Η Ελληνική παιδεία στα Φάρασα της Καππαδοκίας

Στα τέλη του 2ου και στις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. ως «Μικρά Ασία» ορίζεται η γεωγραφική περιοχή που βρέχεται στα Δυτικά από το Αιγαίον Πέλαγος, Βόρεια από την Μαύρη Θάλασσα, Νότια από τη Μεσόγειο και Ανατολικά από τους ποταμούς Τίγρη και Ευφράτη. Επαρχίες της Μ. Ασίας είναι οι ακόλουθες: Αιολίδα, Βιθυνία, Γαλατία, Ιωνία, Καππαδοκία, Καρία, Κιλικία, Λυδία, Λυκαονία, Λυκία, Μυσία, Παμφυλία, Παφλαγονία, Πισιδία, Πόντος (παραλιακός), Πόντος (Μεσογειακός), Φρυγία, Χώρα πηγών και Άνω Ρου Ευφράτη ποταμού, Χώρα πηγών και Άνω Ρου Τίγρη ποταμού.

Η Καππαδοκία από των αρχαιοτάτων χρόνων υπήρξε μία από τις σπουδαιότερες περιοχές της Μικράς Ασίας. Εξελληνίστηκε από τους Αλεξανδρινούς και Μεταλεξανδρινούς  χρόνους και στάθηκε σημαντικότατο προπύργιο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέχρι την εποχή που επικράτησαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι, στους οποίους και υποτάχθηκε. Ο Ελληνισμός της, υποταγμένος στους Τούρκους, όχι μόνο επιβίωσε αλλά διατήρησε το Ελληνοχριστιανικό του φρόνημα και τα ήθη και έθιμα μέχρι των ημερών του ξεσηκωμού (ανταλλαγή).

Η Καππαδοκία αποτελείται από τις περιφέρειες: Ακσεράϊ, Γκέλβερι, Καισαρείας, Νεάπολης, Νίγδης, Προκοπίου και Φαράσων.

Τα Φάρασα της Καππαδοκίας

Τα Φάρασα αποτελούνταν από το κεφαλοχώρι Βαρασός και την «πλειάδα» των ελληνικών ομόγλωσσων χωριών: Αφσάρι, Κίσκα, Σαττί και Τσουχούρι, που βρίσκονταν βορειοανατολικά του Βαρασού, προς την πλευρά της Καισαρείας και το Κάρσαντι, νοτιοδυτικά προς την πλευρά των Αδάνων.

Για το Κάρσαντι, που ήταν πολύ μακρύτερα, νοτιοδυτικά του Βαρασού χρειάζονταν δυο – τρεις ημέρες δρόμος. Για το Αφσάρι οι Φαρασιώτες χρειάζονταν μια μέρα δρόμο, «μo το βουρτόνι» (με το μουλάρι) και άλλη μια μέρα από το Αφσάρι για τα άλλα χωριά: Κίσκα, Σαττί, Τσουχούρι, τα οποία μεταξύ τους απείχαν μισή ως μια ώρα δρόμο. Εδώ εντάσσονται και τα τουρκόφωνα ή δίγλωσσα χριστιανικά χωριά: Ταστσί, Χοστσάς, Μπεσκαρdάς, Κϋρϋμτζέ (Γαριπτσάς). Κοντά σ’ αυτά ήταν και τα τουρκόφωνα ή δίγλωσσα χριστιανικά χωριά: Καράτζορεν και Ζήλε. Υπήρχαν ακόμη δυο χωριά το Μπαχτζετζίκι και το Τσαϊρλήκ που διαλύθηκαν λίγα χρόνια πριν την Ανταλλαγή.

Όλα τα ελληνικά χωριά και άλλα δέκα περίπου τουρκικά ήταν μεχταρλίκια, δηλαδή Κοινότητες με τον Κοινοτάρχη (muhtar) και το Κοινοτικό Συμβούλιο (muhtar meclis), αποτελούμενο από 5-7 αιρετούς άρχοντες που εκλέγονταν τον Ιανουάριο, για ένα χρόνο. Έδρα του Δήμου τους ήταν η Κίσκα. Οι κάτοικοι όλων των ελληνόφωνων χωριών μιλούσαν την κοινή Καππαδοκική διάλεκτο, «το γλωσσικό ιδίωμα των Φαράσων». Οι Φαρασιώτες, όταν αναφέρονταν στη γλώσσα τους, έλεγαν «το μέρτο η γώσσα» ή «τα ρωμάκα».

Για τη γλώσσα των Φαρασιωτών, ο ιστορικός Π. Καρολίδης γράφει:

«Ο γνησιότερος τύπος της Καππαδοκικής γλώσσης, αι πλείσται Καππαδοκικαί λέξεις, και εν γένει τα σπουδαιότερα, ως μοι φαίνονται, λείψανα της γλώσσης εκείνης εσώθησαν εν τη γλώσση των Φαρασιωτών… Επειδή η Φαρασιωτική διάλεκτος είναι η σπουδαιότερα διασώσασα λείψανα της εν Καππαδοκία λαλουμένης ποτέ προελληνικής Αρίας, ταύτην κυρίως έχομεν υπ’ όψιν ομιλούντες υπό γλωσσολογικήν έποψιν περί της Ελληνικής διαλέκτου της Καππαδοκίας».

Το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών (ΚΜΣ) αναφέρει ως «Φάρασα» μόνο το Βαρασό και τα άλλα χωριά ως «Αποικίες των Φαράσων». Την ίδια ορολογία ακολουθούν και οι συγγραφείς που αναφέρονται στα Φάρασα. Στο θέμα αυτό συμφωνώ με τον αιδ. πατέρα Θόδωρο Θεοδωρίδη, που επιμένει στα γραπτά του να αποκαλεί Φάρασα όλα τα χωριά, με κεφαλοχώρι το Βαρασό.

Ο Βαρασός ήταν απομονωμένος, όχι μόνο απ’ όλα τα αστικά και ημιαστικά κέντρα της Καππαδοκίας, αλλά ακόμη και από τις αποικίες του. Ωστόσο, ήταν η μητρόπολη όλων των Φαρασιώτικων ομόγλωσσων χωριών και το θρησκευτικό τους κέντρο. Συνεπώς εκεί γίνονταν τα σπουδαιότερα πολιτιστικά και κοινωνικά δρώμενα, τα οποία σχεδόν πάντοτε ήταν συνυφασμένα με θρησκευτικά λατρευτικά έθιμα.

Ο Βαρασός ήταν μια κωμόπολη χτισμένη πάνω στα απρόσιτα φαράγγια του Αντίταυρου, στο μέσο περίπου της απόστασης ανάμεσα στην Καισάρεια και στα Άδανα. Καρόδρομοι δεν υπήρχαν σε απόσταση 40-50 χιλιομέτρων.

Πρέπει να τονίσουμε όμως, πως δεν υπήρχε σχέση εξαρτήσεως «μητρόπολης προς αποικίες», ανάμεσα στο Βαρασό και στα γύρω χωριά. Οι κάτοικοι των αποικιών πήγαιναν στο Βαρασό στις μεγάλες γιορτές και στα πανηγύρια (ζιαρέτ). Οι αποικίες όμως ήταν, κατά κανόνα, πιο εύρωστες οικονομικά. Οι Βαρασιώτες πήγαιναν ως εποχικοί εργάτες στις αποικίες το καλοκαίρι.

Η ελληνορθόδοξη παιδεία και το κρυφό σχολειό των Φαράσων

Τα Φάρασα ήταν το μόνο αμιγές ελληνικό χριστιανικό χωριό όπου, μιλούσαν κατά κύριο λόγο ελληνικά. Μιλούσαν τα φαρασιώτικα, που είχαν ως βάση την αρχαία ελληνική γλώσσα και παρουσίαζαν αρκετές ομοιότητες με την κυπριακή διάλεκτο. Η δε προφορά τους έμοιαζε και με την κρητική. Υπήρχαν βέβαια στα Φάρασα και τρεις οικογένειες Τούρκων. Σιγά – σιγά όμως και αυτές αφομοιώθηκαν με τους Φαρασιώτες. Μιλούσαν και αυτοί τα φαρασιώτικα και συμμετείχαν σε όλες τις εκδηλώσεις των χριστιανών κατοίκων.

Νικ. Γύζης, Το κρυφό σχολειό

Σχολεία πάντα υπήρχαν στον Βαρασό, αλλ’ οι Τούρκοι στα παλαιά χρόνια δεν άφηναν να λειτουργήσουν τα ελληνικά σχολεία. Έτσι τα παιδιά μάθαιναν κρυφά ανάγνωση και γραφή από τα βιβλία της εκκλησίας, από τους παπάδες, με τον φόβο των Τούρκων. Αργότερα, όταν ησύχασαν κάπως τα πράγματα, άνοιξαν τα σχολεία και Βαρασιώτες δάσκαλοι μάθαιναν γράμματα στα παιδιά. Γυμνάσιο όμως δεν υπήρχε. Πολλοί δάσκαλοι ήταν παπαδάσκαλοι.

Οι Άγιοι Αρσένιος ο Καππαδόκης και Παΐσιος ο Αγιορείτης, με καταγωγή από τα Φάρασα

Ένας από αυτούς τους φωτισμένους δασκάλους στον Βαρασό υπήρξε και ο Χατζεφεντής (ενν. τον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη). Ο Μητροπολίτης Καισαρείας Παΐσιος Β’ (1777-1871) ήξερε ότι τα Φάρασα είχαν ανάγκη από δάσκαλο. Γνώριζε επίσης τους κινδύνους που διέτρεχαν τα ορθόδοξα χριστιανικά χωριά όχι μόνον από τους Τούρκους, αλλά και από τους πλάνους του Παπισμού που «όργωναν» την περιοχή. Έτσι θεώρησε τον Χατζεφεντή ως τον πλέον κατάλληλο ν’ αναλάβει στον Βαρασό το έργο του παπά και του δασκάλου.

Οι ιερείς των Φαράσων π. Αναστάσης Κωνσταντινίδης και π. Πρόδρομος Ποτηριάδης, που ήρθαν πρόσφυγες στην Ελλάδα

Στην αρχή τα παιδιά μάθαιναν το αλφάβητο και τον συλλαβισμό αναλυτικά. Έλεγαν δηλαδή άλφα, βήτα, γάμμα και συλλάβιζαν: «βήτ’ ἄλφα: βα, βήτ’ ἔψιλον: βε» κ.ο.κ. Το σύστημα αυτό το έλεγαν «‘πο ‘πουκάτου». «Ψαλλαίνω ‘πο ‘πουκάτου», έλεγαν τα παιδιά και εννοούσαν τον συλλαβισμό. «Ψαλλαίνω ‘πο ‘πάνου» έλεγαν για την ανάγνωση. Αφού μάθαιναν να διαβάζουν τα ελληνικά, μάθαιναν και τους αριθμούς, τις τέσσερις πράξεις, την τουρκική και αρμενική γραφή και ανάγνωση. Βιβλία είχαν, όπως είδαμε, τα βιβλία της εκκλησίας, την Οκτώηχο, το Ψαλτήρι, την Παλαιά και Καινή Διαθήκη και βίους Αγίων.

Κοπέλες του Βαρασού στο ποτάμι

Έκαναν και μάθημα ζωγραφικής. Ο Χατζεφεντής τους έδειχνε μια τυπωμένη εικόνα Αγίου ή ζωγράφιζε ο ίδιος δυο – τρεις Αγίους σε χαρτί, το κολλούσε στον πίνακα και έλεγε στα παιδιά: «Φτιάξτε όποια εικόνα σας αρέσει». Τα παιδιά έφερναν μαζί τους μέσα σε μπουκαλάκια μελάνες μωβ, φτιαγμένες με λαλέδες, που ήταν είδος κρίνου, κίτρινες φτιαγμένες από βρασμένες φλούδες ροδιού, μαύρες από καπνιά και κόκκινες από ριζάρι. Είχαν και πένες από νεροκάλαμα ή από φτερά αετού, κι έτσι ζωγράφιζαν.

Η παραδοσιακή γυναικεία φορεσιά από τη Νίγδη της Καππαδοκίας

Πηγές:
– Π. Καρολίδου, «Γλωσσάριον συγκριτικόν ελληνοκαππαδοκικών λέξεων, ήτοι η εν Καππαδοκία λαλουμένη ελληνική διάλεκτος και τα εν αυτή σωζόμενα ίχνη της αρχαίας Καππαδοκικής γλώσσης», εν Σμύρνη 1885, σελ. 33-37.
– Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών (ΚΜΣ), «Η Έξοδος», Εισαγωγή – εποπτεία Π.Μ. Κιτρομηλίδη, επιμ. Γιάννη Μουρέλου, τ. Β’, Αθήνα 1982, σελ. 30, 314-317, 330-336.
– Μέλπω Μερλιέ, «Οι Ελληνικές κοινότητες στη σύγχρονη Καππαδοκία», Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών (ΚΜΣ), «Δελτίο», τ. Α’, Αθήνα 1977, σελ. 65, 69, 72.
– Πρωτοπρεσβυτέρου Θεόδ. Θεοδωρίδου, «Τοπωνύμια και Λαογραφικά των Φαράσων της Καππαδοκίας», «Μικρασιατικά Χρονικά», Σύγγραμμα Περιοδικόν της Ενώσεως Σμυρναίων, τ. ΙΓ’, 1967, σελ. 209 και τ. ΙΔ’ 1970, σελ. 152.
– Octave Merlier, «Proverbes de Farassa», Collection De L’ Institut Français D’ Athens, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών (ΚΜΣ), 1951, σελ. 13.
– Ιωάννης Η. Κάλφογλου, «Μονή Φλαβιανών», Αλεξαν. Νομισματίδης, ΜΑΤΠΑ 1898, σελ. 568-69.
– Αναστ. M. Λεβίδου, «Αι εν Μονολίθοις Μοναί της Καππαδοκίας και Λυκαονίας», Εν Κωνσταντινουπόλει, 1899, σελ. 103.
– Α. Μ. Λεβίδου, «Αι εν τω κλίματι του Οικουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου Ιεραί Μητροπόλεις», Εθνικά Φιλανθρωπικά Καταστήματα εν Κωνσταντινουπόλει, «Ημερολόγιον» 1905, σελ. 149-150, Ι. Μονή του Τιμίου Προδρόμου, 1904 Ιουνίου 11.
– kappadokikaparamythia.wordpress.com
– averoph.wordpress.com
– farasa.gr

kimintenia.wordpress.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s