Πολλές και σοφές άγιες μορφές παρελαύνουν από τις σελίδες της ιστορίας της μεγάλης μας Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μια τέτοια μορφή και εξαιρετική προσωπικότητα είναι και ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Αρτέμιος που έζησε και μαρτύρησε περί τα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ. (361-363). Για τον Μεγαλομάρτυρα τούτον Άγιον αξίζει να μιλήσουμε εκτενέστερα. Γι’ αυτόν λοιπόν και οι γραμμές που ακολουθούν.
Οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος υπηρετούσαν στις στρατιωτικές τάξεις του αυτοκράτορα Μαξιμιανού. Τους διέκρινε μεγάλη ανδρεία στα πεδία των μαχών, αλλά και σωφροσύνη στην καθημερινή τους ζωή. Γι’ αυτό και ο αυτοκράτορας τους απένειμε τα αξιώματα του πριμικηρίου της σχολής των Kεντηλίων και του σεκουνδουκηρίου, αντίστοιχα. Όταν έμαθε ότι οι δύο επίλεκτοι στρατιώτες του ήταν χριστιανοί, δεν ήθελε με κανένα τρόπο να το πιστέψει.
Για να πεισθεί λοιπόν χειροπιαστά, οργάνωσε τελετές με θυσίες σε ειδωλολατρικό ναό και κάλεσε να παραστούν σε αυτές ο Σέργιος και ο Βάκχος. Οι δύο χριστιανοί στρατιώτες αρνήθηκαν και ομολόγησαν το Χριστό με θαρραλέο φρόνημα. Εξοργισμένος τότε ο αυτοκράτορας, διέταξε και τους αφαίρεσαν τα διάσημα των αξιωμάτων τους. Έπειτα, αφού τους ενέπαιξαν και τους διαπόμπευσαν περιφέροντάς τους δημόσια ντυμένους με γυναικεία ενδύματα και χλευάζοντάς τους, τους έστειλαν σε ένα σκληρό δούκα της Ανατολής, τον Αντίοχο.
Αυτός με πρωτοφανή ωμότητα μαστίγωσε μέχρι θανάτου το Βάκχο. Ο άγιος Βάκχος μαρτύρησε στην πόλη Λισσό της Συρίας. Στο δε Σέργιο, επειδή κάποτε τον είχε ευεργετήσει, πρότεινε, αφού αρνηθεί το Χριστό, να του χαρίσει τη ζωή. Η γενναία απάντηση του Σεργίου ήταν τα λόγια του Απ. Παύλου «Ἐμοὶ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεὶν κέρδος» (προς Φιλιππησίους, α’ 21). Σε μένα, είπε ο Σέργιος, ζωή είναι ο Χριστός. Αλλά και το να πεθάνω είναι κέρδος, διότι έτσι θα ενωθώ πλήρως με το Χριστό. Τότε, ο Αντίοχος ανάγκασε τον άγιο Σέργιο να βαδίσει με σιδερένια υποδήματα επενδυμένα με αιχμηρά καρφιά μέχρι την πόλη Ρεσάφα της Συρίας, όπου και απέκοψαν την τιμία κεφαλή Του.
Το 547 μ.Χ. ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός ανήγειρε στην Κωνσταντινούπολη λαμπρό ναό προς τιμήν των Αγίων Μαρτύρων Σεργίου και Βάκχου, τον επονομαζόμενο «Μικρή Αγία Σοφία», όπου και κατέθεσε τα Ιερά Λείψανά τους.
Στη Δύση πολλές πόλεις διεκδικούν Λείψανα των Μαρτύρων με πρώτη την Βενετία, όπου Λείψανα αποδιδόμενα σε Εκείνους φυλάσσονται στο Ναό του Αγίου Πέτρου στο Καστέλλο. Τα Λείψανα αυτά έγιναν αντικείμενο αναγνωρίσεως το 1991 μ.Χ.
Στην Παβία, στη Μονή των Βενεδικτίνων του Αγίου Φίλικος, φυλάσσονται Λείψανα των δύο Μαρτύρων, δωρεά του Αυτοκράτορα Όθωνα Β’. Τα Λείψανα αυτά περιλαμβάνονται στα κειμήλια που έφερε μαζί της στη Δύση η σύζυγός του Βυζαντινή Πριγκίπισσα Θεοφανώ και για τον λόγο αυτό δεν υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την γνησιότητά τους.
Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση το 1152 μ.Χ., κατά την διάρκεια των Σταυροφοριών, ο Κόμης Γοφρέδος ο Ανδεγαβός μετέφερε Λείψανα των Μαρτύρων από την Συρία στα εδάφη του.
Η τιμία Κάρα του Αγίου Βάκχου βρίσκεται στη Μονή Κούρτεα Άρτζες Ρουμανίας. Μέρος των Λειψάνων του Αγίου Βάκχου βρίσκονται στον ρωμαιοκαθολικό Ναό Αγίου Πέτρου Καστέλλο Βενετίας, στη ρωμαιοκαθολική Μονή Αγίου Φίλικος Παβίας, στο ρωμαιοκαθολικό Ναό Αγίου Μαρτίνου στο Heiligenstadt, στη ρωμαιοκαθολική Μονή Wiessenburg της Βοημίας και στο ρωμαιοκαθολικό Καθεδρικό Ναό Αγίου Βίτου Πράγας. Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Βάκχου βρίσκονται επίσης στη Μονή Βατοπεδίου Αγίου Όρους και στη Λαύρα Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.
Η τιμία Κάρα του Αγίου Σεργίου βρίσκεται επίσης στη Μονή Κούρτεα Άρτζες Ρουμανίας. Απότμημα του Ιερού Λειψάνου του βρίσκεται στη Λαύρα του Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.
Ο Άγιος Ερμογένης γεννήθηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. στη Φοινικούντα της Αττάλειας της Μικράς Ασίας. Ήταν ένθερμος κήρυκας του Χριστιανισμού. Η δράση του εξαπλώθηκε ιδιαίτερα στη Σάμο, όπου διορίστηκε ως Επίσκοπος της Εκκλησίας της περιοχής. Δίδασκε το λαόν και προέβαλλε παντού το φως του Χριστού. Αναφέρεται πως έκανε πολλά θαύματα με τη χάρη του Θεού για να παρηγορήσει τον πονεμένο λαό.
Η Αγία Χαριτίνη έζησε τον 3ο αιώνα μ.Χ. Ήταν δούλη κάποιου πλουσίου που ονομαζόταν Κλαύδιος και ο οποίος την εκτιμούσε και την σεβόταν για τον χαρακτήρα της και τα χαρίσματά της. Πραγματικά, ο τρόπος ζωής της την έκανε αξιαγάπητη, επειδή ήταν εργατική, φιλότιμη και συμπεριφερόταν με σεβασμό και αγάπη προς τον κύριό της, αλλά και προς τους συνδούλους της. Δεν άργησε να αποκαλυφθεί το γεγονός ότι ήταν Χριστιανή, επειδή αυτό γινόταν φανερό και από την συμπεριφορά της.
O Άγιος Κυπριανός καταγόταν από μια πλούσια οικογένεια Συγκλητικών της Καρχηδόνας. Μεγαλώνοντας άρχισε ν’ ασχολείται, ως ειδωλολάτρης που ήταν, με τη μαγεία και σύντομα έγινε ένας διάσημος μάγος της εποχής του. Η Αγία Ιουστίνη καταγόταν από την Αντιόχεια και ήταν κόρη ενός ειδωλολάτρη ιερέα, του Αιδέσιου. Αν και ήταν ειδωλολάτρισσα κι εκείνη, είχε ψυχή καλοπροαίρετη, γι’ αυτό και όταν άκουσε για τον Χριστό από έναν διάκονο, τον Πραύλιο, αμέσως πίστεψε με την καρδιά της σ’ Εκείνον. Άρχισε κρυφά να πηγαίνει στην Εκκλησία των Χριστιανών και σύντομα έκανε και τους γονείς της να βαπτιστούν χριστιανοί. Μάλιστα ο Αιδέσιος έγινε από ιερέας των ειδώλων, ιερέας του Υψίστου.
Η Ιουστίνη μετά το θάνατο των γονέων της, αποφάσισε ν’ αφιερώσει ολοκληρωτικά τη ζωή της στον Νυμφίο Χριστό. Μια μεγάλη δοκιμασία δεν άργησε να την βρει, όταν κάποιος νέος, που τον έλεγαν Αγλαΐδα, βλέποντάς την μια μέρα να πηγαίνει την εκκλησία, την ερωτεύθηκε παράφορα και προσπάθησε να την αποκτήσει για εκείνον. Η Ιουστίνη τον απέκρουσε με επιμονή. Ο Αγλαΐδας όμως δεν σταματούσε την προσπάθειά του. Τυφλωμένος από την επιθυμία να την αποκτήσει, δεν δίστασε ακόμα και να επισκεφθεί τον διασημότερο μάγο της εποχής εκείνης, τον Κυπριανό, ζητώντας του να κάνει μάγια για να γίνει δική του η Ιουστίνη.
Ο Κυπριανός ζήτησε βοήθεια από ένα φοβερό δαιμόνιο από εκείνα που τον υπηρετούσαν. Εκείνο έδωσε στον Κυπριανό ένα αγγείο και του είπε να ραντίσει το σπίτι της Ιουστίνης με το περιεχόμενό του, κάτι που ο μάγος έκανε αμέσως. Η Αγία σηκώθηκε στις 3 τη νύχτα για να προσευχηθεί όπως συνήθως έκανε κι επειδή αμέσως ανεγνώρισε το φοβερό σαρκικό πειρασμό που ήρθε εναντίον της, άρχισε να ψάλλει τους ψαλμούς του Δαβίδ ζητώντας από τον Κύριο να τη λυτρώσει. Και όταν έκανε το σταυρό της, το φοβερό δαιμόνιο έφυγε καταντροπιασμένο. Αυτό συνέβη άλλες δύο φορές με ακόμα μεγαλύτερα δαιμόνια που επικαλέσθηκε ο Κυπριανός. Και το τελευταίο όταν ντροπιασμένο γύρισε πίσω στο μάγο, του ομολόγησε ότι όπου τυπωθεί το σημείο του Σταυρού οι δαίμονες φεύγουν ντροπιασμένοι.
Ο Κυπριανός τότε άρχισε να ψάχνει τι είχε η Ιουστίνα που δεν την έπιαναν τα μάγια και μόλις έμαθε ότι ήταν Χριστιανή και με τη δύναμη του Σταυρού συνέτριβε κάθε δαιμονική ενέργεια, κατάλαβε ότι η δύναμη των πονηρών πνευμάτων με τα οποία συνεργαζόταν, ήταν ανίσχυρη μπροστά στους Χριστιανούς. Τότε κατεφρόνησε τους δαίμονες, απεστράφη την πλάνη του και πίστεψε στο Χριστό. Έκαψε τα μαγικά του βιβλία και τα είδωλά του και κατέφυγε στον Επίσκοπο Άνθιμο για να εξομολογηθεί. Βαπτίστηκε και λίγο αργότερα χειροτονήθηκε ιερέας. Εργάστηκε πάρα πολύ για να μεταδώσει την πίστη του που τώρα πια είχε γεμίσει τη ζωή του και ήταν έτοιμος ακόμα και να θυσιαστεί για τον Χριστό.
Αργότερα ο λαός τον εξέλεξε Επίσκοπο Καρχηδόνος και στη διακονία της Εκκλησίας ο Κυπριανός έδειξε πραγματικά αποστολικό ζήλο. Η φήμη του εξαπλώθηκε παντού. Την Ιουστίνη την χειροτόνησε διακόνισσα και ηγουμένη ανάμεσα στις ασκήτριες της εποχής της. Εκείνο τον καιρό ξεκίνησαν από το Βασιλιά Δέκιο διωγμοί κατά των Χριστιανών, οι οποίοι συνεχίστηκαν και από επόμενους ηγεμόνες. Για τους ειδωλολάτρες ο Κυπριανός ήταν το επίκεντρο των χριστιανών, γι’ αυτό και τον εξόρισαν γιατί ενίσχυε και προέτρεπε τους χριστιανούς ακόμα και στα μαρτύρια για την αγάπη του Χριστού.
Γι’ αυτή τη μεγάλη πνευματική και αποστολική δράση του κάποιοι ασεβείς κατήγγειλαν στον κόμητα της Ανατολής Ευτόλμιο, ότι ο Κυπριανός με τα λόγια του πείθει τους Χριστιανούς ν’ αρνούνται τους θεούς των ειδώλων και μάλιστα προτρέπει σ’ αυτό και την Ιουστίνη. Τότε εκείνος κάλεσε τους Αγίους να εμφανιστούν ενώπιόν του και ν’ απολογηθούν. Αφού στις ερωτήσεις του ηγεμόνα ο Κυπριανός ομολόγησε ότι ήταν αλήθεια όσα λέγονταν, εκείνος διέταξε να κρεμαστεί ο Άγιος και να ξεσκίζεται, ενώ την Ιουστίνη διέταξαν να την δέρνουν στο πρόσωπο και στα μάτια. Οι Άγιοι υπέμειναν τα βασανιστήρια και τον πόνο και κατόπιν φυλακίστηκαν.
Μετά από λίγες ημέρες πάλι τους έφεραν σε δεύτερη εξέταση και βλέποντας αμετακίνητη την αγάπη τους για τον Χριστό, οργισμένος ο ηγεμόνας διέταξε να τους βάλουν σ’ ένα τηγάνι με λάδι πού έκαιγε. Ο Κυπριανός πρώτος με ανδρεία πήδησε μέσα και βλέποντας την Ιουστίνη να δειλιάζει μπροστά στο τηγάνι, την ενθάρρυνε υπενθυμίζοντάς της ότι νίκησε το διάβολο με την πίστη της. Έτσι δυναμωμένη μπήκε κι εκείνη στη φωτιά. Οι δύο Άγιοι όμως δεν ένοιωθαν τη φλόγα και ο ηγεμόνας για να τους αποδείξει ότι με μαγικές ιδιότητες δεν καίγονταν, έπεσε ο ίδιος μέσα επικαλούμενος την βοήθεια του Δία. Έτσι βρήκε φρικτό θάνατο, αφού κάηκε στη φωτιά που είχε ρίξει τους Αγίους.
Κάποιος συγγενής του ηγεμόνα, εξοργισμένος για το θάνατό του, διενέργησε και έστειλαν τους Αγίους στον Κλαύδιο Καίσαρα, ο οποίος θεώρησε ανώφελο να τους βασανίσει και διέταξε να αποκεφαλιστούν. Όταν το άκουσαν οι Άγιοι χάρηκαν, γιατί θ’ αξιώνονταν να δώσουν το αίμα τους για Εκείνον που έχυσε το δικό Του Αίμα στο Σταυρό. Ο Άγιος Κυπριανός φοβούμενος την ασθενή γυναικεία φύση, παρακάλεσε τους δημίους να θανατώσουν πρώτα την Ιουστίνη και μετά εκείνον. Έτσι η Αγία Ιουστίνη πρώτη και ο Άγιος Κυπριανός αμέσως μετά, δέχθηκαν το στεφάνι του μαρτυρίου πού τους κατέστησε γνήσιους μιμητές του Κυρίου τους που τόσο αγάπησαν και ακολούθησαν όταν Τον γνώρισαν, σε διαφορετική στιγμή ο καθένας.
Όταν αποκεφάλιζαν τον Άγιο Κυπριανό, κάποιος Θεόκτιστος που περνούσε από εκεί με το άλογό του, αναφώνησε: «Άδικα θανατώνεται αυτός ο δίκαιος άνθρωπος!». Τότε ένας συνακόλουθος του ηγεμόνα, γυρίζοντας με το άλογό του σκότωσε κι εκείνον. Έτσι ένας τρίτος μάρτυρας προστέθηκε και έδωσε εκείνη την ημέρα το αίμα του για το Χριστό και για την Σταυρική Του θυσία. Οι Άγιοι Κυπριανός και Ιουστίνη έχουν την Χάρη από τον Κύριο να διαλύουν κάθε μαγική τέχνη και δαιμονική προσβολή στους ανθρώπους. Η μνήμη τους τιμάται στις 2 Οκτωβρίου.
Πατρίδα του Αγίου Φωκά ήταν η Σινώπη του Ευξείνου Πόντου. Οι γονείς του Πάμφυλος (ναυπηγός στο επάγγελμα) και Μαρία μεταλαμπάδευσαν στο Φωκά από την παιδική του ηλικία τη φλόγα της αγνής πίστης τους και τη θερμή ευσέβειά τους. Ο Φωκάς από μικρό παιδί εντρυφούσε στην ανάγνωση των Γραφών, και εκείνο που ιδιαίτερα τον διέκρινε ήταν η θερμή και ειλικρινής αγάπη που είχε προς το Θεό, αλλά και προς τους συνανθρώπους του.
Διότι οδηγό στην αγάπη του αυτή είχε πάντα τα θεόπνευστα λόγια της Αγίας Γραφής: «Ὁ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἐν τῷ φωτὶ μένει,… ὁ δὲ μισῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἐν τὴ σκοτία ἐστι» (Α’ επιστολή Ιωάννου, Β’ 10-11). «Εκείνος» δηλαδή, «που αγαπά τον αδελφόν του, μένει μέσα στο πνευματικό και ηθικό φως. Ενώ αντίθετα, εκείνος που μισεί τον αδελφό του, μένει μέσα στο πνευματικό και ηθικό σκοτάδι».
Αναδείχθηκε Επίσκοπος Σινώπης και ευτύχησε να έχει το χάρισμα της επιτέλεσης θαυμάτων στο όνομα του Τριαδικού Θεού. Ανέπτυξε έντονη ιεραποστολική δραστηριότητα στην περιοχή της Επισκοπής του, γεγονός που δεν πέρασε απαρατήρητο σε κάποιους φανατικούς ειδωλολάτρες. Πράγματι, ο Έπαρχος Αφρικανός, διέταξε την σύλληψή του. Τότε τον έριξαν σε καυτό λουτρό, όπου και παρέδωσε το πνεύμα του, επί των χρόνων του αυτοκράτορος Τραϊανού (98-117 μ.Χ.).
Η πλούσια βιβλιογραφία για την ύπαρξη κρυπτοχριστιανών στην Τουρκία δεν είναι πλέον επαρκής για να μας διαφωτίσει για τους απογόνους αυτών των κρυπτοχριστιανών στην εποχή μας. Υπάρχουν βεβαίως πληροφορίες από κληρικούς και επισκέπτες από την Ελλάδα αλλά δεν είναι δυνατόν να εξαχθούν γενικότερα συμπεράσματα. Επιπλέον ορισμένες παραδοσιακές πρακτικές των -κατά τα άλλα- μουσουλμάνων γειτόνων μας, όπως η προσκύνηση σε τόπους χριστιανικής λατρείας, ανάγονται στην ιδιάζουσα χριστιανοϊσλαμική σύνθεση που πραγματοποιήθηκε στη Μικρά Ασία ήδη από την περίοδο των Σελτζούκων.
Η αναζήτηση χριστιανικών συμβόλων από τμήμα της τουρκικής κοινωνίας δεν πρέπει να εκλαμβάνεται πάντοτε ως ένδειξη κρυπτοχριστιανικής ταυτότητας. Κάποτε είναι προϊόν δεισιδαιμονιών και τα χριστιανικά σύμβολα αντιμετωπίζονται σαν μαγικά φυλαχτά που απλώς φέρουν γούρι. Ο προσεκτικός παρατηρητής διαβλέπει βεβαίως στην Τουρκία πολλά ίχνη από το Βυζάντιο που έχουν ενσωματωθεί στην κοινωνική συμπεριφορά και τα ενδόμυχα πιστεύω των μουσουλμάνων, σε σημείο ώστε να γίνεται λόγος και περί «εκκοσμικευμένου Βυζαντίου» στο τμήμα της χώρας από τα παράλια μέχρι την Άγκυρα, ενώ οι πάντες ομολογούν ότι στον Πόντο υπάρχει ένας πολιτισμός διαφορετικός από όλη την υπόλοιπη χώρα.
Ευχάριστη λοιπόν έκπληξη για όσους ενδιαφέρονται για την ύπαρξη κρυπτοχριστιανών στη σημερινή Τουρκία αποτέλεσε το σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου του Φαρούκ Τουντζάι που κυκλοφορήθηκε από το Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού που διευθύνει. Ο συγγραφέας είναι λεξικογράφος τουρκικών και πολιτικός αρθρογράφος, εγκατεστημένος στην Ελλάδα από το 1982, όπου κατέφυγε ως μέλος της αριστερής οργάνωσης Dev-Yol. Ασχέτως εάν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις κατά καιρούς θέσεις του, χαίρει ιδιαίτερου κύρους στην ελληνική κοινωνία, τόσο για την ποιότητα του Ελληνοτουρκικού (1994) και του Τουρκοελληνικού (2000) λεξικού, όσο κυρίως για την παρρησία με την οποία εκφράζεται και το ελεύθερο και αντισυμβατικό φρόνημα που τον διακρίνει ως στάση ζωής.
Στο βιβλίο του υπό τον τίτλο «Πορτρέτα» ο Τουντζάι διηγείται ενδιαφέροντα περιστατικά από την πολυτάραχη ζωή του στην Τουρκία και στην Ελλάδα. Σχετικά με τους κρυπτοχριστιανούς παραθέτει μια αφήγηση ενός παλαιού συντρόφου του που αποφυλακίστηκε κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1980 από τη δικτατορία του Εβρέν, όταν το καθεστώς προέβη σε σταδιακή φιλελευθεροποίηση διενεργώντας κοινοβουλευτικές και δημοτικές εκλογές.
Τότε ο φίλος του Τουντζάι αποφάσισε να περιηγηθεί στην Τουρκία με σκοπό αφ’ ενός να ενημερωθεί για τον τρόπο σκέψης των Τούρκων στα πολιτικά ζητήματα και αφ’ ετέρου να έλθει σε επαφή με παλιούς του συντρόφους. Υποδυόμενος τον πλασιέ βιβλίων ταξίδεψε με το αυτοκίνητό του σε διάφορα μέρη της Τουρκίας, ώσπου έφθασε σε ένα χωριό κοντά στα σύνορα με την Αρμενία. Εκεί, μπροστά στο καφενείο του χωριού, άπλωσε το εμπόρευμά του -εγκυκλοπαίδειες και βιβλία- και προσκάλεσε τους θαμώνες να το κοιτάξουν. Ένας χωρικός διάλεξε ένα Ευαγγέλιο μεταφρασμένο στα τουρκικά και επιτέθηκε λεκτικά στον «πλασιέ» για το πώς τόλμησε να φέρει ένα παρόμοιο βιβλίο.
Ο τελευταίος, αντλώντας επιχειρήματα και από το σχολείο, αντιλέγει διαβεβαιώνοντας τον συνομιλητή του ότι «και το Κοράνι ακόμη θεωρεί το Ευαγγέλιο ιερό κείμενο, πως το Ισλάμ το σέβεται, και δεν μπορεί να λέγεται μουσουλμάνος κάποιος που δεν αναγνωρίζει κάτι τέτοιο». Ακολουθεί έντονη συζήτηση, με πολλούς παρεμβαίνοντες -και τον ιμάμη ανάμεσά τους, η οποία επεκτείνεται στις μη μουσουλμανικές θρησκευτικές μειονότητες της Τουρκίας και, όπως γράφεται χαρακτηριστικά, «στη Γενοκτονία των Αρμενίων και στις άλλες εθνοκαθάρσεις που κατά καιρούς έχουν συμβεί και συμβαίνουν στην Τουρκία». Όταν ακούγεται το «Μπιρ Αλλάχ», η τελευταία προσευχή της ημέρας, ο ιμάμης καλεί ευγενικά στο τζαμί τον «πλασιέ», ο οποίος προσπαθεί να το αποφύγει, αλλά κατόπιν πιέσεως δέχεται.
Οδηγείται από τον ιμάμη στο τζαμί όπου κάτω από το μινμπάρ (τον άμβωνα του τζαμιού) ανοίγει μια καταπακτή που οδηγεί σε μια μικρή σάλα. Εκεί ο ιμάμης ενδύεται ενώπιόν του το εντερί και φορεί μια αρμενική τιάρα. Ακολουθεί η Θεία Λειτουργία και μετά τη λήξη της ο ιμάμης του εξηγεί μεταξύ άλλων ότι «επειδή μια μέρα μπορεί να αναλάβετε εσείς τη διακυβέρνηση της χώρας μας, θέλω να ξέρετε πως υπάρχουμε και εμείς». Η διήγηση αυτή είναι αποκαλυπτική, προέρχεται από ανεξάρτητη και μη ελεγχόμενη πηγή, και μαρτυρεί το μεγαλείο απλών ανθρώπων οι οποίοι διατηρούν την πατρογονική τους πίστη εν μέσω πυρός και σιδήρου.
Οι 45 Κρωμναίοι κρυπτοχριστιανοί που φανέρωσαν την πίστη τους
Το χάτι χουμαγιούν ήταν το αυτοκρατορικό – σουλτανικό διάταγμα που υποχρεώθηκε να εκδώσει η Τουρκία μετά τη λήξη του Κριμαϊκού πολέμου (1854-1856). Με αυτό αναγνωριζόταν σε όλους τους υπόδουλους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η ισότητα, η ισονομία καθώς και η ελευθερία της συνείδησης και η ελεύθερη άσκηση της λατρείας. Το διάταγμα επικυρώθηκε από διεθνές συμβούλιο που συνήλθε επί τούτου στο Παρίσι, τον Μάρτιο του 1856 (Συνθήκη Παρισίων του 1856). Ως αποτέλεσμά του εκδόθηκαν το 1862 οι γενικοί κανονισμοί των Πατριαρχείων, με τους οποίους ρυθμίζονταν και διευθετούνταν τα εκκλησιαστικά και εθνικά θέματα που απασχολούσαν τους ορθόδοξους χριστιανούς που ζούσαν υπό τον Οικουμενικό Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως και ήταν υπήκοοι του σουλτάνου.
Το 8ο άρθρο του διατάγματος όριζε: «Επειδή πάσαι αι θρησκείαι θα εξασκώνται ελευθέρως εν τοις κράτεσί μου, ουδείς υπήκοος της αυτοκρατορίας μου θα στενοχωρηθή εν τη εξασκήσει της θρησκείας ην πρεσβεύει, κατ’ ουδένα δε τρόπον θα ενοχληθή ένεκα τούτου». Έναν χρόνο αργότερα, το 1857, όταν διοικητής της Τραπεζούντας ήταν ο Ρουστέμ πασάς, 45 κρυπτοχριστιανοί Κρωμναίοι συγκεντρώθηκαν στη μονή της Θεοσκεπάστου και υπέγραψαν ένα «επιτροπικόν» έγγραφο, στο οποίο διακήρυτταν την πίστη τους και την απόφασή τους να φανερώσουν την αληθινή θρησκεία τους.
Το «επιτροπικόν» αυτό ήταν το εξής:
«Διά του παρόντος ημών αποδεικτικού ενσφραγίστου επιτροπικού γράμματος δηλοποιούμεν ημείς οι εκ των επαρχιών των δύο μητροπόλεων αγίου Τραπεζούντος και Χαλδίας, κάτοικοι των χωρίων Κρώμνης, Σάντας, Κοβάσης, Πάρτης, Γιαγλήτερες, Σταύρης, Μούζενας, Στύλου, Χάραβας, Ταντουρλού, Σήσε, Πόντιλας, Θέρσας, Άγουρσας, Λαραχανής, Καπίκιογλου, Γαλίανας, Χατσάβερας, Κάβαρας και λοιπών, ότι κοινή γνώμη και εν μιά συμπνοία και ομονοία αποκατεστήσαμεν, από μέρους πάντων ημών, πληρεξουσίους επιτρόπους τον κύριον Τοσούνογλουν Μουσταφά Γιαγιτζήν μετά της συνοδείας αυτού, Μουσταφάν Τουρσούνογλου και Σουλεϊμάνογλου Ισμαΐλην, εις το να απολογηθώσι και δώσωσι τους αποχρώντας λόγους εις ό,τιδήποτε ερωτήσεις θέλουσι γίνει διά την οποίαν υπόθεσιν εστάλησαν εις Κωνσταντινούπολιν.
Εις τους κυρίους τούτους έχομεν παραδεδομένας την στερεάν ημών απόφασιν και την κοινήν γνώμην εις το να ενεργήσωσιν επί οίον τρόπον δύνανται την ανακάλυψιν της άχρι τούδε κεκρυμμένης θρησκείας μας. Όθεν παρακαλούμεν τους εξοχωτάτους πρέσβεις των Αυτοκρατορικών δυνάμεων Αγγλίας, Γαλλίας, Αυστρίας, Ρωσσίας και Ελλάδος, όπως αναγνωρίσωσιν αυτούς δυνάμει του παρόντος ενσφραγίστου επιτροπικού ημών γράμματος γνησίους ημών επιτρόπους, και οδηγήσωσιν αυτούς τα δέοντα υπέρ της θρησκείας και ελευθερίας ημών.
Δια τούτο λοιπόν έγινε το παρόν ανά χείρας αυτών δεικτικόν και τη σφραγίδι ενός εκάστου εσφραγισμένον επιτροπικόν γράμμα και εδόθη αυτοίς φέρειν εις ένδειξιν εν παντί τόπω και δικαστηρίω».
Ένα ξεχασμένο, εκπληκτικό κείμενο για τους Κρυπτοχριστιανούς
Άγιος Χρυσόστομος Επίσκοπος Σμύρνης και οι συν αυτώ Άγιοι Αρχιερείς Γρηγόριος Κυδωνιών, Αμβρόσιος Μοσχονησίων, Προκόπιος Ικονίου και Ευθύμιος Ζήλων που μαρτύρησαν κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή
Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, είναι η μεγαλύτερη εθνική συμφορά στην ιστορία του νεωτέρου Ελληνισμού. Κι αυτό, γιατί αποτέλεσε την ταφόπλακα στο όνειρο της «Μεγάλης Ιδέας» που προσέβλεπε στην επανένωση όλων των εδαφών που κατοικούνταν από αρχαιοτάτων χρόνων από Έλληνες. Κυρίως όμως, επειδή ξεριζώθηκε οριστικά η μακραίωνη ελληνική παρουσία στην περιοχή, με τον πιο δραματικό τρόπο.
Η Μικρασιατική Καταστροφή και οι τελευταίες ημέρες της Σμύρνης
Νύχτα Παρασκευής προς Σάββατο. Η τελευταία ελληνική νύχτα της Μικρασίας… Κάποιοι φυγάδες φαντάροι έφτασαν από τη Μαινεμένη στο χωριουδάκι Σκάλα του Παπά, έξω από το Κορδελιό, άγριοι και ξετραχηλισμένοι.
Μαζί με τον άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης μαρτύρησαν και δύο από τα πλέον εξέχοντα πρόσωπα της Σμύρνης: ο Γεώργιος Κλημάνογλου, δημογέροντας της πόλης και ο Νικόλαος Τσουρουκτσόγλου, νομικός, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου και εκδότης της ελληνικής εφημερίδας «Ημερησία» και της γαλλόφωνης εφημερίδας «La Reforme».
Πολλοί άγιοι ιεράρχες λάμπρυναν με την προσωπικότητά τους και το έργο τους την πρωτόθρονη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως στη δισχιλιόχρονη ιστορική της πορεία. Ένας από αυτούς είναι και ο Άγιος Αλέξανδρος, ο οποίος έβαλε τη δική του σφραγίδα στην Εκκλησία του Χριστού σε μια εποχή κρίσιμη.
Ώρα με την ώρα η κατάσταση γίνεται πιο δύσκολη. Η Σμύρνη κατακλύζεται συνεχώς από πρόσφυγες του εσωτερικού. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος, αεικίνητος και ακούραστος, τρέχει στην προκυμαία, στις γειτονιές, για να τους παρηγορήσει, να τονώσει το ηθικό τους. Επισκέπτεται τους προξένους των μεγάλων δυνάμεων. Τους παρακαλεί να δεχτούν πρόσφυγες στα καράβια τους. Καμμιά όμως ανταπόκριση στις αγωνιώδεις εκκλήσεις του…
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]