Κόρη γλυκειά των Αθηνών, ζωή μου, σ’ αγαπώ!

Sir John-William Waterhouse
Study for «The Lady Clare»», 1900

Κόρη γλυκειά των Αθηνών,
σε τούτη δω του αποχωρισμού την ώρα,
δώσε, ώ! δώσε πίσω την καρδιά μου,
π’ αποχωρίστηκε από το στήθος το δικό μου
ή πάρε ό,τι απόμεινε και κράτησέ το
Πριχού να φύγω
άκουσε τον όρκο τον δικό μου
-Ζωή μου, σ’ αγαπώ!

Μα τα μαλλιά τ’ ατίθασα,
τα γλυκανεμισμένα
‘πο τον αγέρα του Αιγαίου
Μα τα βλέφαρά σου
που με τα κατάμαυρα ματόκλαδα
αγγίζουν τα τρυφερά τα μάγουλα
τα ροδοβαμμένα
Μα τα ελαφίσια
τ’ αγριωπά τα μάτια σου
-Ζωή μου, σ’ αγαπώ!

Μα τα χείλη σου,
που λαχταρώ με πόθο
Μα τη λιγνή τη μέση σου
που ‘ναι σα δαχτυλίδι
Μα τα λουλούδια
που μιλούν κάλλιο από κάθε λέξη
Μα της αγάπης τη χαρά,
που γίνεται μαζί και λύπη
-Ζωή μου, σ’ αγαπώ!

Κόρη γλυκειά των Αθηνών
Σ’ αφήνω γεια και φεύγω,
μα μη με ξεχνάς
Σαν είσαι μοναχή
να με συλλογάσαι
Τι κι αν πηγαίνω μακριά
κι αν φεύγω για την Πόλη
μου ‘χει η Αθήνα την καρδιά
και την ψυχή σκλαβώσει
Αγάπη τέτοια σώνεται;
-Ζωή μου, σ’ αγαπώ!…

Thomas Phillips, Lord Byron (c. 1835)
oil on canvas, National Portrait Gallery, London

Στο κέντρο της Αθήνας, στη σημερινή περιοχή του Ψυρρή, στην οδό Αγιάς (σημερινή Αγίας Θέκλας), βρισκόταν το αρχοντικό της οικογένειας Μακρή. Ο πατέρας της οικογένειας, Προκόπης Μακρής, ήταν ο πρόξενος της Αγγλίας στην Αθήνα και ζούσε στο αρχοντικό του με τις γυναίκες της ζωής του, την σύζυγο του Θεοδώρα και τις τρεις κόρες του. Όταν πέθανε ο άντρας της, η Θεοδώρα, για να τα βγάλει πέρα οικονομικά και να μεγαλώσει τα τρία κορίτσια της, άρχισε να νοικιάζει κάποια δωμάτια του σπιτιού σε ξένους που επισκέπτονταν την Αθήνα. Το αρχοντικό αποτελείτο από δύο κτίσματα και έτσι χωρούσαν άνετα εκείνη, τα κορίτσια και οι τουρίστες.

Το σπίτι της κόρης των Αθηνών

Τα Χριστούγεννα του 1809 ο λόρδος Βύρων βρέθηκε στην Αθήνα. Έμεινε δέκα εβδομάδες σε ένα από τα δωμάτια της οικίας Μακρή καθώς, λόγω της ιδιότητας του πατέρα τους, οι γυναίκες της οικογένειας μιλούσαν αγγλικά, κάτι εξαιρετικά σπάνιο για την εποχή και έτσι μπορούσαν άνετα να συνεννοηθούν με τον νέο «ενοικιαστή» τους. Κατά την παραμονή του στην οικία Μακρή, ο λόρδος Βύρων ήρθε σε επαφή με τη δεκατριάχρονη, τότε, κόρη της οικογένειας, Τερέζα. Η Τερέζα ήταν μια πανέμορφη μελαχρινή κοπέλα. Η παρουσία της μάγεψε τον λόρδο που την ερωτεύτηκε. Λέγεται πως όταν την είδε, είπε στον φίλο του, που ήταν μαζί του, «κοίτα Ρόμπερτ, μια από τις Καρυάτιδες ζωντάνεψε!».

Ελαιογραφία της «Κόρης των Αθηνών»

Ο έρωτάς τους υπήρξε πλατωνικός, αλλ’ ενέπνευσε τον Βύρωνα. Για χάρη της Τερέζας έγραψε το ποίημα «Κόρη των Αθηνών», που κάθε στροφή του τελειώνει με τη φράση «Zωή μου σ’ αγαπώ!». Παρά την ποιητική ερωτική εξομολόγηση του Βύρωνα, ο έρωτας έμεινε ανεκπλήρωτος. Το αρχοντικό, όμως, μετονομάστηκε σε «Σπίτι της κόρης των Αθηνών». Η Τερέζα, μετά την αναχώρηση του Βύρωνα, συνέχισε τη ζωή της. Λίγα χρόνια αργότερα παντρεύτηκε τον τότε Άγγλο πρόξενο των Αθηνών. Η οικία, που είχε πλέον το όνομα που της έδωσε ο Βύρων, μετά την ελληνική επανάσταση εγκαταλείφθηκε και στη δεκαετία του 1970 γκρεμίστηκε. Έμεινε όμως το ποίημα του βρετανού λόρδου, να θυμίζει τον έρωτά του για την «κόρη των Αθηνών».

Λόρδος Βύρων
Lord George Gordon Byron
(Λονδίνο, 22 Ιανουαρίου 1788 – Μεσολόγγι, 19 Απριλίου 1824)

Ο Λόρδος Βύρων, όπως είναι γνωστός στη χώρα μας ο Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον, 6ος Βαρώνος Μπάιρον (George Gordon Byron, 6th Baron Byron), γεννήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1788 στο Λονδίνο και καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια. Από μικρός αγαπούσε τη μελέτη, διάβασε πολύ, σπούδασε σε ανώτερα αγγλικά κολέγια, διδάχτηκε ελληνικά και λατινικά και ταξίδευε πολύ. Σε ηλικία 21 ετών έγινε βουλευτής και πολλές φορές βρέθηκε αντίθετος με τους άλλους λόρδους, διότι έδειχνε ενδιαφέρον για τα ζητήματα της εργατικής τάξης. Το 1809 ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Επισκέφθηκε την Πάτρα, την Πρέβεζα, τη Νικόπολη, την Άρτα, τα Γιάννενα και έφθασε ως το Τεπελένι, όπου τον φιλοξένησε ο Αλή Πασάς. Ξαναγύρισε στην Πάτρα, πήγε στο Αίγιο, στους Δελφούς, στη Λιβαδειά, στην Αθήνα, όπου έμεινε δυο μήνες και ύστερα στην αρχαία Τροία και στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Βύρων, με την ποιητική του ευαισθησία, μαγεύτηκε από τις ελληνικές φυσικές ομορφιές και τα αρχαία ερείπια. Ενώ ταξίδευε, έγραφε θαυμάσια ποιήματα που καθρέφτιζαν την καλλιτεχνική του συγκίνηση. Στο μεγάλο του ποιητικό έργο, που έχει τον τίτλο «Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ», δίνει ωραιότατες περιγραφές της Ηπείρου. Στο Σούνιο εμπνεύσθηκε το ποίημα «Νησιά της Ελλάδας», όπου περιγράφει τις εντυπώσεις του και από την αρχαία Τροία. Ο ελληνολάτρης ποιητής αγανάχτησε από τα βάθη της ψυχής του από το ανοσιούργημα του Έλγιν, που έκλεψε από την Ακρόπολη τα μαρμάρινα καλλιτεχνήματα κι έγραψε το ποίημα «Η κατάρα της Αθηνάς». Άλλα ποιήματά του ήταν η «Νύμφη της Αβύδου», τα «Τούρκικα παραμύθια» και ο «Δον Ζουάν», ίσως η κορυφαία ποιητική του δημιουργία. Ο Βύρων με τα ποιητικά του αυτά έργα έγινε διάσημος στην Αγγλία, ενώ η παγκόσμια φήμη του όλο και μεγάλωνε.

Το κέντρο της πόλης των Αθηνών στα τέλη του 19ου αιώνα

Ξεχώριζε για την αφοπλιστική φυσική ομορφιά του, με πυκνά πυρόξανθα σγουρά μαλλιά και ωραίο παράστημα, αν και λίγο κουτσός από το δεξί του πόδι. Οι ερωτικές του περιπέτειες άφησαν εποχή στο Λονδίνο και η περιφρόνησή του για τις κοινωνικές συμβάσεις δημιούργησαν μικρά και μεγάλα σκάνδαλα. Από τον σύντομο γάμο του με την Αναμπέλα Μίλμπανκ απέκτησε μία κόρη, την Άντα Λάβλεϊς, μετέπειτα διάσημη μαθηματικό, που θεωρείται από τους πρωτοπόρους της πληροφορικής. Από τη σχέση του με την Κλερ Κλέμοντ, απέκτησε και μία δεύτερη κόρη, την Κλάρα Αλέγκρα, η οποία όμως πέθανε σε ηλικία πέντε ετών.

Με το ποίημά του «Προφητεία του Δάντη» ο Βύρων καταδίκασε τα τυραννικά καθεστώτα και εξέφρασε τη συμπάθειά του προς τους απελευθερωτικούς αγώνες των λαών. Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση έδειξε αμέσως το ενδιαφέρον του και το 1823 έγινε μέλος του «Φιλελληνικού Κομιτάτου», ενός συλλόγου από άγγλους φιλελευθέρους και φιλέλληνες, που είχαν σκοπό να ενισχύσουν τους Έλληνες επαναστάτες. «Αποφάσισα να πάω στην Ελλάδα. Είναι το μοναδικό μέρος, όπου δοκίμασα πραγματική ευχαρίστηση. Αν είμαι ποιητής το χρωστώ στον αέρα της Ελλάδας» έγραφε σε κάποιον φίλο του.

Θ. Βρυζάκη, Η Έξοδος του Μεσολογγίου, Εθνική Πινακοθήκη

Έτσι, στις 3 Αυγούστου 1823 ο Μπάιρον αποβιβάστηκε στο Αργοστόλι. Οι Έλληνες τότε ήταν διχασμένοι και αυτό πίκραινε τον ευαίσθητο και φλογερό νέο. Περίμενε μήπως πάψουν οι διχόνοιες, αλλά του κάκου. Έχοντας διορισθεί αντιπρόσωπος του «Φιλελληνικού Κομιτάτου», μοίρασε στους επαναστάτες τα εφόδια που του έστειλαν από το Λονδίνο. Από δικά του χρήματα έστειλε στον Αλεξ. Μαυροκορδάτο 4.000 λίρες για τη συντήρηση του στόλου.

Ο ανδριάντας του Λόρδου Βύρωνα στον Κήπο των Ηρώων στο Μεσολόγγι

Στις 5 Ιανουαρίου 1824 ο Βύρων έφθασε στο Μεσολόγγι, όπου οι αγωνιζόμενοι Έλληνες τον υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό. Εκεί συνεργάσθηκε με άλλους ξένους εθελοντές και με δικά του έξοδα οργάνωσε το στρατό και φρόντισε για την οχύρωση του Μεσολογγίου. Στις 25 Ιανουαρίου η κυβέρνηση τον αναγνώρισε αρχιστράτηγο. Οι κόποι του, όμως, για την οργάνωση του στρατού και για τη συμφιλίωση των οπλαρχηγών, καθώς και το κακό κλίμα, υπέσκαψαν την υγεία του. Στις 9 Απριλίου έπεσε στο κρεβάτι με δυνατό πυρετό. Παραμιλούσε διαρκώς, αλλά και τότε ακόμα παρακινούσε τους Έλληνες να συμφιλιωθούν, για να πετύχουν την απελευθέρωσή τους. Τα χαράματα της 19ης Απριλίου 1824, Δευτέρα του Πάσχα, άφησε την τελευταία του πνοή στο Μεσολόγγι, σε ηλικία 36 χρονών. Τα τελευταία του λόγια του ήταν για την Ελλάδα: «Της έδωσα τον καιρό, την υγεία μου, την περιουσία μου, και τώρα της δίνω τη ζωή μου. Τι μπορούσα να κάνω περισσότερο;».

Νικ. Γύζης, Η Δόξα των Ψαρών

Ο θάνατός του άπλωσε βαρύ πένθος σε όλους τους αγωνιζόμενους Έλληνες. Άνδρες και γυναίκες έκλαψαν, σαν πραγματικό αδελφό και προστάτη, τον ποιητή που έγινε σύμβολο του πατριωτισμού και ανακηρύχθηκε εθνικός ήρωας. Μετά την κηδεία του στο Μεσολόγγι η σορός του μεταφέρθηκε στο Λονδίνο. Τις ημέρες εκείνες ο Διονύσιος Σολωμός έγραψε ένα μεγάλο ποίημα («Εἰς τὸν θάνατον τοῦ Λόρδου Μπάυρον») χαρισμένο στον μεγάλο αυτό λάτρη της Ελλάδας, που αρχίζει μ’ αυτούς τους στίχους:

Οι Έλληνες μετά την απελευθέρωση τίμησαν τον Βύρωνα και του έκαμαν άγαλμα, που υψώνεται στο Ζάππειο, στη γωνία που βλέπει προς την Ακρόπολη. Αναπαριστά τον σπουδαίο φιλέλληνα και μία γυναίκα, την Ελλάδα που τόσο αγάπησε, και τον στεφανώνει. Το όνομα του Βύρωνα δόθηκε και στον συνοικισμό προσφύγων, που ιδρύθηκε στην Αθήνα, πάνω από το Παγκράτι και σήμερα αποτελεί τον Δήμο Βύρωνα.

Πηγή: sansimera.gr, mixanitouxronou.gr

Σχολιάστε