Οι όμορφες μέρες του Γενάρη και ο εφιάλτης του μεγάλου σεισμού…
Οι Αλκυονίδες ημέρες
Της Καστοριανής λογοτέχνιδας Ιφιγένειας Διδασκάλου
Αλκύονη (xpatathens.com)
Μάταια περιμέναμε μέσα στον φετινό Ιανουάριο να καλοσυνέψει ο καιρός και ν’ απολαύσουμε λίγες γλυκές χειμωνιάτικες μέρες, τις γνωστές μας Αλκυονίδες, που, σύμφωνα με τον πανάρχαιο μύθο μας, πήραν το όνομα αυτό από την Αλκυόνα, το όμορφο ψαροπούλι. Η Αλκυόνη ζει κοντά στη θάλασσα και γεννάει τ’ αυγά της στις σχισμές των βράχων, μέσα στην εποχή του Χειμώνα.
Οι όμορφες μέρες του Γενάρη και ο εφιάλτης του μεγάλου σεισμού…
Οι Αλκυονίδες ημέρες
Της Καστοριανής λογοτέχνιδας Ιφιγένειας Διδασκάλου
Μάταια περιμέναμε μέσα στον φετινό Ιανουάριο να καλοσυνέψει ο καιρός και ν’ απολαύσουμε λίγες γλυκές χειμωνιάτικες μέρες, τις γνωστές μας Αλκυονίδες, που, σύμφωνα με τον πανάρχαιο μύθο μας, πήραν το όνομα αυτό από την Αλκυόνα, το όμορφο ψαροπούλι. Η Αλκυόνη ζει κοντά στη θάλασσα και γεννάει τ’ αυγά της στις σχισμές των βράχων, μέσα στην εποχή του Χειμώνα.
Ένα μεγάλο θαύμα του Αγίου Μηνά συντελέστηκε το 1826 μ.Χ., στο Ηράκλειο της Κρήτης, πόλη στην οποία ιδιαιτέρως τιμάται ο Άγιος και είναι ο Πολιούχος και προστάτης της. Το 1821, μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως εναντίον των Τούρκων, οι κατακτητές προχώρησαν σε εκτεταμένες σφαγές χιλιάδων αμάχων σε πολλές περιοχές. Από τους πρώτους που πλήρωσαν με το αίμα τους την επανάσταση ήταν και οι κάτοικοι της μαρτυρικής Κρήτης. Μεταξύ των χιλιάδων θυμάτων συγκαταλέγονται ο Μητροπολίτης Κρήτης, οι Επίσκοποι Χανίων, Κνωσού, Χεροννήσου, Λάμπης, Σητείας κ.ά., οι οποίοι εσφαγιάστηκαν την 24η Ιουνίου 1821 στον περίβολο του Μητροπολιτικού Ναού του Ηρακλείου, που είναι αφιερωμένος στον Άγιο Μηνά. Μάλιστα ο ιερουργών ιερέας του ναού σφαγιάστηκε πάνω στην Αγία Τράπεζα!
Τρυγόνα· όνομα γυναικείο, λαοφιλές στους Έλληνες της Μαύρης Θάλασσας, όπως και το τραγούδι. «Η Τρυγόνα η κορώνα» χορεύεται κιόλας· οι κινήσεις μιμούνται τις κινήσεις της τρυγόνας, όταν κρύβεται σε θάμνους.
Η θεά Δήμητρα συνοδευόταν από λευκά τρυγόνια. Είναι δε γνωστό ότι η Λητώ, στη Δήλο, παραδομένη στους πόνους, κυνηγημένη, δέχτηκε βοήθεια από δύο τρυγόνες: Τη μαία Ειλείθυια και την Ίριδα, οι οποίες έσπευσαν μεταμορφωμένες ..για τον φόβο της Ήρας.
«Σαν και μένανε τρυγόνα κυνηγός δεν βρίσκεται άλλος κι αν μια μέρα σε σκοτώσω …», είχε ηχογραφήσει ο Λόρκα στα 1931, όπου η τρυγόνα που σκοτώθηκε είναι η δημοκρατία· μετά την εκτέλεση του ποιητή από τους φασίστες το τραγούδι έγινε σύμβολο αγώνα.
«Μικρή τρυγόνα, δίχως ταίρι και φωλιά», είχε γράψει ο Μενέλαος Λουντέμης για μια εξόριστη μητέρα, ενώ ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης:«Μάνα μου, εγώ είμαι τ’ άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι …». Το τρυγόνι θεωρείται σύμβολο της συζυγικής αφοσίωσης· εάν το ένα πεθάνει, το άλλο δεν ζευγαρώνει πια· από τη λύπη του κάποτε πεθαίνει.
Πουλιά κομψότατα, ελαφριά, άρχοντες του αέρα, διαχειμάζουν στην Αφρική, αν και μερικά δεν μας εγκαταλείπουν. Steptopelia turtur ή turtur-ris (λατ.), το όνομα το πήρε από το ασταμάτητο γουργουρητό του «τουρ – τουρ – τουρ». Στην αρχαιότητα επί λάλου ανθρώπου αποφαίνονταν «τρυγόνος λαλίστερος».
Τα περάσματα των τρυγονιών είναι γνωστά από χρόνους παμπάλαιους. Από το χάραμα μέχρι το μεσημέρι περνούν κοπαδιαστά. Τα πρώτα φθάνουν την ημέρα του Σταυρού.«Αυτού ψηλά που περπατείς τρυγόνα, τρυγόνα και χαμηλά λογιάζεις, τρυγόνα μου γραμμένη, μην είδες τον ασίκη μου, τον αγαπητικό μου;» (Β. Ηπειρος). Και ένα σπάραγμα από το δημοτικό, γνωστό ως «Ο θάνατος του Οδυσσέως Ανδρούτσου»: «… Ν’ ακούστε την Ανδρούτσαινα, τη μάνα του Δυσσέα, πώς σκούζει, πώς μοιρολογά, και σαν τρυγόνα κλαίει!».
Στην παράδοση του Πόντου η «Τρυγόνα» είναι βουκολικός κεφάτος σιγανός χορός. Ανήκει στους λίγους ποντιακούς χορούς που χορεύονται από δεξιά προς τα αριστερά. Οι κινήσεις του χορού αναπαριστούν μια γυναίκα που κόβει ξύλα. Στο αριστερόστροφο σημείο του χορού είναι το περπάτημα, ενώ στο δεξιόστροφο το κόψιμο των ξύλων, χαρακτηριστικό του δε το σκύψιμο του χορευτή και το ανεβοκατέβασμα των χεριών:
«Ακεί πέρα σ’ ορμανόπον, η τρυγόνα η κορώνα έστεκεν και εποίνε ξύλα, η τρυγόνα η κορώνα».
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]