλλο πράγμα· εκείνο οπού λέγει ο Βάκων για τη φύση, δηλαδή πως ο φιλόσοφος για να την κυριέψει πρέπει πρώτα να της υποταχθεί, ημπορεί κανείς να το πει για τη γλώσσα· υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού, και, αν είσαι αρκετός, κυρίεψε την.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
Αυτό δεν το καταλαβαίνω πώς γίνεται.
[…]

Ο Σολωμός θα επανέλθει στο «πώς» στη γνωστή επιστολή του προς τον φίλο του Γεώργιο Τερτσέτη (Ιούνιος 1833):

«Χαίρομαι να παίρνονται για ξεκίνημα τα δημοτικά τραγούδια, θα ‘θελα όμως, όποιος μεταχειρίζεται την κλέφτικη γλώσσα, να τη μεταχειρίζεται στην ουσία της και όχι στη μορφή της, με νιώθεις; Κι όσο για την ποίηση, πρόσεξε καλά Γιώργη μου, γιατί βέβαια καλό είναι να ρίχνει κανείς τις ρίζες του πάνω σ’ αυτά τ’ αχνάρια, δεν είναι όμως καλό να σταματά εκεί· πρέπει να υψώνεται κατακόρυφα. Δεν ξέρω αν φανέρωσα καλά τη σκέψη μου, έτσι βιαστικά που γράφω. Η κλέφτικη ποίηση είναι όμορφη και ενδιαφέρουσα καθώς μ’ αυτήν παράστησαν ανεπιτήδευτα οι Κλέφτες τη ζωή τους, τις ιδέες τους και τα αισθήματά τους. Δεν έχει το ίδιο ενδιαφέρον στο δικό μας στόμα· το έθνος ζητά από μας το θησαυρό της δικής μας διάνοιας, της ατομικής, ντυμένον εθνικά» (Πολίτης 1991: 254).

Χαρακτικό του Τάσσου που κοσμεί το εξώφυλλο του αφιερωματικού τεύχους της «Νέας Εστίας» 104, ετ. ΝΒ’, Χριστούγεννα 1978, αριθ. 1235 (Ψηφιακό αρχείο ΕΚΕΒΙ)

Στόχος του Σολωμού είναι να καλύψει το κενό που υπήρχε στη λογοτεχνία της εποχής του και του τόπου του: να καλλιεργήσει τη δημώδη, λαϊκή γλώσσα και να φτιάξει ένα ποιητικό γλωσσικό όργανο ικανό να εκφράσει ιδέες και έννοιες εθνικές αλλά και οικουμενικές. Στο δύσκολο αυτό εγχείρημα, η απουσία μιας ήδη διαμορφωμένης ενιαίας νεοελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης θα τον δυσκολέψει, αλλά ταυτόχρονα θα του αφήσει ελεύθερο το πεδίο, ενώ η απόσταση από την οποία έρχεται, η παιδεία του και η «διάνοιά του» θα του επιτρέψουν να δει καθαρότερα, να επιλέξει και να μπολιάσει δημιουργικά τη νεοελληνική ποιητική γλώσσα, την οποία επιχειρεί να πλάσει, με την ιταλική και ευρύτερα την ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση και σκέψη με τις οποίες είναι εξοικειωμένος. Ο καρπός θα φανεί στο χρονικό διάστημα 1828-1855.

Μετοικεσία στην Κέρκυρα (1828-1857)

«[…] εγώ είμαι καλά όσο ποτέ άλλοτε: μένω στο σπίτι εξαιρετικών ανθρώπων, βυθισμένος ως το λαιμό στις μελέτες μου» (Δ. Σολωμός, Κέρκυρα, 1.10.1832)

Στο τέλος του 1828 ο Σολωμός αποφασίζει να εγκατασταθεί στην Κέρκυρα για καλλιτεχνικούς και προσωπικούς λόγους. Θέλει να «αφιερωθεί όλος εις τη μελέτη της Τέχνης» (Πολυλάς 1859, κστ’) και συγχρόνως ν’ απομακρυνθεί από τον αδελφό του Δημήτριο και τη σύζυγό του (αυτή είναι, άλλωστε, υποστηρίζουν κάποιοι μελετητές, η ανώνυμη Γυναίκα της Ζάκυθος, την οποία ο ποιητής στηλιτεύει για τη συμπεριφορά της στο ομώνυμο έργο του).

Το σπίτι του Σολωμού στην Κέρκυρα. Σήμερα στεγάζει το Κερκυραϊκό Μουσείο Σολωμού

Τα διαβάσματά του αυτή την εποχή εστιάζουν στη γερμανική λογοτεχνία και φιλοσοφία, κατά κύριο λόγο μέσω των πολυάριθμων ιταλικών μεταφράσεων που του ετοιμάζει ο φίλος του Νικόλαος Λούντζης. Ωστόσο, ενεργός παραμένει ο διάλογος των μελετητών για το αν η θητεία του Σολωμού στον γερμανικό ρομαντισμό και ιδεαλισμό (κυρίως Σίλλερ και Χέγκελ) οδήγησε σε μια λίγο-πολύ ριζική αλλαγή της ποιητικής του κατά την κερκυραϊκή περίοδο (Πολυλάς 1859, λε’, Ζαμπέλιος 1859, Παλαμάς [1898]1981, 41, Βελουδής 1989) ή αν απλώς ο Σολωμός βρήκε στη γερμανική σκέψη στοιχεία που τέμνονταν με αναζητήσεις και προβληματισμούς ήδη διαμορφωμένους κατά τη ζακυνθινή, νεοκλασικιστική και νεοπλατωνική, περίοδο (Πολίτης 1985, 320, Coutelle 1990, 85-161, Καλταμπάνος 2004, 253)· ή, πάλι, αν τόσο οι «γερμανικές» (ρομαντικές) όσο και οι «ιταλικές» (νεοπλατωνικές) πηγές του εκβάλλουν στον θεοσοφικό μυστικισμό των αρχών του 19ου αιώνα (Παπάζογλου 1995, 46-48). Σε κάθε περίπτωση, χρειάζεται να τονιστεί η ποικιλία που χαρακτηρίζει τα ελληνικά και ευρωπαϊκά διαβάσματά του, το δημιουργικό πνεύμα του και, εντέλει, η ιδιοσυγκρασιακή πρωτοτυπία της ποιητικής του, παρά την αναγνώριση επιμέρους οφειλών του ή εκλεκτικών συγγενειών με παλιότερους και συγκαιρινούς του Έλληνες και Ευρωπαίους λογοτέχνες και στοχαστές.

Αναμφίβολα, η σολωμική ποίηση της κερκυραϊκής περιόδου είναι περισσότερο στοχαστική, σχεδόν φιλοσοφική, μολονότι κατά κανόνα αφορμάται από πραγματικά ή και ιστορικά γεγονότα. Έννοιες κλειδιά για την ανάγνωσή της είναι -πλάι σε θέματα και τεχνικές της ζακυνθινής περιόδου που επανέρχονται και τώρα (π.χ. αντιστοιχία εσωτερικού και εξωτερικού κάλλους, οράματα και όνειρα)- η δοκιμασία, η ταπεινότητα και το ηθικό μεγαλείο του ανθρώπου, η εσωτερική ελευθερία, η αυτογνωσία, η ενότητα του σύμπαντος και η αρμονία, η αλήθεια.

Στον «Κρητικό» (1833), για παράδειγμα, η έννοια της ηθικής δοκιμασίας του ήρωα επέχει κεντρική θέση στο ποίημα, όπως σημειώνει ο Σολωμός:

«Πεδίο δοκιμασίας είναι η ζωή (εδώ πινελιές σύντομες και βαθιές), ώστε να βρίσκεται εδώ το βάθος όλου του Ποιήματος και να φανεί ο ισχυρός χαρακτήρας του Κρητικού» (Πολίτης επιμ. 1964, 360Β 8-11).

Σωτήρης Σόρογκας, εικονογράφηση για τη «Γυναίκα της Ζάκυθος» (χειμώνας 1997) (Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α’ Λυκείου)

Αντίστοιχα, μια σειρά από δοκιμασίες έχουν να αντιμετωπίσουν οι «Ελεύθεροι Πολιορκισμένοι» (1833 κ.ε., 1844 κ.ε.), η μεγαλύτερη από τις οποίες δεν είναι η πείνα, αλλά μια εσωτερική αντίξοη δύναμη, «η ενθύμηση της περασμένης δόξας», όπως διαβάζουμε στα χειρόγραφα του ποιητή. Οι πολιορκημένοι θα υπερβούν και αυτήν και όλες τις άλλες, αφήνοντας να φανεί το ηθικό τους μεγαλείο και κατακτώντας την εσωτερική, ηθική ελευθερία τους:

«Κοίταξε να σχηματίσεις βαθμηδόν ωσάν μίαν αναβάθρα από δυσκολίες, τες οποίες θα υπερβούν εκείνοι οι Μεγάλοι, με όσα οι αίσθησες απορουφούν από τα εξωτερικά, τα οποία ή τους τραβούν με τα κάλλη τους, ή τους βιάζουν με την ανάγκη και με τον πόνο, έως εις τη βεβαιότητα του θανάτου, αλλά εξαιρέτως με την ενθύμηση της περασμένης δόξας. Όλα αυτά, όσο μεγαλύτερα είναι και πλέον διάφορα, εις τόσο υψηλότερο στυλοπόδι σταίνουν την Ελευθερία, μεστήν από το Χρέος, δηλαδή από όσα περιέχει η Ηθική, η Θρησκεία, η Πατρίδα, η Πολιτική κ.ά.» (Πολυλάς, 1859: 229-230).

Αντίστοιχα, επίσης, ο Άγγλος στρατιώτης στον «Πόρφυρα» (1847) φθάνει στην αυτογνωσία μέσα από τη δοκιμασία του, που είναι η άνιση πάλη του με τον καρχαρία:

«Πριν πάψ’ η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει·
άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του».

Μολονότι τα έργα που επεξεργάζεται ο Σολωμός στη Κέρκυρα έμειναν στην πλειονότητά τους ανολοκλήρωτα και το καθένα εγκαταλειμμένο σε διαφορετικό βαθμό σύνθεσης, πιστοποιούν το αναμφίβολο γλωσσικό και ποιητικό κατόρθωμά του. Χαρακτηριστικές όψεις του συνιστούν ο πεζός ρυθμικός λόγος και η υψηλή σάτιρα της «Γυναίκας της Ζάκυθος», γραμμένης στο γλωσσικό ιδίωμα του ζακυνθινού αφηγητή της Ιερομόναχου Διονύσιου. Επίσης, ο συνειρμικά δομημένος δραματικός μονολόγος του διαταραγμένου επαίτη Κρητικού, που εκφράζεται -και αυτός- στο δικό του ιδίωμα (το κρητικό), αλλά και ολόκληρο το φιλόδοξο οκταμερές λυρικό και σατιρικό «Σύνθεμα του 1833-1834» (Τσαντσάνογλου 1982) στο οποίο ανήκει ο «Κρητικός» και στο οποίο αντιπαρατίθενται θετικές και αρνητικές ανθρώπινες συμπεριφορές. Ακόμα, η επικο-λυρικο-αφηγηματική σύνθεση των «Ελεύθερων Πολιορκισμένων» (= Β’ Σχεδίασμα), όπου η γλώσσα είναι στρατηγικά μπολιασμένη με λαϊκά στοιχεία -σύμφωνα με τη ρητή επιδίωξη του ποιητή: «[…] θρέφοντας τη Μορφή με τύπους δημοτικούς· λ.χ. ετοιμοθάνατος, χρυσοπηγή, χρυσοπράσινα κ.ά.» (Πολυλάς, 1859: 226)- και όπου η ελληνική περίπτωση (η έξοδος του Μεσολογγίου) συναρτάται με πανανθρώπινες αξίες και αποκτά οικουμενική διάσταση μέσα σ’ ένα υπερεθνικό όραμα, όπου το εθνικό ταυτίζεται με το Αληθινό.

Μορφικά, τη μετρική και στιχουργική ποικιλία της ποίησης της ζακυνθινής περιόδου διαδέχεται στα χρόνια της Κέρκυρας η σχεδόν αποκλειστική χρήση του δεκαπεντασύλλαβου ομοιοκατάληκτου δίστιχου και, από το 1844, του ανομοιοκατάληκτου δεκαπεντασύλλαβου στίχου, που τέμνεται με τον ελληνικό εθνικό στίχο. Επίσης, αποφεύγεται η συνίζηση και επιδιώκεται η αφαίρεση και η πύκνωση των νοημάτων, προς έναν καθαρότερο λυρισμό.

«Η Δόξα», έργο του Νικ. Γύζη για την έκδοση «Διονυσίου Σολωμού, Άπαντα τα ευρισκόμενα. Μετά προλόγου περί του βίου και των έργων του ποιητού υπό Κωστή Παλαμά και μετά πέντε φωτοτυπιών κατά σχεδιογραφήματα Ν. Γύζη και Γ. Ιακωβίδου», Εν Αθήναις: Τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου, 1901. Το σχεδιογράφημα συνοδεύει το επίγραμμα «Η καταστροφή των Ψαρών»

Μετά την απόπειρα υλοποίησης μεγάλων και συνθετικών έργων όπως το «Σύνθεμα του 1833-1834», «Οι Ελεύθεροι Πολιορκισμένοι» και ο «Πόρφυρας», ο Σολωμός μοιάζει μάλλον να επεξεργάζεται μικρότερα λυρικά ποιήματα (π.χ. Εις Φραγκίσκα Φραίζερ), ενώ λίγο μετά τη διπλή, στα ελληνικά και στα ιταλικά, στιχούργηση του σύντομου και αινιγματικού ποιήματος Carmen Seculare/L’ Albero Mistico (1849), επιστρέφει στην ιταλόγλωσση στιχουργία με ποιήματα που δεν είναι πλέον συμβατικά, όπως τα περισσότερα νεανικά του, αλλά πρωτότυπα και αντίστοιχα της ωριμότητας και του ύφους που είχε κατακτήσει στην ελληνόγλωσση ποίησή του· κάποια μάλιστα (π.χ. La donna velata, L’ usignolo e lo sparviere, Saffo, La navicella greca) μπορούν να θεωρηθούν αξιόλογα ακόμα και στο πλαίσιο της ιταλικής λογοτεχνίας. Με τα ποιήματα αυτά ολοκληρώνεται, γύρω στα 1855, η ποιητική του διαδρομή.

Βέβαια, ακόμα και όταν ο Σολωμός ήταν αποκλειστικά αφοσιωμένος στη σύνθεση ελληνόγλωσσης ποίησης, η ιταλική γλώσσα παρέμενε άδηλα παρούσα. Τα χειρόγραφα, όπου επεξεργάστηκε τα ελληνόγλωσσα έργα του, επιτρέπουν να δούμε την ύπαρξη των δύο γλωσσικών κωδίκων, την εναλλαγή τους και τον ρόλο του καθενός. Στα ιταλικά καταγράφονται κατά κύριο λόγο πεζά σχεδιάσματα του υπό επεξεργασία έργου καθώς και στοχασμοί σχετικά με τη σύνθεσή του, η οποία γίνεται βέβαια στα ελληνικά (σε στίχους ή σε πεζό, ανάλογα με το έργο), μέσω μιας διαδικασίας που περιλαμβάνει διαδοχικές μορφοποιήσεις, διαγραφές και αναμορφοποιήσεις του ποιητικού υλικού και στις δύο γλώσσες. Τα ιταλικά λοιπόν υποστηρίζουν διαρκώς την κατασκευή των ελληνόγλωσσων έργων του, από την αρχή ως το τέλος της ποιητικής του διαδρομής· είναι μια «εργαλειακή» γλώσσα, μια «σκαλωσιά» (Mackridge 1994: 263), ενώ τα ελληνικά, η γλώσσα της υπό διαμόρφωση υψηλή λογοτεχνίας:

Ιntrodurre drammaticamente la descrizione delle Moriotte che venivano. Le barche piene che sono per affondare. Fanciulli, vecchi e donne (nemmeno un giovine). [= Να μπάσεις δραματικά την περιγραφή για τις Μοραΐτισσες που έρχονταν. Οι βάρκες γεμάτες που λες και θα βουλιάξουν. Παιδιά, γέροι και γυναίκες (ούτε ένα παλικάρι)]
«Πώς πάει το έθνος; πώς πάνε οι δουλειές;»
Και άφησε το κουπί του και με το χέρι εσυχνόκοβε τον αέρα orrizontalmente.
«Είδες να μαδάνε την κότα και ο αέρας να συνεπαίρνει τα πούπουλα; Έτσι πάει το έθνος.»
[Η Γυναίκα της Ζάκυθος] (Πολίτης 1964: 272β 1-14 και Τσαντσάνογλου 1991: 36)

Un mormorio sinistro dell’ esercito impaziente si spense, pari al vento che trova lo scoglio που βρίσκει το βράχο. [= Μια απειλητική βοή του ανυπόμονου στρατού έσβησε, όμοια με τον άνεμο που βρίσκει το βράχο]
Όπου περνά το πέλαγο και κόβεται στο βράχο
[Οι Ελεύθεροι Πολιορκισμένοι, Β’ Σχεδίασμα] (Πολίτης 1964: 407β 29-30).

Σελίδα από το αυτόγραφο τετράδιο του Διον. Σολωμού, που περιέχει τις επεξεργασίες της «Γυναίκας της Ζάκυθος» (Αυτόγραφα Σολωμού από το «Αρχείο Σολωμού», στην Ακαδημία Αθηνών – Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού διαθέσιμα και στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Europeana)

Χωρίς τέλος..

Μισόβγαινε απ’ τον ύπνο η πολιτεία. Των καμπαναριών αιχμές
Κοντοί σημαιών και κάτι πρώτα πρώτα τριανταφυλλιά
Στου μικρού παραθύρου σου -που ακόμη φώταγε- το μαρμαράκι
Α κει μονάχα να ‘ταν
Ένα κλωνάρι με δαφνόκουκα να σου άφηνα για καλημέρα
Που τέτοιας νύχτας την αγρύπνια πέρασες. Και τη γνωρίζω
Πάνω σ’ άσπρα χαρτιά πιο δύσβατα κι απ’ του Μεσολογγιού τις
πλάκες
(Οδ. Ελύτης, «Σολωμού συντριβή και δέος», από «Τα ελεγεία της Οξώπετρας»)

Στις 9/27 Φεβρουαρίου 1857 ο Σολωμός πεθαίνει στην Κέρκυρα από εγκεφαλική συμφόρηση. Το λιγοστό έως τότε δημοσιευμένο έργο του δημιουργούσε μεγάλη προσδοκία για το αδημοσίευτο, αλλ’ όταν αυτό παρουσιάστηκε από τον φίλο και μαθητή του Ιάκωβο Πολυλά στην περίφημη έκδοση «Διονυσίου Σολωμού Τα Ευρισκόμενα», το 1859, προκάλεσε απογοήτευση στο αναγνωστικό κοινό της εποχής, εξ αιτίας της αποσπασματικότητάς του. Όχι χωρίς κάποια θλίψη, ο ίδιος ο Πολυλάς διαπίστωνε ότι «τα ευρισκόμενα συγγράμματα μόλις δείχνουν, ναι μεν σημαντικά, αλλά ολίγα και αραιά τα ίχνη, με τα οποία ο ποιητής επροχωρούσε εις απάτητο μονοπάτι μέσα ‘ς τον κόσμο της φαντασίας» (Πολυλάς, 1859: νγ’).

Έκτοτε, το σολωμικό έργο εμπλουτίστηκε με κείμενα που είχαν μείνει ανέκδοτα, γνώρισε πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις, συνομίλησε γόνιμα με συγγραφείς και απλούς αναγνώστες. Παρά τη μεγάλη βιβλιογραφία που το συνοδεύει, παρά την πρώιμη αναγνώριση του Ποιητή ως εθνικού και την μακρόχρονη συνάρτησή του με την εθνική ιδεολογία, το σολωμικό έργο παραμένει ανοικτό. Κατ’ αρχάς, επειδή το ίδιο αντιστέκεται με την ποιητική του σε κλειστές, οριστικές, ερμηνείες. Αρκεί να σκεφτούμε την εντέλει διαφεύγουσα ταυτότητα του τυφλού γέρου στην τιτλοφορημένη από τον Πολυλά «Σκιά του Ομήρου» καθώς και της Φεγγαροντυμένης γυναικείας μορφής στον «Κρητικό» ή το αινιγματικό «Carmen seculare/Μυστικό δέντρο». Ανοικτό, επίσης, επειδή αντιστέκεται στην παγίωσή του με τον αποσπασματικό χαρακτήρα των περισσότερων ώριμων ποιημάτων και τη ρευστή, δίγλωσση μορφή τους, δοκιμάζοντας αναγνωστικές συνήθειες και εκδοτικές πρακτικές διαμορφωμένες κυρίως με βάση έργα που έλαβαν από τους συγγραφείς τους οριστική μορφή.

Πράγματι, πέρα από τις παγιωμένες κειμενικές μορφές των σολωμικών έργων που μας κληροδότησε η έκδοση των «Ευρισκομένων» του Πολυλά, η μόνη οριστική έκδοση του ανολοκλήρωτου σολωμικού έργου είναι η έκδοση των χειρογράφων του από τον Λίνο Πολίτη (1964), ο οποία όμως δύσκολα διαβάζεται από τους μη ειδικούς. Συνεπώς, η ανάγνωση του Σολωμού είναι -και δεν μπορεί παρά να είναι- ουσιαστικά διαμεσολαβημένη ήδη από το επίπεδο της εκδοτικής πρότασης.

Δύο φαίνεται πως είναι οι βασικοί τρόποι εκδοτικής διαμεσολάβησης. Ο ένας επιδιώκει, βάσει διατυπωμένων εκδοτικών αρχών και μεθόδων, να παρακολουθήσει και να αποτυπώσει με τη μεγαλύτερη δυνατή πιστότητα και σαφήνεια τη σταδιακή κατασκευή του κάθε ανολοκλήρωτου έργου, από την αρχή της επεξεργασίας του μέχρι την εγκατάλειψή του, παρουσιάζοντας στον αναγνώστη μια χρηστική έκδοση που δεν προωθεί το έργο πέρα από εκεί που το άφησε ο ποιητής και ως εκ τούτου διατηρεί, όπου υπάρχουν, τα κενά της σύνθεσης και την εναλλαγή των ελληνικών και των ιταλικών, με παράλληλη μετάφραση στα ελληνικά (π.χ. Τσαντσάνογλου 1982, 1991· Κεχαγιόγλου 1988, 1998· Αγγελόπουλος [1988] 2001· Τικτοπούλου 2003, 2009). Ο δεύτερος τρόπος, επιδιώκει, βάσει της αισθητικής αρχής της ολότητας, ως προϋπόθεσης της λογοτεχνικότητας και της ανάγνωσης, τη συμπλήρωση των ημιτελών και αποσπασματικών σολωμικών έργων και την παρουσίαση στον αναγνώστη όσο το δυνατόν απαρτισμένων κείμενων, αποσιωπώντας όσα ενδιάμεσα κενά υπάρχουν καθώς και το ιταλόγλωσσο ποιητικό υλικό (π.χ. Πολυλάς 1859· Πολίτης, 1948, 1955· Αλεξίου [1994] 2007· Βελουδής 2008).

Πορτρέτο του Ιακώβου Πολυλά, η εκδοτική και κριτική διαμεσολάβηση του οποίου επικαθόρισε με τρόπο ανεξίτηλο την πρόσληψη του Σολωμού. Έργο του Γεωργίου Σαμαρτζή στην Πινακοθήκη του Δήμου Κέρκυρας (Wikimedia Commons)

Σε κάθε περίπτωση, τόσο η ερμηνεία όσο και αυτή καθ’ αυτή η ανάγνωση του ανοικτού σολωμικού έργου φαίνεται ότι απαιτούν ενεργότατη τη συμμετοχή του αναγνώστη, ο οποίος θα συμπληρώσει μόνος του κάθε φορά τα κενά, «travedendo il resto e più ancora» διαβλέποντας τα υπόλοιπα και ακόμα περισσότερα και θα αναζητήσει την απόλαυση όχι μόνο στην ανάγνωση των τελειωμένων τμημάτων αλλά και στην παρακολούθηση της διαδικασίας σύνθεσης του ποιήματος, όπου άλλωστε έγκειται η ουσία της ιδιαιτερότητας του Σολωμού, της επιτυχίας του φιλόδοξου εγχειρήματός του και συγχρόνως της ανάσχεσης της ολοκλήρωσής του: η (αυτο)κριτική απόσταση με την οποία επεξεργάζεται το θεματικό και ποιητικό υλικό του.

«[…] σε όλα εν γένει τα κείμενα της ώριμης περιόδου του η ανταγωνιστική σχέση του δημιουργού με τον εαυτό του, δηλαδή με την ποίησή του, ο αδιάπτωτος διάλογος ανάμεσα στο έργο και τον στοχασμό περί του έργου, ενέχει τις διαστάσεις μιας συστηματικής και αυθόρμητης, όχι προγραμματικής και εξωτερικής, σύμφυσης της πρόζας της σκέψης στη γλώσσα της ποίησης, η οποία, επειδή ακριβώς είναι συστηματική και αυθόρμητη, υπακούσει στην εσωτερική κύμανση μιας αναγκαιότητας, που συνιστά το ίδιον, την ειδοποιό ουσία, τον σολωμισμό, αν μπορούμε να πούμε έτσι, του Σολωμού και αξιώνει με την επιτακτικότητα μας υπεβατολογικής συνθήκης από το ποιητικό υποκείμενο να αποχωρίζεται διαρκώς το σταθερό έδαφος της τετελεσμένης εκφραστικής προσπάθειας, ανασκοπώντας ως απόλυτος αναγνώστης του έργου του τη διαφορά, την απόσταση, τον δρόμο που είχε να διανύσει για να αναχθεί στην αυτάρκεια της ιδεώδους αισθητικής μορφής, έτσι ώστε το εκάστοτε ποιητικό αποτέλεσμα να αποτελεί προϊόν της δημιουργικής βούλησης του συγγραφέα και συγχρόνως δείκτη της κριτικής του αυτεννόησης, προσωρινή στιγμή διασταύρωσης ανάμεσα σε αυτό που έγινε και σε αυτό που πρέπει να γίνει, όριο και συνάμα έναυσμα υπέρβασης προς την εκπλήρωση του ιδεώδους. Η ποιητική πράξη ενσωματώνει σταθερά και ελέγχεται από την απαιτητική διαύγεια του κριτικού οφθαλμού συναιρώντας εντός της ασυμπτωτικά, και γι’ αυτό ελλειμματικά, την αντίθεση ανάμεσα στην πρόθεση και την επιτέλεση, ανάμεσα στο επιθυμητό και το πραγματικό, ανάμεσα στην ιδέα της ποίησης και τη συγκεκριμένης της ενσάρκωση. Σχέδια επί σχεδίων, στιχουργικές παραλλαγές, εκφραστικές αναδιφήσεις, τροποποιήσεις, αναδιατάξεις και μετατοπίσεις της ποιητικής ύλης, προπλάσματα ποιημάτων, επεξεργασμένες λιγότερο ή περισσότερο συνθέσεις, σχόλια επί σχολίων, υποδείξεις εις εαυτόν στα ελληνικά και τα ιταλικά, συμπληρώσεις, αφαιρέσεις, διαγραφές, μνείες και παραπομπές σε ιδέες και ρήσεις άλλων συγγραφέων, σχηματίζουν τον αβέβαιο, ρευστό και μεταβαλλόμενο ορίζοντα του εν προόδω σολωμικού έργου, ενός έργου που ενίσταται συνεχώς στον εαυτό του, υποτυπώνοντας, δια μέσου ακριβώς της δυναμικής του ατέλειας, την αναζήτηση μιας ανέφικτης πληρότητας» (Καλταμπάνος 2004, 286-287).

Η Ζάκυνθος σε παλαιά γκραβούρα

Καλλιτεχνικές αναφορές – Μελοποιήσεις και αποσπάσματα έργων

Διονύσιος Σολωμός – Δημήτρης Λάγιος

Γαλήνη

«Δὲν ἀκούεται οὔτ’ ἕνα κῦμα
εἰς τὴν ἔρμη ἀκρογιαλιά,
Λὲς καὶ ἡ θάλασσα κοιμᾶται
μὲς τῆς γῆς τὴν ἀγκαλιά»

Ένα σχεδόν αιώνα μετά τον θάνατο του Διονυσίου Σολωμού θα γεννηθεί στο νησί του ποιητή ο Δημήτρης Λάγιος. Θα μαζέψει από τις γωνιές, τα καντούνια, τις ταβέρνες τις μουσικές που τραγουδούσαν τους στίχους του ποιητή, θα φτιάξει και δικές του εμπνευσμένες και πιστές στα μουσικά μονοπάτια της ιδιαίτερης πατρίδας του και θα μπολιάσει πλούσια τη μουσική του τόπου μας. Ο Δημήτρης Λάγιος στη σύντομη ζωή του (1952-1991) πρόλαβε να αφήσει ένα σημαντικό έργο. Συναντήθηκε με την παράδοση, την ποίηση, τη μουσική, σύνθεσε έργα μουσικά, μελοποίησε ποιητές, συγκέντρωσε και διέσωσε παραδοσιακό υλικό, έγραψε στίχους, τραγούδησε με έναν ξεχωριστό, αισθαντικό τρόπο τα τραγούδια του.

Επιστρέφοντας οριστικά στην Ελλάδα το 1980, έχοντας ολοκληρώσει τις μουσικές σπουδές του στην Αμερική, ο Δημήτρης Λάγιος επιδόθηκε σε εντατική μουσικολογική δραστηριότητα με επίκεντρο την αγαπημένη του γενέθλια γη. Προς τιμή της μάλιστα ονόμασε και την κόρη του Υακίνθη. Η αγάπη του για τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της πατρίδας του (χρώματα και ήχους) τον οδήγησαν στην έρευνα, στη μελέτη, στην καταγραφή και στη διδασκαλία έργων της Επτανησιακής Μουσικής Σχολής, απ’ όπου προέκυψε και η σύσταση του συνόλου καλλιτεχνών «Μουσικό Ασκηταριό», με το οποίο διοργάνωσε «Γιορτές Τέχνης και Λόγου» στη Ζάκυνθο. Επίσης ίδρυσε το «Κάλβειο Κέντρο Μουσικών Μελετών» και το «Κάλβειο Ωδείο». Συνέχισε τη μελέτη της επτανησιακής μουσικής, καρπός της οποίας υπήρξε μια σειρά σχετικών έργων, όπως: «Λαϊκά τραγούδια της Ζάκυνθος», «Του Σολωμού και της Ζάκυνθος», «Ζακυνθινές Σερενάδες», «Ζακυνθινή Εκκλησιαστική Παράδοση», «Του μαντολίνου», «Ομιλίες» (λαϊκό θέατρο) και άλλα.

Ο δίσκος «Του Σολωμού και της Ζάκυνθος» κυκλοφόρησε το 1986 σε ανεξάρτητη παραγωγή και ανήκει στον επτανησιακό κύκλο των έργων του συνθέτη. Περιέχει ένα απάνθισμα συνθέσεων Επτανησίων δημιουργών, βασισμένων κυρίως στην ποίηση του Διονυσίου Σολωμού, καθώς και λαϊκά παραδοσιακά κομμάτια της Ζακύνθου σε μουσική επεξεργασία του Δημήτρη Λάγιου. Μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται και συνθέσεις του ίδιου προσαρμοσμένες στο μουσικό ύφος της πατρίδας του. Περιλαμβάνεται επίσης κι ένα μικρό απόσπασμα από τον «Ύμνο εις την Ελευθερία» μελοποιημένο από τον Νικόλαο Μάντζαρο.

Σήμερα ακούμε τη «Γαλήνη» τραγουδισμένη από τον ίδιο τον αλησμόνητο συνθέτη, αλλά και από την κόρη του Υακίνθη Λάγιου, στο πλαίσιο αφιερώματος στο σύνολο του έργου του, που παρουσιάστηκε το 2011, με τη συμπλήρωση 20 ετών από τον θάνατό του, και στη συνέχεια την «Αγνώριστη» και τη «Φαρμακωμένη», επίσης μελοποιημένα ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού:

Ο Διονύσιος Σολωμός του Θεόδωρου Αγγελόπουλου

«Σε διαβάζω, δεν χορταίνω
τη μορφή σου ανασαίνω»

Αθηνά Αναστασίου, «Οδοί και Μονοπάτια»

(φωτ: Θεόδωρος Αγγελόπουλος, «Μια αιωνιότητα και μια μέρα»)

Θ. Αγγελόπουλος

Στην αριστουργηματική ταινία του «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» (1998), ο σπουδαίος Έλληνας σκηνοθέτης Θεόδωρος Αγγελόπουλος αναφέρεται στη ζωή και το έργο του Διονύσιου Σολωμού. Σύμφωνα με την υπόθεση του έργου, ο Αλέξανδρος, ένας μεσόκοπος συγγραφέας, ασχολείται με το ημιτελές έργο του Σολωμού «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι». Από το ποίημα λείπουν λέξεις, κι ο Αλέξανδρος αποπειράται να τις συγκεντρώσει, να τις αγοράσει, όπως έκανε για τις δικές του λέξεις κι ο Σολωμός. Τούτες οι λέξεις μπαίνουν στο παζλ της συμπλήρωσης του ημιτελούς αριστουργήματος, για να στοιχειώσουν και τη ζωή του Αλέξανδρου. Όμως οι δυνάμεις του έχουν εξαντληθεί, κι ο ίδιος βαδίζει προς το θάνατο. O χρόνος που του απομένει, ανήκει στις αναμνήσεις, στον απολογισμό μιας ζωής γεμάτης χαμένες ευκαιρίες και λάθος κινήσεις. Μόνο μία κίνηση υπάρχει ακόμα: μια τυχαία συνάντηση μ’ ένα άστεγο αγόρι, παιδί των φαναριών. Προσκολλάται σ’ αυτό το παιδί, αναβάλλει την «αναχώρηση» και παρατείνει την αιωνιότητα κατά μία μέρα, για να μεταφέρει στον μικρό του φίλο κάτι από τη γνώση του, ν’ αφήσει τα ίχνη του πάνω σε κάποιον, μέσα από το βλέμμα του οποίου θα σωθεί εκείνος που φεύγει.

Ο Οδυσσέας Ελύτης για τον Διονύσιο Σολωμό

«Όπου και να σας βρίσκει το Κακό, αδελφοί,
όπου και να θολώνει ο νους σας,
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη»
Οδυσσέας Ελύτης

Η πνευματική συνάντηση του Οδυσσέα Ελύτη με την ποίηση του Διονύσιου Σολωμού στάθηκε μία από τις ισχυρότερες επιρροές του, ένα πνευματικό ορόσημο που η συντριπτική του επίδραση ήταν καθοριστικής σημασίας για τον Οδυσσέα Ελύτη.

Οδ. Ελύτης

Στην τελετή απονομής του Βραβείου Νόμπελ, στη Σουηδία το 1979, ξεκάθαρα μίλησε για δύο πόλους στην ελληνική ποίηση ορίζοντας τον Καβάφη στον ένα και τον Σολωμό στον άλλο. Οι δυο αυτοί πόλοι αντιπροσωπεύουν τους βασικούς τρόπους θεώρησης της ελληνικής ποίησης για τον Ελύτη. Ανάμεσά τους όλος ο χώρος καταλαμβάνεται από έναν ολόκληρο ποιητικό κόσμο που οι νεοέλληνες οφείλουν να τον γνωρίσουν, αφού, όπως ισχυρίζεται: «Ένα έθνος χωρίς ποίηση είναι νεκρό». Άλλοτε πάλι ισχυρίστηκε πως τα θεμέλιά του στην ποίηση είναι τρία: Σολωμός, Κάλβος, Σεφέρης. Το μεγαλείο του Σολωμού είναι μια πηγή αποκαλύψεων για τον Ελύτη που δεν εξαντλείται ποτέ γι’ αυτό και διακηρύσσει πάντα το όνομά του λέγοντας συχνά πως δάσκαλοί του στάθηκαν οι Σολωμός, Μαλλαρμέ, Χαίλντερλιν και Ρεμπώ.

«Η υπόθεση Σολωμού είναι πολύ μεγάλη και πολύ ιερή για μένα. Μιαν ολόκληρη ζωή περιμένω να αισθανθώ ώριμος για να μιλήσω όπως του αξίζει. Και η στιγμή δεν έφθασε. Ίσως δεν φτάσει ποτέ».

Ο Ελύτης νιώθει βαθιά μέσα του αυτή τη συντριβή της συνάντησης με τον Σολωμό. Αν και πολύ συχνά τον αναφέρει σε κείμενά του και σε συνεντεύξεις του δεν έγραψε ποτέ ένα ολοκληρωμένο δοκίμιο για εκείνον, όπως έκανε για τον Παπαδιαμάντη. Το δέος ή καλύτερα η συντριβή όπως έλεγε που ένιωθε στάθηκε αναβλητικός παράγοντας:

«Αν κάποιος από τους νεοέλληνες εστάθηκε δάσκαλός μου, αυτός βέβαια ήτανε ο Σολωμός˙ το λέω με δέος γιατί κάθε γειτνίαση μαζί του σε συντρίβει».

Η σύσταση της ποίησης και η ποιητική στάθμη, στην οποία η σολωμική εκδοχή της ποιητικής γλώσσας έφτασε, έγιναν για τον Ελύτη ένας ισχυρός πνευματικός σπινθήρας. Για τον ποιητή του «Άξιον Εστί» ο Σολωμός είναι η συνεπής μορφή της καθαρής ποίησης που κινείται στο πλαίσιο μιας κλασικής και ισορροπημένης αρχιτεκτονικής δομής. Η σολωμική γλώσσα τον συγκινεί. Πιστεύει ακράδαντα αυτό που έλεγε ο Ζήσιμος Λορεντζάτος πως «πρέπει να έχεις γεννηθεί μέσα στην ελληνική γλώσσα για να καταλάβεις τον Σολωμό» και το διατυμπανίζει σε κάθε ευκαιρία. Το γεγονός όμως ότι ο ποιητής αυτός κατέκτησε τη λαϊκή γλώσσα και μέσα σ’ αυτήν εγκλιμάτισε μια ιταλική ακουστική προσαρμόζοντας σε αγαστή ισορροπία τον ελληνικό δεκαπεντασύλλαβο της δημοτικής με το ιταλικό μέτρο, αξιοποιώντας τόσο την ελληνική ρυθμική παράδοση όσο και αρκετούς ολιγοσύλλαβους στίχους ιταλικής προέλευσης, τον κάνει να διαπιστώνει το μεγαλείο του.

«Ο Σολωμός ήταν πολύ μεγάλος ποιητής, και πιστεύω ότι εάν οι ξένοι μπορούσαν να διαβάσουν ελληνικά, θα τον είχαν κατατάξει μέσα στους πέντε δέκα κορυφαίους του κόσμου, όλων των αιώνων».

Προτομή του Διον. Σολωμού στην Πάφο

Αυτή η συστηματική «αναπαρθένευση του λόγου» που επιχείρησε ο Σολωμός προκαλεί ρίγη συγκίνησης στον νεώτερο Ποιητή μας. Παράλληλα ένα ακόμη στοιχείο που τον συνταράσσει είναι το γεγονός ότι ο Σολωμός εκφράζεται σε έναν χώρο που βρίθει μοναξιάς. Είναι η ίδια μοναξιά που νιώθει και ο ίδιος από την πρώτη στιγμή που αποφασίζει να εγκαταλείψει τις σπουδές του στη Νομική για ν’ ασχοληθεί αποκλειστικά με το πνευματικό του έργο. Γνωρίζει καλά ότι η μεγάλη ποίηση δεν μιλά σε πολλούς. Πολύ περισσότερο η ελληνική που περιθωριοποιείται, ολοένα και περισσότερο, ακριβώς λόγω του ισχυρότερου όπλου της: τη γλώσσα στην οποία γράφεται. Σε συνέντευξή του ο Οδυσσέας Ελύτης τονίζει:

«Μια μέρα, στο Παρίσι, που έτυχε να παρευρίσκομαι στον πάταγο της δόξας μερικών εφήμερων ποιητίσκων, αναλογίστηκα την περίπτωση του Σολωμού, το μεγαλείο του, τη μοναξιά του και δάκρυσα. Ύστερα παρηγορήθηκα με τη σκέψη ότι αυτοί που τον αγνοούσαν, και όχι Εκείνος, έβγαιναν ζημειωμένοι. Τέλος, έφθασα στο σημείο να αισθάνομαι ένα είδος πίστης ανεξέλεγκτης προς κάτι, που ένας άλλος θα το ονόμαζε “μεταφυσική δικαιοσύνη”. […]. Αν και όταν η νεοελληνική λογοτεχνία φτάσει να αποκτήσει μια σειρά από αληθινά μεγάλες αξίες, δεν μπορεί, κάποτε, οι άλλοι θα αναγκαστούν να έρθουν προς Αυτήν. Ιδού η μόνη υπερηφάνεια που μας ταιριάζει».

Αναγνωρίζει βέβαια τη ρυθμική αυτάρκεια που παρουσιάζει η γλώσσα της σολωμικής ποίησης, όπως αντίστοιχα την επισημαίνει και στο καβαφικό έργο. Η σύνθεση αυτής της γλώσσας μέσα σε ένα ενιαίο σύνολο είναι σημαντική «για να καταστήσει δήλον το αφανές», όπως ο ίδιος ορίζει το λόγο για τον οποίο γράφει και να καταστήσει διαυγές το πνευματικό του έργο. Άλλωστε ο κεντρικός άξονας σε ολόκληρη την ποίηση του Ελύτη είναι η καθαρότητα, η διαφάνεια, πατέρα της οποίας αναγνωρίζει τον Διονύσιο Σολωμό.

Ο Ελύτης όμως βλέπει κάτι ακόμα που θεωρεί σπουδαίο στον Σολωμό. Το αρχιτεκτονικό οικοδόμημα της μεγάλης σύνθεσης. Οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» είναι ένα σημαντικό δείγμα για εκείνον που θεωρεί απαραίτητη την αθέατη για τον αναγνώστη αρχιτεκτονική, μια σχεδόν γεωμετρική διάταξη στους στίχους, μια μαθηματική ακρίβεια σε όλα τα στοιχεία του ποιήματός του, κάτι που εφαρμόζει πλήρως τόσο στο «Άξιον Εστί» όσο και στη «Μαρία Νεφέλη».

Το κενοτάφιο του Διον. Σολωμού στην Κέρκυρα (kerkyrasimera.gr)

Η γλωσσοκεντρική θέση στην ποίηση δεν είναι το μόνο κοινό των δύο ποιητών. Η ιστορική συνειδητοποίηση είναι ένα ακόμη στοιχείο που επικρατεί στην ποίηση του Σολωμού αλλά και στη δεύτερη περίοδο του Ελύτη, την περίοδο που περιλαμβάνει το «Άξιον Εστί» και σίγουρα το «Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό». Αντίστοιχα η αντίληψη για τη φύση είναι ένα ακόμα διακριτό στοιχείο στην ποίηση και των δύο. Ο Ελύτης όμως κάνει ένα βήμα παραπάνω. Η φύση στο έργο του γίνεται ένας κόσμος «μικρός» αλλά ταυτόχρονα «μέγας» και μέσα σ’ αυτόν παίρνει μορφή ο ερωτικός αισθησιασμός και η φυσιοκρατική αισθητική που προάγει κυρίαρχες ιδέες στην ελυτική ποίηση και γίνεται ένας πυρήνας από τον οποίο ξεκινά να δουλεύει στο έργο του.

Τα όπλα του Ελύτη υπήρξαν πάντα «η αθωότητα και η ομορφιά» και αυτά βρίσκει στον Σολωμό, σε μεγάλο βαθμό, γι’ αυτό και αγωνίζεται να φτάσει την τέχνη του στην τελειότητα και στην ποιητική ευγονία που εκείνος του έδειξε ότι υπάρχει. Η εκλεκτική συγγένεια ανάμεσά τους οδήγησε την ποίηση σε πολύ υψηλά επίπεδα και σε μια ασυμβίβαστη στάση ελευθερίας, που ενυπάρχει μέσα στην ελληνικότητα, στον πολιτισμό της και στον τρόπο ζωής που υπαγορεύει.

Κέρκυρα

Σολωμοῦ συντριβὴ καὶ δέος

Μισόβγαινε ἀπ’ τὸν ὕπνο ἡ πολιτεία. Τῶν καμπαναριῶν αἰχμὲς
Κοντοὶ σημαιῶν καὶ κάτι πρῶτα πρῶτα τριανταφυλλιὰ
Στοῦ μικροῦ παραθύρου σου -ποὺ ἀκόμη φώταγε- τὸ μαρμαράκι
Ἄ κεῖ μονάχα νὰ ‘ταν
Ἕνα κλωνάρι μὲ δαφνόκουκα νὰ σοῦ ἄφηνα γιὰ καλημέρα
Ποὺ τέτοιας νύχτας τὴν ἀγρύπνια πέρασες. Καὶ τὴ γνωρίζω
Πάνω σ’ ἄσπρα χαρτιὰ πιὸ δύσβατα κι ἀπ’ τοῦ Μεσολογγιοῦ τὶς πλάκες

Ναί. Γιατί σ’ εἶχε ἀνάγκη κάποτε τὰ χείλη σου χρύσωσε ὁ Θεὸς

Καὶ τί μυστήριο νὰ μιλᾶς κι οἱ φοῦχτες σου ν’ ἀνοίγονται
Ποὺ κι ἡ πέτρα νὰ ποθεῖ ναοῦ νέου να ‘ναι τὸ ἀγκωνάρι
Καὶ τὸ κοράλλι θάμνους λείους νὰ βγάνει γιὰ ν’ ἀπομιμηθεῖ τὸ στέρνο σου.

Ὄμορφο πρόσωπο! Καμένο στῆς λαλιᾶς ποὺ πρωτάκουσες τὴν
ἀντηλιὰ καὶ ἀνεξήγητα τώρα
Γινωμένο μέσα μου δεύτερη ψυχή. Τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ πρώτη
Σὲ μιὰ γῆ μπλέ τῆς βιολέτας μ’ ἄγριες χαῖτες τρικυμίας
Ὄστρακα κι ἄλλα τοῦ ἥλιου εὑρήματα νὰ γυαλίζει καταγίνονταν
Ὡσὰν τὰ ἐκμαγεῖα τοῦ νοῦ σου νὰ μὴν εἶχαν κιόλας
Φύση βγάνει περασμένη ἀπ’ ὅλες τοῦ θυμοῦ τῶν θεῶν τὶς ἀστραψιὲς
Ἤ γιὰ λίγο νὰ μὴν εἶχε ἀπὸ δική σου χάρη μέσα μου
Μισάνοιχτο μείνει τὸ Ἀκοίταχτο!
Ἀλλ’ ὁ λέων περνάει σὰν ἥλιος. Οἱ ἄνθρωποι μόνο ἱππεύουν
Κι ἄλλοι πεζοὶ πᾶνε· ὥσπου μέσα στὶς νύχτες χάνονται. Παρόμοια
Κεῖνα ποὺ σκυφτὸς ἐπάνω στὸ γραφεῖο μου ζητοῦσα νὰ διασώσω ἀλλ’ Ἀδύνατον.
Πῶς ἀλλιῶς. Ποὺ καὶ μόνο ἡ σκέψη σου γινωμένη ἀπὸ καιρὸ οὐρανὸς
Καὶ μόνο ἡ σκέψη σου μοῦ ‘κάψε ὅλα τὰ χειρόγραφα
Καὶ μιὰ χαρὰ ποὺ ἡ δεύτερη ψυχή μου
Πῆρε σκοτώνοντας τήν πρώτη, κίνησε μὲ τὰ κύματα νὰ φεύγει
Ὁ ἄγνωστος ποὺ ὑπῆρξα πάλι ὁ ἄγνωστος νὰ γίνω
Φοβερὰ μαλώνοντας οἱ ἄνεμοι
Ἐνῶ τοῦ ἥλιου ἡ λόγχη πάνω στὸ σφουγγαρισμένο πάτωμα ὅπου
Σφάδᾳζα
μ’ ἀποτελείωνε.

Οδυσσέας Ελύτης, από «Τὰ ἐλεγεῖα τῆς Ὀξώπετρας»

Απόστολος Γεραλής, Κοπέλα με μαντήλι

Ὁ Κρητικός
(ἀπόσπασμα)

Ἔτρεμε τὸ δροσάτο φῶς στὴ θεϊκιὰ θωριά της,
στὰ μάτια της τὰ ὁλόμαυρα καὶ στὰ χρυσὰ μαλλιά της.
Ἐκοίταξε τ’ ἀστέρια, κι ἐκεῖνα ἀναγαλλιάσαν,
καὶ τὴν ἀχτινοβόλησαν καὶ δὲν τὴν ἐσκεπάσαν·
κι ἀπὸ τὸ πέλαο, ποὺ πατεῖ χωρὶς νὰ τὸ σουφρώνει,
κυπαρισσένιο ἀνάερα τ’ ἀνάστημα σηκώνει,
κι ἀνεῖ τσ’ ἀγκάλες μ’ ἔρωτα καὶ ταπεινοσύνη,
κι ἔδειξε πάσαν ὀμορφιὰ καὶ πάσαν καλοσύνη.

Τότε ἀπὸ φῶς μεσημερνὸ ἡ νύχτα πλημμυρίζει,
κι ἡ χτίσις ἔγινε ναὸς ποὺ ὁλοῦθε λαμπυρίζει.
Ἔλεγα πὼς τὴν εἶχα ἰδεῖ πολὺν καιρὸν ὀπίσω,
κὰν σὲ ναὸ ζωγραφιστὴ μὲ θαυμασμὸ περίσσο,
κάνε τὴν εἶχε ἐρωτικὰ ποιήσει ὁ λογισμός μου,
κὰν τ’ ὄνειρο, ὅταν μ’ ἔθρεφε τὸ γάλα τῆς μητρός μου·
ἤτανε μνήμη παλαιή, γλυκειὰ κι ἀστοχισμένη,
ποὺ ὀμπρός μου τώρα μ’ ὅλη της τὴ δύναμη προβαίνει.

Σὰν τὸ νερὸ ποὺ τὸ θωρεῖ τὸ μάτι ν’ ἀναβρύζει
ξάφνου ἀπ’ τὰ βάθη τοῦ βουνοῦ, κι ὁ ἥλιος τὸ στολίζει.
Βρύση ἔγινε τὸ μάτι μου κι ὀμπρὸς του δὲν ἐθώρα,
κι ἔχασα αὐτὸ τὸ θεϊκὸ πρόσωπο γιὰ πολληώρα,
γιατί ἄκουσα τὰ μάτια της μέσα στὰ σωθικά μου·
ἔτρεμαν καὶ δὲ μ’ ἄφηναν νὰ βγάλω τὴ μιλιά μου.
Ὅμως αὐτοὶ εἶναι θεοί, καὶ κατοικοῦν ἀπ’ ὅπου
βλέπουνε μὲς στὴν ἄβυσσο καὶ στὴν καρδιὰ τ’ ἀνθρώπου,
κι ἔνιωθα πὼς μοῦ διάβαζε καλύτερα τὸ νοῦ μου
πάρεξ ἂν ἤθελε τῆς πῶ μὲ θλίψη τοῦ χειλιοῦ μου.
Ἐχαμογέλασε γλυκὰ στὸν πόνο τῆς ψυχῆς μου,
κι ἐδάκρυσαν τὰ μάτια της κι ἐμοιάζαν τῆς καλῆς μου.

Ἑχάθη, ἀλί μου, ἀλλ’ ἄκουσα τοῦ δάκρυου της ραντίδα
στὸ χέρι, πού ‘χα σηκωτὸ μόλις ἐγὼ τὴν εἶδα.
Ἐγὼ ἀπὸ κείνη τὴ στιγμὴ δὲν ἔχω πλιὰ τὸ χέρι,
π’ ἀγνάντευεν Ἀγαρηνὸ κι ἐγύρευε μαχαίρι·
χαρὰ δὲν τοῦ ‘ναι ὁ πόλεμος· τ’ ἁπλώνω τοῦ διαβάτη
ψωμοζητώντας, κι ἔρχεται μὲ δακρυσμένο μάτι·
κι ὅταν χορτάτα δυστυχιὰ τὰ μάτια μου ζαλεύουν,
ἀργά, κι ὀνείρατα σκληρὰ τὴν ξαναζωντανεύουν,
καὶ μέσα στ’ ἄγριο πέλαγο τ’ ἀστροπελέκι σκάει,
κι ἡ θάλασσα νὰ καταπιεῖ τὴν κόρη ἀναζητάει,
ξυπνῶ φρενίτης, κάθομαι, κι ὁ νοῦς μου κινδυνεύει,
καὶ βάνω τὴν παλάμη μου, κι ἀμέσως γαληνεύει.

«Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»
Σχεδίασμα
Γ’, VI

Ἔστησ’ ὁ Ἔρωτας χορὸ μὲ τὸν ξανθὸν Ἀπρίλη,
κι’ ἡ φύσις ηὗρε τὴν καλὴ καὶ τὴ γλυκιά της ὥρα,
καὶ μὲς στὴ σκιὰ ποὺ φούντωσε καὶ κλεῖ δροσιὲς καὶ μόσχους
ἀνάκουστος κιλαϊδισμὸς καὶ λιποθυμισμένος.
Νερὰ καθάρια καὶ γλυκά, νερὰ χαριτωμένα,
Χύνονται μὲς στὴν ἄβυσσο τὴ μοσχοβολισμένη,
καὶ παίρνουνε τὸ μόσχο της, κι’ ἀφήνουν τὴ δροσιά τους,
κι’ οὗλα στὸν ἥλιο δείχνοντας τὰ πλούτια της πηγῆς τους,
τρέχουν ἐδῶ, τρέχουν ἐκεῖ, καὶ κάνουν σὰν ἀηδόνια.
Ἔξ’ ἀναβρύζει κι’ ἡ ζωή, σ’ γῆ, σ’ οὐρανό, σὲ κύμα.
Ἀλλὰ στῆς λίμνης τὸ νερό, π’ ἀκίνητό ‘ναι κι ἄσπρο,
ἀκίνητ’ ὅπου κι’ ἂν ἰδῆς, καὶ κάτασπρ’ ὣς τὸν πάτο,
μὲ μικρὸν ἴσκιον ἄγνωρον ἔπαιξ’ ἡ πεταλούδα,
ποὺ ‘χ’ εὐωδίσει τ’ς ὕπνους της μέσα στὸν ἄγριο κρίνο.
Ἀλαφροΐσκιωτε καλέ, γιὰ πὲς ἀπόψε τί ‘δες;
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρὶς ποσῶς γῆς, οὐρανὸς καὶ θάλασσα νὰ πνένε,
οὐδ’ ὅσο κάν’ ἡ μέλισσα κοντὰ στὸ λουλουδάκι,
γύρου σὲ κάτι ἀτάραχο π’ ἀσπρίζει μὲς στὴ λίμνη,
μονάχο ἀνακατώθηκε τὸ στρογγυλὸ φεγγάρι,
κι’ ὄμορφη βγαίνει κορασιὰ ντυμένη μὲ τὸ φῶς του.

John William Waterhouse, Miranda, 1875

Ο Πόρφυρας, 1849
(απόσπασμα)

Kι η φύσις όλη τού γελά και γένεται δική του.
Eλπίδα, τον αγκάλιασες και του κρυφομιλούσες
και του σφιχτόδεσες το νου μ’ όλα τα μάγια πόχεις.
Nιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης.

Πρωτομαγιά

Τοῦ Μαϊοῦ ροδοφαίνεται ἡ μέρα
ποὺ ὡραιότερη φύση ξυπνάει
καὶ τὴν κάνουν λαμπρὰ καὶ γελάει
πρασινάδες, ἀχτίδες, νερά.
Ἄνθη κι ἄνθη βαστοῦνε στὸ χέρι
παιδιὰ κι ἄντρες, γυναῖκες καὶ γέροι
ἀσπροεντύματα, γέλια καὶ κρότοι,
ὅλοι οἱ δρόμοι γιομάτοι χαρά.
Ναί, χαρεῖτε τοῦ χρόνου τὴ νιότη,
ἄνδρες, γέροι, γυναῖκες παιδιά.

Λουκάς Γεραλής, Πρωτομαγιά

«Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»
Σχεδίασμα
Γ’, Ι, II, IV

Ι
Mητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
Kι’ αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
Mε λογισμό και μ’ όνειρο, τί χάρ’ έχουν τα μάτια,
Tα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,
Που ξάφνου σού τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια
(Kοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Bαϊώνε!
Tο θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα,
Aτάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πόχει,
Που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη ’ναι κρυμμένα·
Aλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
Kι’ ευθύς εγώ τ’ Eλληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ’χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.

(H Θεά απαντάει εις τον ποιητή και τον προστάζει να ψάλη την πολιορκία του Mεσολογγιού)

II
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
και σα θολώσουν τα νερά, και τ’ άστρα σαν πληθύνουν,
ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι,
κι αλιά, σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν!
Aθάνατή ’σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;».
Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τούτα ’π’ ο ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
και με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους
ο σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι.

IV
Aλλ’ ήλιος, αλλ’ αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος,
από το μαύρο σύγνεφο κι από τη μαύρη πίσσα,
ο στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα
τα παλληκάρια τα καλά, μ’ απάνου τη σημαία,
που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει
παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας.
Kι ο ουρανός καμάρωνε, κι η γη χεροκροτούσε·
κάθε φωνή κινούμενη κατά το φως μιλούσε,
κι εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης:
«Όμορφη, πλούσια, κι άπαρτη, και σεβαστή, κι αγία!».

Eugène Delacroix, Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου, 1826

Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι
Σχεδίασμα Β’, 6

Ὁ δρόμος σου γλυκὸς καὶ μοσχοβολισμένος·
στὴν κεφαλή σου κρέμεται ὁ ἥλιος μαγεμένος·
παλληκαρᾶ καὶ μορφονιέ, γειά σου, καλέ, χαρά σου!
Ἄκου, νησιά, στεριὲς τῆς γῆς, ἐμάθαν τ΄ ὄνομά σου!

Διονύσιος Σολωμός
(1798-1857)

Η ημέρα της Λαμπρής

[21]
Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη· 5(21.)
και αποκεί κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.

Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες, 10(21.)
όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε·
μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε·
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Αγίους και φιληθείτε· 15(21.)
φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη,
πέστε Χριστός Ανέστη εχθροί και φίλοι.

Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι,
και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες·
γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφι- 20(21.)
σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες·
λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι
από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες·
κάθε πρόσωπο λάμπει απ’ τ’ αγιοκέρι
οπού κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι.

Ο Εθνικός Ύμνος

Ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας αλλά και της Κύπρου είναι απόσπασμα από το ποίημα «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», το οποίο έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός τον Μάιο του 1823, στη Ζάκυνθο και έναν χρόνο αργότερα τυπώθηκε στο Μεσολόγγι. Συνδυάζει στοιχεία από τον ρομαντισμό και τον κλασικισμό, οι στροφές που χρησιμοποιούνται είναι τετράστιχες, ενώ στους στίχους παρατηρείται εναλλαγή τροχαϊκών οκτασύλλαβων και επτασύλλαβων. Πρώτη φορά μελοποιήθηκε το 1828 από τον Κερκυραίο Νικόλαο Μάντζαρο πάνω σε λαϊκά μοτίβα, για τετράφωνη ανδρική χορωδία. πό τότε ακουγόταν τακτικά σε εθνικές γιορτές, αλλά και στα σπίτια των Κερκυραίων αστών και αναγνωρίστηκε στη συνείδηση των Ιονίων ως άτυπος ύμνος της Επτανήσου. Ακολούθησαν και άλλες μελοποιήσεις από τον Μάντζαρο, ο οποίος υπέβαλε το έργο του στον βασιλιά Όθωνα, τον Δεκέμβριο του 1844. Παρά την τιμητική επιβράβευση όμως του μουσικοσυνθέτη Μαντζάρου με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρα (Ιούνιος 1845) και του Διονυσίου Σολωμού με το Χρυσό Σταυρό του ιδίου Τάγματος (1849), το έργο (και ειδικά η πρώτη μελοποίησή του) διαδόθηκε μεν ως «θούριος», αλλά δεν υιοθετήθηκε ως ύμνος από τον Όθωνα.

Ο Μάντζαρος το 1861 επανεξέτασε για 5η φορά το έργο, αυτή τη φορά σε ρυθμό εμβατηρίου κατά παραγγελία του Υπουργού Στρατιωτικών. Μόνον όταν ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ επισκέφθηκε την Κέρκυρα, το 1865, μετά την ενσωμάτωση των Επτανήσων στην Ελλάδα, άκουσε την εκδοχή για ορχήστρα πνευστών της αρχής της πρώτης μελοποίησης, που έπαιζε η μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας και του έκανε εντύπωση. Ακολούθησε Βασιλικό Διάταγμα του Υπουργείου Ναυτικών (Υπουργός Δ. Στ. Μπουντούρης) που χαρακτήρισε το έργο «επίσημον εθνικόν άσμα» και διετάχθη η εκτέλεσή του «κατά πάσας τας ναυτικάς παρατάξεις του Βασιλικού Ναυτικού». Επίσης ενημερώθηκαν οι ξένοι πρέσβεις, ώστε να ανακρούεται και από τα ξένα πλοία στις περιπτώσεις απόδοσης τιμών προς τον Βασιλέα της Ελλάδος ή την Ελληνική Σημαία. Από τότε θεωρήθηκε επίσημα ως «ο εθνικός ύμνος» της Ελλάδος.

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
Σχεδίασμα Α’, Β’ Ι, ΙΙ

Σχεδίασμα Α’

1.
Tότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω· κι’ ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει· ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Mεσολόγγι· αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό· εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μαυρίλα και πίσσα, γιομάτη λάμψη, βροντή και αστροπελέκι· και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάμω δέηση, και ιδού μες στην καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, οπού η σπίθα έγγιζε κι’ εσβενότουνε· και με φωνή που μου εφαίνονταν πως νικάει την ταραχή του πολέμου άρχισε:

«Tο χάραμα επήρα
Tου Ήλιου το δρόμο,
Kρεμώντας τη λύρα
Tη δίκαιη στον ώμο,-
Kι’ απ’ όπου χαράζει
Ώς όπου βυθά,

Tα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι».

2.
Παράμερα στέκει
O άντρας και κλαίει·
Aργά το τουφέκι
Σηκώνει και λέει:
«Σε τούτο το χέρι
Tι κάνεις εσύ;
O εχθρός μου το ξέρει
Πως μου είσαι βαρύ».

Tης μάνας ω λαύρα!
Tα τέκνα τριγύρου
Φθαρμένα και μαύρα
Σαν ίσκιους ονείρου·
Λαλεί το πουλάκι
Στου πόνου τη γη
Kαι βρίσκει σπυράκι
Kαι μάνα φθονεί.

3.
Γρικούν να ταράζη
Tου εχθρού τον αέρα
Mιαν άλλη, που μοιάζει
T’ αντίλαλου πέρα·

Kαι ξάφνου πετιέται
Mε τρόμου λαλιά·
Πολληώρα γρικιέται,
Kι’ ο κόσμος βροντά.

4.
Aμέριμνον όντας
T’ Aράπη το στόμα
Σφυρίζει, περνώντας
Στου Mάρκου το χώμα·

Διαβαίνει, κι’ αγάλι
Ξαπλώνετ’ εκεί
Που εβγήκ’ η μεγάλη
Tου Mπάιρον ψυχή.

5.
Προβαίνει και κράζει
Tα έθνη σκιασμένα.

6.
Kαι ω πείνα και φρίκη!
Δε σκούζει σκυλί!

7.
Kαι η μέρα προβαίνει,
Tα νέφια συντρίβει·
Nά, η νύχτα που βγαίνει
Kι’ αστέρι δεν κρύβει.

Σχεδίασμα Β’

Ι
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα καί κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι;
οπού συ μού ΄γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».

Tο Mεσολόγγι έπεσε την άνοιξη· ο ποιητής παρασταίνει την Φύση, εις τη στιγμή που είναι ωραιότερη, ως μία δύναμη, η οποία, με όλα τ’ άλλα και υλικά και ηθικά ενάντια, προσπαθεί να δειλιάση τους πολιορκημένους· ιδού οι Στοχασμοί του ποιητή:
H ζωή που ανασταίνεται με όλες της τες χαρές, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα· η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την ανθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, επιφάνεια και βάθος συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση στην επιφάνεια και εις το βάθος της.
H ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν.

II
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν καί γελούνε,
κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.
……………………………………………………………………..
Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
π’ ολονυχτίς εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
που ευώδιασε τον ύπνο της μεσα στον άγριο κρίνο·
το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκειά κι εκείνο.
Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη·
η μαύρη πέτρα ολόχρυση καί το ξερό χορτάρι.
Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
«Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει».

Τα δύο αδέλφια
(«Ο Λάμπρος»)

ΔΥΟ ΑΣΜΑΤΑ
όπου τραγουδάει η Μαρία

Η Μαρία στέκει στο παραθύρι οπού αγναντεύει τη θάλασσα περιμένοντας τον Λάμπρο· τραγουδάει η απαρηγόρητη μάνα, πρώτα «Τα δύο Αδέλφια», και ύστερ’ από μικρή παύση την «Τρελή Μάνα».
Οι δυστυχείς -σημειώνει ο ποιητής- συνηθούν να τραγουδούν άσματα ανάλογα με την κατάστασή τους.

[23-35]

Αθώα πεταλούδα,
στης κάψας τη λάβρα,
γυρεύει μιαν αύρα
για να δροσισθεί.

Κι εκεί κατά τύχη
σε μνήμα ακουμπάει,
που ξάφνου φυσάει
μία αύρα γλυκή·

το φύσημα αισθάνεται
που στέλνει τ’ αέρι
κι η αθώα δεν ηξέρει
πού κάθεται, πού.

«Ψυχή μου» την κράζει
το ανήλικο στόμα·
δεν ξέρει το σώμα
πως είναι νεκρό·

πως είναι στον τόπο,
που δρόμο δεν έχει
λαμπρά να μην τρέχει
λευκότατο φως.

Γλυκόφωνο σήμαντρο
που κράζει απ’ το σπίτι
τον γέρον ερμίτη
να πει το σπερνό.

Ω σήμαντρο, οπότε
καλείς εις το μυρι-
στικό πανηγύρι,
η ηχώ σου τερπνή·

αλλ’ όποτε, ω σήμαντρο,
πεθαίνουν αθώοι,
κι αργό μοιρολόι
αρχίζεις – πικρή·

τον ήχο, που τώρα
συ κάνεις, μην πάψεις·
αλλ’ άργειε να κλάψεις
ανθρώπου θανή·

κι εγώ θέλει παρα-
καλέσω την φύση
να μη σε γκρεμίσει
σεισμού ταραχή.

Του Εσπέρου τη λάμψη
θωρώ να προβάλει
στην έρμην αγκάλη
ψηλά τ’ ουρανού.

Κι εκεί στου θανάτου
τσ’ Αυγούλας κρεβάτι
συρίζει δροσάτη
πνοή του βραδιού,

και τ’ άνθη απ’ το σώμα
τσ’ Αυγής εσκορπούσε,
την κόμη κινούσε
τσ’ Αυγής και τ’ Ανθού.

Της παίρνει με χέρι
αργό το στεφάνι,
το βάνει, το βγάνει
απ’ την κεφαλή.

«Η μέρα βραδιάζει·
Αυγούλα, πηγαίνω·
κοντά σου πεθαίνω
αν μείνω μ’ εσέ·

»Αυγούλα, αν δεν έλθεις,
για πάντα σε αρνούμαι·
φοβούμαι, φοβούμαι,
μην έβγουν νεκροί.

»Αυγούλα, γιά ξύπνα,
γιά ξύπνα, κι αν λάχει
και σ’ εύρουν μονάχη,
πεθαίνεις και συ.»

Στη μάνα πηγαίνει,
την βρέσκει που κλαίει,
και, «Μάνα», της λέει
«μην κλαις που ’μαι δω.

»Η Αυγούλα κοιμάται
αλήθεια σού λέω·
μην κλαις, γιατί κλαίω,
μανούλα, κι εγώ·

»ιδού το στεφάνι·
μην γέρνεις στην άλλη
μεριά το κεφάλι,
τα μάτια μην κλεις·

»στ’ αφήνω στα γόνατα,
κι ακόμη αν αργήσει
η Αυγή να ξυπνήσει,
εμέ το φορείς».

«Αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·
τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν»

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Σχεδίασμα Β’

Τα κύματα στο Παραπόρτι, Άνδρος
(androslivadia.blogspot.com)

Ανδριάντας του Δ. Σολωμού στη Ζάκυνθο

«Μὴν εἴδετε τὴν ὀμορφιὰ ποὺ τὴν Κοιλάδα ἁγιάζει;»

Ὁ Κρητικός XIX (ἀπόσπασμα)

(φωτ. Άνδρος Κοχύλου, androslivadia.blogspot.com)

Ἡ Ξανθοῦλα

Τὴν εἶδα τὴν Ξανθοῦλα,
Τὴν εἶδα ψὲς ἀργά,
Ποῦ ἐμπῆκε ‘ς τὴ βαρκοῦλα
Νὰ πάῃ ‘ς τὴν ξενιτειά.

Ἐφούσκωνε τ’ ἀέρι
Λευκότατα πανιά,
Ὡσὰν τὸ περιστέρι,
Ποῦ ἁπλώνει τὰ φτερά.

Ἐστέκονταν οἱ φίλοι
Μὲ λύπη, μὲ χαρά,
Καὶ αὐτὴ μὲ τὸ μαντῆλι
Τοὺς ἀποχαιρετᾷ.

Καὶ τὸ χαιρετισμό της
Ἐστάθηκα νὰ ἰδῶ,
Ὡς ποῦ ἡ πολλὴ μακρότης
Μοῦ τὸ κρυψε καὶ αὐτό.

‘Σ ὀλίγο, ‘ς ὀλιγάκι
Δὲν ἤξερα νὰ πῶ,
Ἄν ἔβλεπα πανάκι,
Ἤ τοῦ πελάγου ἀφρό.

Καὶ ἀφοῦ πανί, μαντῆλι,
Ἐχάθη ‘ς τὸ νερό,
Ἐδάκρυσαν οἱ φίλοι,
Ἑδάκρυσα κ’ ἐγώ.

Δὲν κλαίγω τὴ βαρκοῦλα,
Δὲν κλαίγω τὰ πανιά,
Μόν’ κλαίγω τὴν Ξανθοῦλα,
Ποῦ πάει ‘ς τὴν ξενιτειὰ.

Δὲν κλαίγω τὴ βαρκοῦλα,
Δὲν κλαίγω τὰ πανιά,
Μόν’ κλαίγω τὴν Ξανθοῦλα,
Μὲ τὰ ξανθὰ μαλλιά.

Albert Anker, Κοπέλα που πλέκει τα μαλλιά της, 1887, Μουσείο Τέχνης, Βέρνη

Πηγές:
– «Διονυσίου Σολωμού Άπαντα», τόμοι 2, εκδ. Παπαδήμα.
– Κατερίνα Τικτοπούλου, «Διονύσιος Σολωμός», 2014, σε: greek-language.gr
– «Ο Εθνικός Ύμνος, πότε και πώς καθιερώθηκε;», σε: ieidiseis.gr
– Τέσυ Μπάιλα, «Συνταξιδεύοντας: Οδυσσέας Ελύτης – Διονύσιος Σολωμός», σε: literature.gr
– Οδυσσέα Ελύτη, «Τα Ελεγεία της Οξώπετρας», εκδ. Ίκαρος, 1991.
– Αθηνά Αναστασίου, «Οδοί και Μονοπάτια», από το Ανθολόγιο του Γιώργου Π. Ιατρού, «Μεσόγεια, το χαμένο περιβόλι της Αττικής», εκδ. Α-Ω, σελ. 431.
– Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού, σε: snhell.gr
– Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, σε: greek-language.gr
– «Διον. Σολωμός – Δημ. Λάγιος “Γαλήνη”», σε: logotexniakatefthinsis.blogspot.com
– «Δημήτρης Λάγιος: Του Σολωμού και της Ζάκυνθος (1986)», σε: diskovolos58.blogspot.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s