Στις 11 Σεπτεμβρίου η Εκκλησία τιμά τον Άγιο Ευφρόσυνο τον μάγειρα. «Oύτος εγεννήθη από αγροίκους και χωρικούς γονείς. Kαι ανατραφείς με ιδιωτικήν και απαίδευτον ανατροφήν, ύστερον απήλθεν εις Mοναστήριον. Kαι ενδυθείς το μοναχικόν σχήμα, έγινεν υπηρέτης των Mοναχών. Eπειδή δε εκαταγίνετο πάντοτε εις το μαγειρείον ως αγροίκος, εκαταφρονείτο από όλους τους Mοναχούς και επεριπαίζετο», γράφει ο Συναξαριστής.
«Πλην υπέφερεν ο μακάριος όλας τας καταφρονήσεις με γενναιότητα καρδίας και σύνεσιν, και με ησυχίαν του λογισμού, χωρίς να ταράττεται όλως. Διότι, αγκαλά και ήτον ιδιώτης κατά τον λόγον, όμως δεν ήτον ιδιώτης και κατά την γνώσιν. Kαθώς τούτο θέλει αποδείξει καθαρά το εξής ρηθησόμενον. Eις το Mοναστήριον γαρ εκείνο, οπού ευρίσκετο ο αοίδιμος ούτος Eυφρόσυνος, εκεί ήτον και ένας Iερεύς φίλος του Θεού, όστις επαρακάλει προθύμως διά να του φανερώση ο Θεός τα αγαθά, οπού μέλλουν να απολαύσουν οι αγαπώντες αυτόν».
Η συνέχεια της διήγησης του Συναξαριστή είναι συγκλονιστική. Ο ενάρετος ιερέας είδε όραμα ότι βρισκόταν στον Παράδεισο, σε κήπο με καλύκαρπα δένδρα, ευώδη άνθη και νερά διαυγή. Ο Ευφρόσυνος βρισκόταν εκεί και απολάμβανε τα άρρητα αγαθά. Στην ερώτηση του ιερέα πώς βρέθηκε εκεί, εκείνος απάντησε: Εγώ είμαι αγράμματος, αλλά από σας ακούω τον Απόστολο που λέει ότι όσοι αγωνίζονται βλέπουν από την παρούσα ζωή το κάλλος του παραδείσου. Στη συνέχεια ως φύλακας έδωσε τρία μήλα στον ιερέα, τα οποία εκείνος με έκπληξη βρήκε στο ράσο του μόλις συνήλθε.
Η αποκάλυψη από τον ιερέα στην αδελφότητα της μονής των υψηλών μέτρων της πνευματικής ζωής του μοναχού Ευφρόσυνου, που όλοι περιφρονούσαν, προξένησε τον θαυμασμό όλων. Εκείνος όμως, αποφεύγοντας τη δόξα των ανθρώπων, αναχώρησε κρυφά από το μοναστήρι και δεν φάνηκε ξανά. Έκανε προφανώς μόνιμη κατοικία του τον νοητό και πνευματικό παράδεισο, όπου επισκοπεί το φως του προσώπου του Χριστού. Διασώθηκε όμως ο βίος του, για να διδάσκει το μεγαλείο της χριστιανικής απλότητας και να επιβεβαιώνει τον λόγο του ευαγγελίου που αναφέρει ότι: «Πολλοί θα βρεθούν από πρώτοι τελευταίοι, κι άλλοι από τελευταίοι πρώτοι» (Ματθ. 19, 30).
Η Αγία καταγόταν από την Πελοπόννησο γι’ αυτό και από κάποιους ονομάζεται η Αγία Θεοδώρα η Πελοποννήσια. Ως προς την καταγωγή πιθανότερες περιοχές φαίνεται να είναι η Αρκαδία και η Μεσσηνία. Έζησε στα χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, κατά τον 9ον αιώνα. Είχε γονείς πτωχούς και άσημους αλλά με αγάπη προς τον θεό, αγάπη την οποία μετέδωσαν στα παιδία τους μαζί με την πίστη στον Κύριο Ιησού Χριστό.
Ανάμεσα στη χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας υπάρχουν και πολλοί βασιλείς, αυτοκράτορες και μέλη των ανακτόρων, οι οποίοι δεν αλλοτριώθηκαν από την εξουσία. Ενέταξαν την εγκόσμια δόξα στη δόξα του Θεού και στη διακονία της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και ανακηρύχτηκαν άγιοι για την προσφορά τους στο εκκλησιαστικό σώμα. Μία από αυτούς υπήρξε και η αγία Πουλχερία, η ευσεβής Αυγούστα του Βυζαντίου.
«Είμαστε προσκυνητές σε αυτή τη γη και δεν υπάρχει τίποτα μόνιμο για μας εδώ» Ιερομόναχος Σεραφείμ Ρόουζ
Τρεις απλές αρχές ζωής που έμαθα από τον ιερομόναχο Σεραφείμ Ρόουζ
Ο π. Αλέξιος θυμάται τρεις απλές αρχές ζωής που έμαθε από τον π. Σεραφείμ. «Τις έμαθα» λέει, «όχι τόσο πολύ από τα βιβλία του π. Σεραφείμ όσο από αυτά που μου είπε σε διάφορες ομιλίες κατά τα χρόνια που πέρασαν. Η πρώτη από αυτές τις αρχές είναι:
Σήμερα που γράφω, μέρα Tετάρτη, 29 Aυγούστου, είναι η μνήμη του αγίου Iωάννου του Προδρόμου. Xθες το βράδυ ψάλαμε τον Eσπερινό κατανυκτικά σ’ ένα παρεκκλήσι, κ’ ήτανε μοναχά λίγες γυναίκες και δυο-τρεις άνδρες. Σήμερα το πρωί ψάλαμε τη λειτουργία του πάλι με λίγους προσκυνητές. Tα μαγαζιά ήτανε ανοιχτά, όλοι δουλεύανε σαν να μην ήτανε η γιορτή του πιο μεγάλου αγίου της θρησκείας μας. Aληθινά λέγει το τροπάρι του «Mνήμη δικαίου μετ’ εγκωμίων, σοι δε αρκέσει η μαρτυρία του Kυρίου, Πρόδρομε». Mε εγκώμια και με ευλάβεια γιορτάζανε άλλη φορά οι ορθόδοξοι χριστιανοί τον Πρόδρομο, αλλά τώρα του φτάνει η μαρτυρία του Kυρίου. Aυτή η μαρτυρία θ’ απομείνει στον αιώνα, είτε τον γιορτάζουνε είτε δεν τον γιορτάζουνε οι άνθρωποι, είτε τον θυμούνται είτε τον ξεχάσουνε. K’ η μαρτυρία είναι τούτη: πως ο άγιος Iωάννης ο Πρόδρομος είναι «ο εν γεννητοίς γυναικών μείζων» δηλ. «ο πιο μεγάλος απ’ όσους γεννηθήκανε από γυναίκα» κατά τα λόγια του ίδιου του Xριστού. Γι’ αυτό κ’ η Eκκλησία μας ώρισε να μπαίνει το εικόνισμά του πλάγι στην εικόνα του Xριστού στο εικονοστάσιο της κάθε ορθόδοξης εκκλησιάς.
Τα φιδάκια της Παναγιάς βγήκαν και φέτος, πρώτα στα Αργίνια και μετά στο Μαρκόπουλο της όμορφης Κεφαλονιάς. Ο ναός της Παναγίας της Λαγκουβάρδας ή Φιδούσας στο Μαρκόπουλο Κεφαλονιάς είναι χτισμένος στο σημείο όπου υπήρχε πριν από πολλά χρόνια ένα γυναικείο μοναστήρι. Το μοναστήρι είχε χτιστεί εκεί, όπου βρέθηκε η εικόνα της Παναγίας, μετά από μια μεγάλη πυρκαγιά στο δάσος της περιοχής.
Η Αγία Ειρήνη, η ευσεβεστάτη Αυγούστα του Βυζαντίου, σε ψηφιδωτό της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως
Η Αγία Ειρήνη έζησε τον 12ο αιώνα μ.Χ. και ήταν πολύ ωραία και ενάρετη. Αυτό το παρατήρησε ο βασιλιάς Αλέξιος ο Κομνηνός και την πάντρεψε με το γιο του Ιωάννη, τον επονομαζόμενο Καλοϊωάννη λόγω των πολλών του αρετών. Η ενάρετη λοιπόν βασίλισσα Ειρήνη, ξόδευε απλόχερα σε φιλανθρωπικά έργα, μόνη μάλιστα πήγαινε σε φτωχικές καλύβες, για να δώσει όχι μόνο χρήματα, αλλά και ανώτερη ενίσχυση και παρηγοριά της ελπίδας στο Χριστό. Επίσης έκτισε γηροκομεία και ξενώνες και άφησε σε αυτά μεγάλα χρηματικά ποσά για την ασφαλή και άνετη συντήρησή τους.
«Όποιος αγαπά το Θεό, δεν μπορεί να μην αγαπήσει και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του. Εκείνος που βλέπει και ίχνος μόνο μίσους μέσα στην καρδιά του προς οποιονδήποτε άνθρωπο για οποιοδήποτε φταίξιμό του, είναι εντελώς ξένος από την αγάπη προς τον Θεό. Γιατί η αγάπη προς το Θεό δεν ανέχεται διόλου το μίσος κατά του ανθρώπου. Εκείνος που έκανε κτήμα του τη θεία αγάπη υπομένει με γενναιότητα χωρίς να σκέφτεται το κακό που του έκανε οποιοσδήποτε.
Όταν αισθανθείς πόνο επειδή κάποιος σε προσέβαλε ή σε ντρόπιασε, να ξέρεις ότι ωφελήθηκες πολύ. Με το ντρόπιασμα βγήκε από μέσα σου η κενοδοξία. Πολλοί έχουν πει πολλά περί αγάπης, αν όμως την αναζητήσεις, θα τη βρεις στους μαθητές του Χριστού, επειδή εκείνοι είχαν την αληθινή Αγάπη δάσκαλο της αγάπης, για την οποία έλεγαν: “Αν έχω το χάρισμα της προφητείας και αν γνωρίζω όλα τα μυστικά σχέδια του Θεού, και έχω όλη τη γνώση, αλλά δεν έχω αγάπη, δεν ωφελούμαι τίποτε” (Α’ Κορ. 13,2-3). Εκείνος λοιπόν που απόκτησε την αγάπη, απόκτησε τον Θεό, επειδή ο Θεός είναι αγάπη (Α’ Ιω. 4,8)».
Όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής, «Κεφάλαια περί αγάπης»
Από αιώνες, κάθε χρόνο, την παραμονή της Μεταμορφώσεως, αρκετοί μοναχοί αναχωρούν από την Μεγίστη Λαύρα με ζώα φορτωμένα με τρόφιμα, σκεπάσματα και λειτουργικά σκεύη και ανεβαίνουν προς την «Αγίαν κορυφήν» του Άθωνας, σε ύψος 2.033 μέτρων, επάνω από τα σύννεφα, όπου βρίσκεται ένα μικρό παρεκκλήσι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Εκεί, την άλλη μέρα το βράδυ, θα κάνουν την ολονύχτιον αγρυπνίαν με τρόπο παρόμοιο προς όλα τα μοναστήρια του Αγίου Όρους.
Ανεβαίνοντας σιγά – σιγά, όπως τότε, οι Απόστολοι ανέβαιναν με τον Ιησούν «εις όρος υψηλόν» (Ματθ. 17, 1), ψάλλουν τους προεόρτιους ύμνους στο ρυθμό των κωδωνίσκων των μουλαριών: «Δεύτε συνανέλθωμεν τω Ιησού αναβαίνοντι εις το όρος το άγιον …».Στον δρόμο, μοναχοί από διάφορα μέρη του Όρους και προσκυνηταί ποικίλων εθνοτήτων, συνάπτονται μαζί τους, και αυτή η πομπή που συναποτελείται ομοιάζει τότε με τους Εβραίους που συγκεντρώνονταν από όλα τα μέρη της Παλαιστίνης μαζί με τους προσήλυτους για να εορτάσουν εις τον οίκον Κυρίου εις την Σιών (βλ. Β’ Παραλ, 30,25).
«Εκεί γαρ ανέβησαν αι ψυλαί, φυλαί Κυρίου, μαρτυρίου τω Ισραήλ, του εξομολογήσασθαι τω ονόματι Κυρίου» (Ψ’ 121,4). Αυτή η «αγία Κορυφή», η οποία τακτικά ενδύεται με λαμπρό χιόνι, που άλλοτε αντανακλά τις ακτίνες του ηλίου και άλλοτε κρύβεται υπό την νεφέλη, ήταν προορισμένη να γίνη «Όρος του φωτός»· διότι η αρχαία λέξις «αίθων» σημαίνει: πυρώδης, αναλαμπών, αστράπτων… Η κορυφή κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά των αγιορειτών. Βλέπουν αυτό το όρος σαν τον άξονα του κόσμου, που ενώνει τον ουρανό και την γη, σαν τον στύλον διά του οποίου οι προσευχές τους αναβαίνουν προς τον Θεόν, σαν το υποπόδιον του Θεού, σαν την εκλεκτήν κατοικίαν της Παντανάσσης, της «Μητρός του Φωτός».
Αναρίθμητες εικόνες ή χαλκογραφίες δείχνουν την Παναγίαν στον ουρανό, πάνω από την χιονισμένη κορυφή του Άθωνος, που εξαπλώνει στον κόσμο το Μαφορίον της, την «αγίαν Σκέπην» της προσευχής της. Εκεί επίσης, κατά μια αρχαία και αδιάρρηκτη παράδοση, οι μοναχοί αναβαίνουν μερικές φορές για ένα προσωπικό προσκύνημα, για να προσευχηθούν πλησιέστερα προς τον ουρανό και για να λάβουν από τον θεόν μια πληροφορία για τις αποφασιστικές στιγμές της ζωής τους.
Εκεί, στον δέκατο αιώνα, εν ημέρα Μεταμορφώσεως, ο κτίτωρ της μονής των Ιβήρων, όσιος Ευθύμιος, είδε το φως του Θεού να εξαστράπτει ως πυρ φλέγων ενώ λειτουργούσε: «Αίφνης φως αμέτρητον περιήστραψεν άπαντας και σεισμός εγένετο και όλοι έπεσαν πρυνείς κατά γης. Μόνος δε ο μακάριος Ευθύμιος ίστατο, φαινόμενος ως στύλος πυρός και μένων ακίνητος προ του ιερού θυσιαστηρίου».Τέσσερεις αιώνες αργότερα, η Παναγία εμφανίστηκε στον άγιον Μάξιμον τον Καυσοκαλυβίτην μέσα σε άφθονο θείο φως και αρώματα, κρατώντας στην αγκαλιά της τον Κύριον, που ευλόγησε τον άγιον και τον γέμισε με θείαν αγαλλίασιν.
Εκεί ακόμα, υστέρα από αιώνες τέτοιων γεγονότων που έμειναν κρυφά, ο Γέρων Ιωσήφ († 1959), ο μέγας ησυχαστής και πραγματικός πατήρ της σημερινής αναγεννήσεως της παραδόσεως της νοερός προσευχής στο Άγιον Όρος, συνάντησε τον συνασκητή του, τον Γέροντα Αρσένιον († 1983) και άρχισε την ζωή σκληρού αγώνος και περιπλανήσεως στις κλιτύς του Άθωνος. Και από την κορυφήν αυτήν, μία μέρα, που είχε φθάσει στην απελπισία, μια λαμπρή ακτίνα φωτός εξήστραψε και μπήκε στην καρδιά του. Και από τότε, όπως σ’ ένα Θαβώρ, ο νους του δεν σταμάτησε να μένει διαρκώς με τον Ιησούν ενωμένο μέσα στην καρδία του.
Υπάρχει επίσης η διήγησις ότι επτά ασκηταί ζουν σ’ αυτά τα ύψη γυμνοί και άγνωστοι και διατηρούν διά μέσου των αιώνων, από γενεά σε γενεά, την μυστική παράδοση της ασκήσεως και της θεωρίας. Μύθος ή αλήθεια ή διήγησις αυτή δείχνει ακριβώς πόσο κεντρική είναι η θέσις της «Αγίας Κορυφής» στην συνείδηση και στην ζωή των αγιορειτών.
Γι’ αυτό το μικρό παρεκκλήσι της Μεταμορφώσεως και δίπλα του ο πελώριος σιδερένιος σταυρός, που στέκονται σ’ αυτόν τον στενό βράχο, έχουν μια ιδιαίτερη συμβολική αξία και δείχνουν, σαν δυό σημεία, στον ουρανό και στον κάτω κόσμο, τα δύο χαρακτηριστικά της μοναστικής πολιτείας, η οποία είναι βίωσις του σταυρού, εκουσία και αδιάλειπτη συμμετοχή στο πάθος του Κυρίου, και είναι ταυτόχρονα η οδός της θεώσεως, μια ζωή μέσα στο φως της εσχατολογικής δόξης, που απεκάλυψε ο Χριστός, για μια στιγμή, στους Αποστόλους του, πάνω στο όρος Θαβώρ. Όπως ο Κύριος ανέβηκε στο όρος «κατ’ ιδίαν» με τους εκλεκτούς Μαθητές για να προσευχηθεί (Λουκ. 9, 28), έτσι και οι μοναχοί, απαρνούμενοι τον κόσμο, ζουν στον Άθωνα «εν ησυχία και προσευχή», ζουν εδώ και τώρα, μέσα στο φως της Μεταμορφώσεως. Ο Άθως είναι για αυτούς Θαβώρ, προτύπωσις της βασιλείας των ουρανών.
Στην δύση του Βυζαντίου, όταν ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο αγιορείτης και μέγας διδάσκαλος του θείου φωτός, αγωνίστηκε εναντίον των ουμανιστών για την υπεράσπιση των ησυχαστών και την υποστήριξη της ορθοδόξου διδασκαλίας περί της θεώσεως του ανθρώπου -δηλαδή της πραγματικής συμμετοχής του στην ζωή του Θεού διά μέσου της ακτίστου χάριτος- το θέμα της Μεταμορφώσεως και της φύσεως του Θαβωρίου φωτός βρισκόταν στο κέντρο της διαμάχης. Σ’ όλα τα έργα τους, ο άγιος Γρηγόριος και οι ομόφρονές του, κάνουν αναρίθμητες αναφορές σ’ αυτό το θείο γεγονός και δείχνουν ότι η Μεταμόρφωσις του Κυρίου, ως πρότυπον της δικής μας θεώσεως, είναι κατ’ εξοχήν η εορτή του μοναχισμού, η πανήγυρις του Αγίου Όρους.
Για χρόνια ο άγιος Γρηγόριος είχε ζήσει στους πρόποδες του Άθω, στην Μ. Λαύρα, και ως ησυχαστής στο υψηλότερα ευρισκόμενο κελλίον του αγίου Σάββα. Γι’ αυτόν όπως και για κάθε σύγχρονο αγιορείτη, ο Άθως ταυτίζεται με το Θαβώρ και με κάθε «όρος του Θεού»,όπου ο Θεός αποκαλύφτηκε στους ανθρώπους. Για αυτούς είναι και Όρος Σιών και όρος Σινά, όρος Κάρμελ, όρος των Ελαιών και όρος του Γολγοθά.
Είναι επίσης παρόμοιο με όλα τα «άγια όρη» όπου ο Κύριος κατοίκησε «εν τοις αγίοις αυτού» (Ψ’ 150,1) «εν συναγωγή θεών» (Ψ’ 81,1), όμοιο με το όρος του Ολύμπου της Βιθυνίας, από το οποίο προήλθαν οι πρώτοι αγιορείτες, με το όρος του Λάτρου, με το όρος του Γάνου, με το βουνό του Αγίου Αυξεντίου και με όλα τα ένδοξα μοναστικά Κέντρα της Μικράς Ασίας με τα άγια όρη της Ελλάδος, και παραλληλίζεται τέλος με το όρος του Ολύμπου -της αρχαίας κατοικίας του δωδεκαθέου.
Γέρων Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης
Συγγενεύει με τους ιερούς βράχους των Μετεώρων, όπου στον πιο ψηλό βράχο βρίσκεται κτισμένο μοναστήρι της Μεταμορφώσεως, με τα όρη της Πελοποννήσου, της Μακεδονίας, των Καρπαθίων, της Σερβίας, της Αρμενίας με το σεβαστό Αραράτ, τα Καυκάσια όρη· με τα όρη της Ρωσσίας και με το μικρό «Άγιον όρος» του αγίου Σεραφείμ στο δάσος του Σαρώφ· με το Μοnte Cassino του αγίου Βενεδίκου, με το όρος του Μερκουρίου -φρούριο των βυζαντινών ασκητών στην Καλαβρία, και με όλα τα άγια όρη της ορθοδόξου Δύσεως.
Ο Άθως ταυτίζεται λοιπόν με όλ’ αυτά τα όρη που έγιναν Θαβώρ, για τους μοναχούς όλων των αιώνων, και που «μεταναστεύουν εκεί ως στρουθία» (Ψ’ 10,11). Σ’ αυτήν την νύχτα, μέσα στο στενό παρεκκλήσι, όπου μόνον λίγα πρόσωπα μπορούν να χωρέσουν, ενώ οι άλλοι προσπαθούν να ζεσταθούν λιγάκι δίπλα στη μεγάλη φωτιά που καίγεται απ’ έξω, οι φωνές των ψαλτών γίνονται σάλπιγγες της Εκκλησίας, που ανακηρύττουν στον κόσμο το μήνυμα του αϊδίου φωτός.
* Από το βιβλίο «Η βίωσις της Μεταμορφώσεως στη ζωή του αγιορείτου μοναχού», απόσπασμα από τον Τόμο «Μεταμόρφωση», εκδ. Ακρίτας, σ. 121-125.
Στην κορυφή του Άθω για την αγρυπνία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος:
«Eιρηνικώς έζησας Eιρήνη πάλαι, και νυν κατοικείς ένθα ειρήνη βρύει»
Η Οσία Ειρήνη έζησε στα χρόνια της βασίλισσας Θεοδώρας, που αναστήλωσε τις ιερές εικόνες. Καταγόταν από την Καππαδοκία και διακρινόταν όχι μόνο για την ευσέβειά της, αλλά και για τη σωματική της ωραιότητα και την ευγενή ανατροφή της. Την είχε ζητήσει σε γάμο κάποιος διακεκριμένος άνδρας του παλατιού και έτσι εκείνη ξεκίνησε για το Βυζάντιο. Στη διαδρομή όμως πέρασε από τη Μονή του Χρυσοβαλάντου και τόσο πολύ ελκύστηκε από τη συναναστροφή των καλογριών, ώστε πήρε τη μεγάλη απόφαση να παραμείνει μαζί τους. Έτσι απέρριψε τις κοσμικές δόξες, γύρισε στην πατρίδα της και πούλησε τα υπάρχοντά της βοηθώντας πολλούς φτωχούς. Έγινε μοναχή και η ζωή της μέσα στο μοναστήρι υπήρξε πολύ ασκητική και αγία. Όταν πέθανε η ηγουμένη, η Ειρήνη, παρά την άρνησή της, ορίστηκε διάδοχός της. Από τη νέα της θέση επετέλεσε τα καθήκοντά της άριστα. Ο Θεός μάλιστα την επροίκισε με το προφητικό και θαυματουργικό χάρισμα. Έτσι διά της προσευχής της, απάλλαξε πολλούς από δαιμόνια και από διάφορες ασθένειες.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]