Είµαστε πλάσµατα ελλιπή, πλάσµατα της στέρησης… Αποχαιρετώντας τη Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου

«Είµαστε πλάσµατα ελλιπή, πλάσµατα της στέρησης.
Ο πόθος µας να φτάσουµε στην υπέρβαση είναι στέρηση
ή, αλλιώς, ο πόνος για το ελλιπές πρόσωπό µας»
Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου

Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου
15 Οκτωβρίου 1933 – 17 Ιουνίου 2023

«Υπερρεαλισμός είναι η καθημερινή μας ζωή»

Πέντε πλήρεις δεκαετίες συγγραφής, ποίησης, θεατρικών έργων, μυθιστορημάτων, δοκιμίων δύσκολα χωρούν σε συγκεκριμένο αριθμό λέξεων. Σε όλα αυτά τα χρόνια η Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου έχει τιμηθεί με ουκ ολίγες διακρίσεις και με τη διαρκή προσοχή του κοινού. Έχοντας εκδώσει την τελευταία της ποιητική συλλογή με τίτλο «Ως ωραίος νέκυς», μιλάει για τη ζωή της στη λογοτεχνία. Η γνωστή Ελληνίδα λογοτέχνιδα σε μια συζήτηση με τον Γιάννη Θ. Διαμαντή για τον βίο, τη γραφή της και τα συστατικά της στοιχεία (δημ. «Το Βήμα της Κυριακής», στις 13.12.2020)

Πώς θα «στριμώχναμε» τη ζωή σας μέσα σε λίγες γραμμές;

Παιδί, στη Λήμνο της Κατοχής, έζησα το παράλογο και την ανθρώπινη εξόντωση. Κι ύστερα, στα κατοπινά χρόνια, όταν η Λήμνος ήταν ένα νησί ξεχασμένο, χωρίς ίχνος βιβλιοπωλείου, εγώ προσπαθούσα να βρω τους δρόμους της ποίησης. Από εκείνα τα τραυματικά βιώματα έμαθα πως υπερρεαλισμός είναι η καθημερινή μας ζωή. Υπάρχουμε σε παράλληλα επίπεδα, σε παράλληλες πραγματικότητες, αναδυόμενες η μία μέσα από την άλλη, θραύσματα από μνήμη και όνειρο, από λάμψεις του βιωμένου μας χρόνου.

Σπούδασα εργαζόμενη, πήρα υποτροφία για τη Σορβόννη, έγραψα για την ανυπέρβατη άβυσσο του Μπέκετ και την ελληνική υπέρβαση του Ελύτη. Τα βιβλία μου έβγαιναν ένα ένα, μου άνοιγαν δρόμους. Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο «Τα μονοπάτια του Αγγέλου μου», από τις εκδόσεις Πατάκη, που ήταν σελίδες από τα ημερολόγιά μου, συνειδητοποίησα πως τίποτα δεν μου ανήκει. Ως πλάσματα ενός εφήμερου βίου δεν ορίζουμε τίποτα από αυτό που είμαστε. Υπάρχουμε πάνω σε μια ελάχιστη στιγμή, εύθραυστη και ροϊκή μέσα στην ατέρμονη ροϊκότητα του χρόνου. Kαι μόνο εκείνο που δίνουμε είναι δικό μας.

Μιλήστε μας για τα βιβλία σας

Προσπάθησα να φτάσω σε μια καθαρότητα της όρασης. Με την παρατήρηση, που είναι άσκηση της αντίληψης, να βρω τη δική μου διαίσθηση για τον κόσμο και για την ύπαρξη. Ζητούσα το ουσιώδες που κρύβει η κάθε στιγμή, να το μεταποιήσω σε λόγο, σε ποίηση. Σε όλα τα βιβλία μου, αναζήτησα το χαμένο ιερό της ψυχής. Την έσω γνώση και αλήθεια. «Τι είναι ιερό;», ρωτάει ένας ήρωάς μου τον μοναχό Θαβώρ. Κι εκείνος απαντά: «Η συνάντησή σου με αυτό που σε υπερβαίνει». Οι ήρωές μου με βοηθούσαν να καταλάβω. Μια ηρωίδα μου είπε: «Η διαφορά των ανθρώπων δεν είναι ταξική, ούτε ιδεολογική ή κοινωνική. Είναι μια διαφορά ποιότητας της αντίληψης».

Ο φόβος και η σκληρότητα, το άδικο, είναι το πρώτο «υλικό»’ για ένα μυθιστόρημα. Όμως, πέρα από αυτά, εγώ αναζητούσα την καθαρότητα στη δικαιοσύνη και στην υπέρβαση. Μπορεί, λέω, γι’ αυτό τα βιβλία μου να αγαπήθηκαν από ένα αναγνωστικό κοινό. Ίσως βοήθησαν και τη δική τους ψυχή. Από βιβλίο σε βιβλίο, προσπαθούσα να δω εκείνο που δεν φαίνεται. Την άλλη αλήθεια. Την άλλη γνώση. Αυτό με παίδευε: η μεταφυσική διάσταση της ζωής. Αυτή ολοκληρώνει την ελλιπή όρασή μας, έλεγα. Την ελλιπή νόησή μας. Αυτή περιέχει το Άρρητο και το Άδηλο. Το «Όλον», όπως το είπε ο Αριστοτέλης στα «Μετά τα Φυσικά».

Στο μυθιστόρημά σας «Πήραν την Πόλη, πήραν την», που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη και έχει ως τώρα 22 επανεκδόσεις, λέτε πως «Η Ιστορία δεν διδάσκει»

Και ούτε τα λάθη της Ιστορίας. Μόνο η συνείδηση διδάσκει. Αισθάνομαι ευγνώμων που μπόρεσα και έγραψα το μυθιστόρημα αυτό. Μου στοίχισε πολλή ψυχή, πολλά δάκρυα. Με τις ώρες καθόμουν μέσα στη σκοτεινή τότε Αγια-Σοφιά και προσπαθούσα να αφουγκραστώ την κραυγή. Έμαθα πως η ζωή είναι μια επαλήθευση του Ανεξήγητου. Για εμάς, για την ανθρώπινη αντίληψή μας, είναι προφανής μόνο η «επαλήθευση», όχι το ίδιο το Ανεξήγητο. Αυτό παραμένει σε μιαν απαρασάλευτη σιωπή. Όπως το φως «το καταβαίνον εξ ουρανού…», όπως οι προφητείες, που μιλούσαν για το πώς θα έπεφτε η Βασιλεύουσα. Όλες οι προφητείες επαληθεύτηκαν. Χωρίς να μας αποκαλυφθεί η πηγή τους. Πηγή του Ανεξήγητου. Μέχρι σήμερα με παιδεύουν τα ερωτήματα αυτά.

Σε συγκλονίζει η σκέψη πως βρίσκεσαι στο έλεος της δύναμης που κρύβει μια προφητεία ειπωμένη χίλια χρόνια πριν. Κι ωστόσο οι αμυνόμενοι νικούσαν. Ως την τελευταία στιγμή. Μόνοι, εγκαταλελειμμένοι, έγκοποι, ματωμένοι, παγιδευμένοι στο αδιάφορο πλήρωμα του χρόνου. Τρεις χιλιάδες ούτε, είχαν απομείνει. Στο στρατόπεδο του Μωάμεθ, πάνω από τετρακόσιες χιλιάδες. Σήμερα λέω ότι ίσως δεν νικήθηκαν από την ξεχασμένη πυλίδα ή από τα άγρια στίφη, αλλ’ από την Πεπρωμένη Στιγμή. Και λέω ακόμα: Τόσο ευάλωτοι είμαστε ως άνθρωποι. Τόσο ελλιπείς. Τόσο λίγα μάς επιτρέπεται να γνωρίζουμε.

Θέλω να ευχαριστήσω άλλη μια φορά τις εκδόσεις Πατάκη, την εκλεκτή κυρία Άννα Πατάκη που, εν μέσω κρίσης απειλητικής, έβγαλε το βιβλίο αυτό των επτακοσίων σελίδων. Σε αυτή τη νέα έκδοση τεκμηρίωσα και την ελληνικότητα του Βυζαντίου, που με πονούσε. Αλλά και ευχαριστώ την αγαπητή κυρία Έλενα Πατάκη για όλα τα τρυφερά μου παιδικά που μου έβγαλε.

Ο λόγος σας είναι ποιητικός και ταυτόχρονα ρεαλιστικός

Η πιο καθαρή ποίησή μου είναι το μυθιστόρημα «Ο Αγγελος της Στάχτης». Μια ζωή το προετοίμαζα. Ο Κωνσταντίνος του δημοτικού τραγουδιού έρχεται από το έρεβος της νέκυιας. Ο Φοίβος είναι ο σύγχρονος Ορφέας που με τη μουσική του θα καταργήσει το άβατο του Άδη. Δυο πλάσματα από διαφορετικούς κόσμους θα συναντηθούν στο λυκόφως της ζωής και του θανάτου. Μια ποιητική γεωγραφία του Άδη μετατοπισμένη στο τοπίο των ζωντανών. Ο Κωνσταντίνος σπάζει το «βέλος του χρόνου», το γυρίζει πίσω, το εξουσιάζει. Ο χρόνος γίνεται μια παλίνδρομη κίνηση στο μυθιστόρημα, μια αντίστροφη ροή. Και Εκείνος, ο χιλιόχρονος εραστής με το ευαγγελικό πρόσωπο, υπάρχει έξω από τη χρονικότητα, έξω από τους νόμους της εφήμερης χρονικότητας. Ένα πλάσμα πανίσχυρο, αλλά και απέραντα μοναχικό, λατρευτικό, ένα πλάσμα απαγορευμένο, που όμως θα εμπνεύσει τη μεγάλη αγάπη. Είναι ένα μυθιστόρημα βαθιάς ενόρασης, στηριγμένο σε στοιχεία πραγματικά από την ποίηση της λαϊκής μας παράδοσης και από τα αρχέτυπα ενός ομαδικού ασυνειδήτου. Ο Κωνσταντίνος διαπράττει ύβρι, γιατί η ευφυΐα του υπερβαίνει το μέτρο. Και κατεβαίνει στον Άδη να παλέψει με τον Σκοτεινό.

Και η αγάπη;

Στον Άδη κατεβαίνει για να πάρει πίσω την «αγαπημένη». Σε όλα μου τα μυθιστορήματα, είτε είναι της υπαρξιακής αγωνίας είτε ιστορικά, υπάρχει η αγάπη ως νοσταλγία του πάθους ή ως τελετουργία σιωπής.

Συλλάβατε ποτέ τον εαυτό σας να προσμένει κάποια κρατική βράβευση;

Όταν ήμουν νέα. Σήμερα λέω: Η αγάπη των αναγνωστών είναι το καλύτερο βραβείο. Επίσης, φέτος τιμήθηκε το «Ξύλινο τείχος» μου από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ονειρεύεστε;

Ταξίδι στο όνειρο ο κινούμενος χρόνος της ζωής μου, έλεγα πάντα. Σήμερα το λέω διαφορετικά: «Κάποιο χέρι θα με ξεριζώσει απ’ τ’ όνειρο, όπως λουλούδι που το πάτησε ο Καιρός. Τι ονειρεύτηκα; Τι ονειρεύτηκα; Δεν θα θυμούμαι πια».

Με τον σύζυγό της Μίνω Πόθο στην αρχαία Ολυμπία

«Τα παιδιά έχουν ακόμα μέσα τους τη σοφία του κόσμου,
τη βλέπουν ακόμα και μέσα στην καθημερινότητα,
το Αδύνατο είναι γι’ αυτά Δυνατό, προκαλώντας διαρκώς το θαύμα»

Την Τρίτη 20 Ιουνίου, στις 10:00 π.μ., στην Αγία Τριάδα Μύρινας, θα κηδευτεί η πολυβραβευμένη συγγραφέας και ποιήτρια Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου. Η ανακοίνωση του γιου της, Εμμανουήλ Πόθου: «Η μαμά έφυγε. Θα την αποχαιρετήσουμε στην Αγία Τριάδα, στη Μύρινα Λήμνου, όπως εκείνη το ήθελε. Τρίτη 20 Ιουνίου 1000 το πρωί» ανέφερε, σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Νίκος – Γαβριήλ Πεντζίκης, «Σπίτι στην Πάνω Πόλη»

«Το σπίτι σε περίμενε
με ανάσες αγίων στα σωθικά του
κι ένα κυπαρίσσι στην πόρτα του
λυγισμένο ως κάτω
δεξιά τη κυφάρισσω, είπες
και έσπρωξες την επτάτοξη πύλη
να περάσεις στα μιλητικά νερά
Το σπίτι ακατοίκητο
με όλες τις βρύσες του ανοιχτές
λουζόταν την πανσέληνο»

Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου

Η Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου γεννήθηκε στη Μύρινα της Λήμνου, έλκοντας την καταγωγή της από τη Μικρά Ασία. Από τα νεανικά της χρόνια ασχολήθηκε με τη συγγραφή. Από το ακριτικό νησί της Λήμνου εξέδωσε την πρώτη ποιητική της συλλογή «Συναντήσεις». Πρώτος ο Οδυσσέας Ελύτης την αποκάλεσε «ποιήτρια» και έγραψε πως ο ποιητικός της λόγος είναι «ώριμος» και «τείνει να συλλάβει την παρθενικότητα και τη μοναδικότητα των πραγμάτων». Διορίστηκε υπάλληλος στο Επαρχείο Λήμνου, κατόπιν διαγωνισμού. Ευθύς έδωσε εξετάσεις στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και το 1963 πήρε το πτυχίο με απόσπαση στη Νομαρχία Αττικής.

Το 1963 εκδόθηκαν τα βιβλία της «Σπουδή», «Το όραμα του Αλέξη Φερά», «Μικρό κλουβί» στο Βιβλιοπωλείο της Εστίας. Το 1965, το «Μικρό κλουβί», βραβεύτηκε από την Ομάδα των Δώδεκα, που την αποτελούσαν οι κορυφαίοι της εποχής, μεταξύ των οποίων οι Ελύτης, Τερζάκης, Θεοτοκάς, Αθανασιάδης, Άλκης Θρύλος. Ταυτόχρονα της προσφέρθηκε μια υποτροφία από τη Γαλλική Κυβέρνηση για σπουδές Θεάτρου ενός έτους στη Σορβόννη (1966-1967).

Εκεί γνωρίστηκε με τα σύγχρονα ρεύματα της δυτικής διανόησης, με τη φιλοσοφία του μηδενός, με το Θέατρο του Παραλόγου, με τους συγγραφείς της υπαρξιακής αγωνίας, Αλμπέρ Καμί, Φραντς Κάφκα, Μπέρτολτ Μπρεχτ, Σάμιουελ Μπέκετ. Ο Μπέκετ την επηρέασε βαθύτατα. Όταν είδε το έργο του «Oh les beaux jours», το 1967, στο θέατρο Odéon του Παρισιού, αμέσως ζήτησε από τον ίδιον να το μεταφράσει και ξεκίνησε μια αλληλογραφία μαζί του που κράτησε πολλά χρόνια. Έγινε μεταφράστρια των έργων του, ενώ συνέγραψε και ένα δοκίμιο με τίτλο: «Samuel Beckett – Η εμπειρία της υπαρξιακής οδύνης», που κυκλοφόρησε το 1983 από τις εκδόσεις Φιλιππότη, με έναν σημαντικό πρόλογο του Ζακ Λακαριέρ και το 2016, συμπληρωμένο με νέα κείμενα, από τις εκδόσεις Έναστρον.

Με τον Ζακ Λακαριέρ

Στη Σορβόννη του Παρισιού παρακολούθησε, ως υπότροφος, μαθήματα θεάτρου και παράλληλα έγραφε θέατρο. Το ποιητικό υπερρεαλιστικό έργο της «Το γυάλινο κιβώτιο», μεταφρασμένο στα γαλλικά από την Αν Κρεσέζ, εγκρίθηκε στο Θέατρο Odéon του Παρισιού, μαζί με το θεατρικό της έργο «Μικρό κλουβί». Δεν είχαν την τύχη της παράστασης, λόγω των τότε γεγονότων του Παρισινού Μάη. Αργότερα, το έργο αυτό εντυπωσίασε τον Σάμουελ Μπέκετ, ο οποίος το έστειλε στον σκηνοθέτη του Ζαν Λουί Μπαρό.

Βρισκόταν ακόμα στο Παρίσι, όταν η δικτατορία χτύπησε την Ελλάδα. Τότε έγραψε το θεατρικό έργο «Αντιγόνη – Ή νοσταλγία της τραγωδίας». Το έργο αυτό αγάπησε ιδιαίτερα ο διαπρεπής Γάλλος θεατρολόγος Μπερνάρ Ντορ, που ήταν καθηγητής της στη Σορβόνη. Το 1996, το έργο αυτό, μεταφρασμένο στα αγγλικά από τον Μίνωα Πόθο και την καθηγήτρια Ρόντα Κάουφμαν, παίχθηκε στο πανεπιστήμιο Χέιγουορντ της Καλιφόρνιας, όπου και οργανώθηκε «Εβδομάδα Ελληνικού Πολιτισμού» παράλληλα με τις παραστάσεις του έργου.

Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, το 1967, μετά το χτύπημα της χούντας, η ζωή της ήταν δύσκολη, γιατί στο Παρίσι συμμετείχε στις διαδηλώσεις που οργάνωνε για την Ελλάδα ο Λακαριέρ. Ωστόσο, δεν δίστασε να δώσει το έργο της «Ο χορός της Ηλέκτρας» που απεικόνιζε το καθεστώς της χούντας, στο Εθνικό Θέατρο, που το ενέκρινε με μουσική σύνθεση του Σταύρου Ξαρχάκου και σκηνογραφία του Διονύση Φωτόπουλου. Το έργο απορρίφθηκε από τη λογοκρισία της χούντας. Όμως τελικά, ύστερα από προσπάθειες, ανέβηκε με αστυνομική παρακολούθηση και είχε μεγάλη απήχηση.

Θεατρικά της έργα παίχτηκαν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό: «Παιχνίδι με τον χρόνο», «Είμαι ένα άστρο που κλαίει μονάχο», «Σχεδίες», «Το γυάλινο κιβώτιο» στο Εθνικό Θέατρο, «The Rafts» στο Τορόντο του Καναδά, «The Glass Box» διδάχτηκε στη Σορβόνη από τον καθηγητή Charles Antonetti και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Education et Theatre», «Antigone or the nostalgia of tragedy», στο Πανεπιστήμιο Χέιγουορντ της Καλιφόρνιας. To 1982, όταν διευθυντής της ΕΡΤ ήταν ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, μεταδόθηκαν τα κείμενά της «Γράμμα στο γιο μου κι ένα άστρο» και ήταν το πρώτο της βιβλίο που είχε αγαπηθεί από ένα πλατύ ακροαματικό κοινό. Στη συνέχεια, ως βιβλίο, υπήρξε από τα πιο αγαπημένα των αναγνωστών της.

Πέντε διδακτορικές εργασίες έχουν γίνει πάνω στα βιβλία της: δύο στο Πανεπιστήμιο του Μπάρι της Ιταλίας, δύο στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μία στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Για χρόνια υπήρξε συνεργάτης στα λογοτεχνικά περιοδικά «Διαβάζω» και «Θέματα Λογοτεχνίας» και στις εφημερίδες «Καθημερινή» και «Καθημερινή της Κυριακής», «Βήμα της Κυριακής», «Ελευθεροτυπία» και «Έθνος», με αμέτρητα κείμενα, κριτικές βιβλίων, επετειακά, πνευματικούς προβληματισμούς της επικαιρότητας και πλήθος άλλα. Βιβλία της διδάσκονται σε πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού. Συμμετείχε σε πολλά διεθνή συνέδρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Έχει τιμηθεί με τα βραβεία του Iδρύματος Oυράνη (199) για το μυθιστόρημα «Mε τη λάμπα θυέλλης», της Aκαδημίας Aθηνών (1987) για το μυθιστόρημα «H Mαρούλα της Λήμνου» και της Oμάδας των Δώδεκα (1996) για το σύνολο του έργου της. Η ποιητική της συλλογή «Μυστικό πέρασμα» προτάθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού για το Αριστείο της Ευρώπης, το 1991. Το μυθιστόρημα της «Με τη λάμπα θυέλλης» τιμήθηκε, το 1994, με το βραβείο πεζογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών.

Δεν έμαθα για πού τραβάει ο χρόνος
Τις νύχτες τις άφεγγες
όταν τα πλάσματα τρέμουν στην ερημία
Τι παίρνει μαζί του τι αφήνει
δεν έμαθα
Έτσι σπαταλώντας τη ζωή μου
σ’ εκείνο το ελάχιστο από πραγματικότητα
άβατη ή ανέφικτη
τόσο μπόρεσα
Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου

Η μνήμη είναι έγερση, σου είπα
να θυμάσαι
να με θυμάσαι
Όταν σε είδα να το φοράς κατάσαρκα
το φρέσκο να το ομοιώνεσαι σαν κάποιο
νέο πεπρωμένο
Όλες οι μέρες μου χτυπήθηκαν
με το Αδύνατο κι εσύ
στεκόσουν ιερός
απ’ τη μεριά του παραδείσου
του αειρρόω
Έτσι λένε η ψυχή ξεδιπλώνει το άρμα
το παμπάλαιο
Και μέσα από ίριδες και καμπανούλες του βουνού
Μέσα από αύρες λευκές θαλασσινές
μιας άλλης επικράτειας
Σε πήγε εκεί όπου οι όρκοι όσων αγαπούν
γίνονται άγγελοι
και τα νερά μιλητικά
Νερά σεντέφια να στέκονται όρθια
στα όρη επάνω που παλαιότερα κι από τον χρόνο
Να με θυμάσαι!
Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου

Πηγή: limnosfm100.gr, huffingtonpost.gr, limnosfm100.gr, el.wikipedia.org

Σχολιάστε