Μερικοί λένε: «Σ’ αυτόν τον Ναό τον μικρό, τον κατανυκτικό, ζω τη Θεία Λειτουργία· στον μεγάλο Ναό δεν τη ζω. Αν είναι κανένα εξωκλήσι σοβατισμένο άσπρο, δεν νιώθω τίποτε· αν όμως είναι αγιογραφημένο, έχει καλό τέμπλο κ.λπ., εκεί ζω τη Θεία Λειτουργία!».
Αυτά είναι για έναν άνθρωπο που δεν έχει όρεξη να φάει και του βάζεις λίγο αλάτι, λίγο πιπέρι, για να του έρθει η όρεξη.
– Δηλαδή, Γέροντα, αυτά δεν παίζουν κάποιο ρόλο; Δεν βοηθούν;
– Ναι, δεν λέω, βοηθούν και αυτά, αλλά να μη σκαλώνει κανείς σ’ αυτά.
Διαφορετικά, με μαγικό τρόπο θα ζητά ο άνθρωπος να ζήση τον Χριστό. Θα ζητά κελλί σκοτεινό, κανδήλι με χαμηλό φως, κατανυκτικό Ναό. Χωρίς αυτά δεν θα μπορεί να προσευχηθεί. Ή στο τραίνο βρίσκεται ή στη σπηλιά ή στο δρόμο, να είναι το ίδιο γι’ αυτόν.
Ο Θεός τον κάθε άνθρωπο τον έχει κάνει και ένα εκκλησάκι* και μπορεί να το φέρνει παντού μαζί του.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]