
«Τέτοιαν ώρα νυχτερινή κι ανοιξιάτα, στα πωρικά μυρισμένη, βάνω κι εγώ στο νου μου το Ρέθεμνος και γυρίζω κοντά του…
Έβγαλα από τον πόνο του τούτο εδώ το χρονικό που, αν και λυπητερό, παραμύθησε την ψυχή μου στην ξενιτιά, και του το φέρνω. Το κρατώ σαν τάμα πάνω στην καρδιά μου, δεν ξέρω πώς να το χωριστώ και να του το χαρίσω.
Θάθελα νάναι κι αυτό λουλουδισμένο, μυρισμένο απ’ ό,τι καλύτερο έχω στα στήθη μου, και δυνατό μέσα στον καιρό. Θα τόθελα να ζει σήμερα κι αύριο και πάντα, και να μη χάσει τη δροσεράδα του. Θα τόθελα ακατάλυτο κι αμάραντο, για να πάει ενάντια στη μοίρα του Ρεθύμνου και της κάθε πολιτείας πούναι καμωμένη από πέτρες και ξύλα…».
Παντελής Πρεβελάκης, «Το Χρονικό μιας Πολιτείας» (1938)