Η μοίρα του ανθρώπου είναι η περιπλάνηση (Μαργαρίτα Λυμπεράκη)

Η Μαργαρίτα Λυμπεράκη ήταν Ελληνίδα μυθιστοριογράφος, θεατρική συγγραφέας και σεναριογράφος, από τις σημαντικότερες γυναικείες παρουσίες στα ελληνικά γράμματα. Έζησε μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας και καθιερώθηκε με το αυτοβιογραφικό της μυθιστόρημα «Τα ψάθινα καπέλλα» (1946), το οποίο μεταφέρθηκε στην τηλεόραση το 1995 με δικό της σενάριο.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1919. Παιδί χωρισμένων γονιών του Θέμου Λυμπεράκη και της Σαπφούς Μέξη, μεγάλωσε με τον παππού της, τον εκδότη Γεώργιο Φέξη, που της μετέδωσε την αγάπη για το βιβλίο. Τέλειωσε το Αρσάκειο και σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου αποφοίτησε το 1943. Στα ελληνικά γράμματα πρωτοπαρουσιάστηκε το 1945 με το μυθιστόρημα «Τα δέντρα», που προσέχθηκε από την κριτική.

Τον επόμενο χρόνο δημιούργησε με το μυθιστόρημά της «Τα ψάθινα καπέλλα» ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά κείμενα της νεοελληνικής γραμματείας, γύρω από την ψυχολογία της εφηβείας. Τοποθετημένο στη δεκαετία του ‘30, έχει ως πρωταγωνίστριες τρία κορίτσια, τρεις αδερφές, που ζουν σε ένα αγρόκτημα λίγο έξω από την Αθήνα και παρουσιάζει τη ζωή τους σε τρία διαδοχικά καλοκαίρια, τότε που παύουν να είναι έφηβες και γίνονται γυναίκες.

Ακολουθώντας το ρεύμα διανοούμενων, όπως ο Κώστας Αξελός και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, έφυγε για το Παρίσι στα τέλη της δεκαετίας του ‘40 μαζί με την κόρη της, τη μετέπειτα πεζογράφο Μαργαρίτα Καραπάνου (1946-2008) μετά το διαζύγιό της με τον δικηγόρο Γεώργιο Καραπάνο. Έκτοτε θα μοιράσει τη ζωή της ανάμεσα στις δύο χώρες και τις δύο γλώσσες.

Το 1950 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της «Ο άλλος Αλέξανδρος», η πιο σημαντική έως εκείνη την εποχή απόπειρα μοντέρνας γραφής στην Ελλάδα, εισάγοντας στην ελληνική λογοτεχνία την αμφιβολία, το απροσδιόριστο, την ψυχανάλυση και την ελλειπτική γραφή. Από το 1955 η Μαργαρίτα Λυμπεράκη αφοσιώθηκε στο θέατρο: Με το έργο της «Η γυναίκα του Κανδαύλη» αναζητεί να εκφράσει κατ’ αρχήν τη γυναικεία προβληματική, αλλά και να δώσει μια μυθική διάσταση στις ανθρώπινες σχέσεις.

Τα κατοπινά έργα της «Οι Δαναΐδες» (1963), «Ο άγιος πρίγκιψ» (1964), «Το μυστικό κρεβάτι» (1967), «Ο Σπαραγμός» (1970), «Για τον απόντα – Εσπερινή τελετή» (1972), «Το μυστήριο» (1976), «Ερωτικά» (1974) και «Ζωή» (1985), τα οποία -σύμφωνα με τον θεατρικό κριτικό Κώστα Γεωργουσόπουλο- «συγκροτούν ένα σώμα τελετουργικού κυρίως θεάτρου, που αναζητεί εκφραστικά τις ρίζες του στις πρωτόγονες τελετές και τη δικαίωσή του στην αποκάλυψη των εδραίων ανθρώπινων αξιών, του έρωτα, της επικοινωνίας και της συναίνεσης μέσω μιας κοινής πίστης».

Έγραψε επίσης σενάρια για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Τα σενάρια των ταινιών «Μαγική Πόλη» του Νίκου Κούνδουρου (1954) και «Φαίδρα» του Ζιλ Ντασέν (1962), φέρουν την υπογραφή της, όπως και των τηλεοπτικών σειρών «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» (ΕΡΤ, 1979), μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Στρατή Μυριβήλη, και «Τα ψάθινα καπέλλα» (ΕΡΤ-1, 1995), μεταφορά του δικού της μυθιστορήματος.

Έφυγε από τη ζωή στις 24 Μαΐου 2001, σε ηλικία 82 ετών, ύστερα από πολύχρονη ασθένεια.

Με την κόρη της λογοτέχνιδα Μαργαρίτα Καραπάνου στη Βενετία

Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε ιδιαίτερα στη Ζωή την Πορφυρογέννητη, ώστε να καταπιαστείτε δύο φορές μαζί της, πρώτα μ’ ένα θεατρικό έργο και τώρα μ’ ένα σενάριο για τη διεθνή τηλεόραση;

Ίσως η παρθενία μέχρι τα πενήντα της χρόνια και εν συνεχεία το ερωτικό της πάθος, η προσήλωση στο έργο που έκανε με τα φαρμακευτικά φυτά· κι ακόμη, ίσως, μια πλευρά… Χίτσκοκ, με τα δηλητήρια. Φυσικά, μου βγήκε περισσότερο «μάγισσα» απ’ ό,τι ήταν στην ιστορία, στην περιγραφή, για παράδειγμα, που κάνει ο Μιχαήλ Ψελλός. Με τράβηξε βέβαια και η εποχή.

Διαισθάνομαι πως υπάρχουν κι άλλοι λόγοι, πιο ουσιαστικοί, που σας δένουν μ’ αυτό το ιστορικό πρόσωπο της Ζωής της Πορφυρογέννητης και που έχουν σαν κατάληξη το έργο που γράψατε. Ποια είναι λοιπόν η «εκ βαθέων» σχέση σας μ’ αυτό το έργο;

Στη «Ζωή την Πορφυρογέννητη» είναι συμπυκνωμένη όλη μου η δουλειά. Το έργο, από τη φύση του, είναι ένα απόσταγμα -ακριβώς έτσι θα μιλούσε κι η ίδια η Ζωή- απόσταγμα βίου και έργου, ένα μείγμα αξεδιάλυτο. Ούτε εγώ θα μπορούσα να τα ξεχωρίσω. Πρόκειται για απολογισμό, για μιαν εξομολόγηση. Κι αφού θέλετε να μιλήσουμε «εκ βαθέων», σας λέω λοιπόν ότι είμαι απόλυτα ταυτισμένη μ’ αυτή τη γυναίκα που γυρεύει να συνταιριάξει τα παράταιρα κομμάτια του βίου της για να βρει μιαν ενότητα και να καταλάβει ποια είναι. Που γυρεύει να βρει και στους ανθρώπους την ουσία, όπως τη βρίσκει στα φυτά και βγάζει το εκχύλισμα.

Θέλετε να πείτε ότι το έργο έχει στοιχεία αυτοβιογραφικά;

Ναι! Κατά κάποιο τρόπο. Κι ας μην είμαι βυζαντινή αυτοκράτειρα. Κι ας μην είχα τρεις «συζύγους!». Η μοίρα του ανθρώπου είναι η περιπλάνηση. Στη γυναίκα, συνήθως, η περιπλάνηση, η οδύσσειά της τέλος πάντων, είναι ερωτική. Στην περίπτωση της Ζωής το πράγμα πάει παραπέρα. Η Ζωή έχει ένα έργο, ασχολείται με τα φυτά και τα βότανα, φτιάχνει αρώματα και καλλυντικά, φάρμακα και φαρμάκια. Δεν μιλάει μόνο για τον έρωτα. Τολμάει να μιλήσει για τα γηρατειά, για τον θάνατο, για το πέρασμα του χρόνου.

Για μια στιγμή λέει: «Μια κοιτάζω την Ευρώπη, μια την Ασία, και τα χρόνια περνούν». Η «Ζωή η Πορφυρογέννητη» είναι καθαρά γυναικείο έργο. Γραμμένο από γυναίκα για τις γυναίκες. Θέλω να πω σκληρό. Μήπως και σήμερα δεν κάνουμε ξόρκια -εμείς οι γυναίκες εννοώ- έστω και μυστικά; Δεν καλούμε τα φαντάσματα των πεθαμένων συζύγων; Κι όταν λέω πεθαμένων, εννοώ και τους ζωντανούς που είναι πεθαμένοι!

Αυτή η ηρωίδα σας που είναι και θεραπεύτρια και δηλητηριάστρια, και δυνατή και ευάλωτη, αυτή η διφυής γυναίκα του βυζαντινού Μεσαίωνα, θα μπορούσε να είναι και μια γυναίκα σημερινή;

Είναι και σημερινή. Νομίζω πως κάθε γυναίκα θ’ αναγνωρίσει τον εαυτό της σ’ αυτό το φλογερό και αυστηρό πρόσωπο· νομίζω πως όλες θα ταυτιστούν με τη Ζωή που, από την αρχή μέχρι το τέλος του έργου, κάνει μια πράξη εξορκισμού εναντίον της αρρώστιας και των γηρατειών. Και, φυσικά, ο χαρακτήρας αυτός είναι αναγνωρίσιμος όχι μόνον από τις γυναίκες. Είχα δώσει στον Κορνήλιο Καστοριάδη να διαβάσει το έργο. Αντί όποιας άλλης κρίσης του, έλαβα ένα γράμμα που μου έλεγε: «Σε συγχαίρω για το θάρρος σου. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω».

Ποια ερμηνεία θα μπορούσε να δώσει κανείς σ’ αυτή τη φράση του Καστοριάδη;

Θα σας απαντήσω με τα λόγια της Ζωής: «Βαθουλώνουν τα μάτια μου. Και τα μάγουλά μου βαθουλώνουν. Και το στήθος μου βαθουλώνει. Σα ν’ αδειάζω σιγά-σιγά. Αυτό είναι να γερνάς, ν’ αδειάζεις, ν’ αδειάζεις, ώσπου… Η επιδερμίδα μου μαραίνεται. Κι εγώ από μέσα. Σαν μια ξηρασία να ’χει απλωθεί σε όλο μου το είναι, μέσα κι έξω. Ακόμα και τα νύχια μου ξεραθήκανε και σπάνε. Κι η φωνή μου ξεραίνεται. Το στόμα μου στεγνό. Ο λαιμός μου κατάστεγνος. Τα χέρια μου αφυδατωμένα, άγνωστα…». Χρειάζεται κάποια τόλμη για να τα πεις αυτά. Τόλμη από τον συγγραφέα αλλά κι από την ηθοποιό που θα το παίξει. Κι αυτή η φθορά του σώματος συμβαδίζει και με τη φθορά ενός κόσμου που οδεύει προς το τέλος του.

Το Βυζάντιο -«η πρώτη Ευρώπη», όπως το χαρακτηρίζει η Αρβελέρ- αρχίζει να γερνάει. Μυρίζει θάνατο. Το στοιχείο αυτό υποβόσκει από την αρχή και διατρέχει όλο το έργο, την κάθε στιγμή. Σίγουρα, από τότε, η Ευρώπη έχει γεράσει και πεθάνει πολλές φορές, αλλ’ αυτό είναι άλλο θέμα. Είναι φαίνεται εφτάψυχη! Γι’ αυτό και σήμερα είναι πάλι της μόδας η ιδέα «Ευρώπη», μια Ευρώπη καινούργια, μια Ευρώπη κοπέλα!

Πώς λειτουργεί η γέννηση ενός τέτοιου έργου; Πώς σας ήρθε, λόγου χάρη, η ιδέα να διαλέξετε μέσα απ’ ολόκληρη τη βυζαντινή πινακοθήκη το πορτρέτο της Ζωής της Πορφυρογέννητης; Ξανάρχομαι κατά κάποιο τρόπο στην αρχική μου ερώτηση, που κάπως ξεφύγατε να την απαντήσετε.

Συνήθως δεν δουλεύω με ιδέες, αλλά με έμμονες ιδέες! Αν δεν γίνει ένα θέμα μέσα μου έμμονη ιδέα, δεν μπορώ να ξεκινήσω το γράψιμο. Η πρώτη σκέψη μου για τη Ζωή την Πορφυρογέννητη ήταν το ’62, διαβάζοντας τον Μιχαήλ Ψελλό. Έμμονη ιδέα έγινε είκοσι χρόνια αργότερα, το ’82, ύστερα από προσωπικές εμπειρίες. Γι’ αυτό και το πρόσωπο απομακρύνθηκε από τον Ψελλό, έγινε δραματικό, το θέμα της θεραπείας πήρε διαστάσεις. Στο μεταξύ διάστημα, κι ενώ έγραφα άλλα έργα, έψαχνα, ίσως ασυνείδητα, στοιχεία για τη Ζωή, έπαιρνα θυμάμαι τους δρόμους στο Παρίσι γυρεύοντας βιβλία για φαρμακευτικά φυτά!

Κλείνοντας τη συνομιλία μας, θα ’θελα να σας ρωτήσω και τούτο: ζώντας στην Ελλάδα και τη Γαλλία, γράφοντας ελληνικά και γαλλικά, έχετε κι εσείς η ίδια, σαν την ηρωίδα σας τη Ζωή την Πορφυρογέννητη, μια διπλή υπόσταση. Σίγουρα λοιπόν το έργο σας δεν ανήκει στη «γραφική» Ελλάδα. Αυτό σημαίνει πως η Δυτική κουλτούρα είναι ο χώρος σας;

Ίσως να βρίσκομαι σ’ ένα σημείο ανάμεσα Ανατολής και Δύσης -σαν τον Αλέξιο στον «Άγιο Πρίγκιπα», τον απόντα ακόμη και μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Αυτό όμως παραείναι «εκ βαθέων»! Το θέμα εξάλλου δεν είναι πού βρίσκομαι εγώ αλλά τα έργα, και πιστεύω ότι πολλά απ’ αυτά, όπως τα «Ερωτικά», ο «Σπαραγμός», η «Ζωή η Πορφυρογέννητη», είναι βαθύτατα ελληνικά και ταυτόχρονα ευρωπαϊκά.

* Αποσπάσματα από εκτενή συνέντευξη που είχε παραχωρήσει η Μαργαρίτα Λυμπεράκη στο δημοσιογράφο Γιώργο Πηλιχό (1929-2003) και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Τα Νέα» το Σάββατο 15 Οκτωβρίου 1988.

Πηγές: sansimera.gr, in.gr, ert.gr

Σχολιάστε