Το εκκλησάκι του Αγίου Αλεξίου Καστέλλου στην Κίσαμο
Πριν είκοσι χρόνια, είχαμε διαβάσει ένα εξαιρετικού περιεχομένου μικρό χρονογράφημα στα «Χανιώτικα Νέα», με τίτλο «Με χιονόνερο στον Άγιο Αλέξιο»[1]. Ήταν γραμμένο από τον εραστή – υμνητή της Γραμπούσας, τον αλησμόνητο Αθανάσιο Δεικτάκη. Δεν τον γνωρίζαμε τότε. Όμως, επειδή είχαμε ιδιαίτερη αδυναμία στον Άγιο Αλέξιο, τον «Άνθρωπο του Θεού» -η Πόντια μάνα μου μού τραγουδούσε τα πάθη και το βίο του αγίου σε μια παράξενη σε ακούσματα γλώσσα και μουσική- είπαμε με τη γυναίκα μου τη Χριστίνη να πάμε στον Άγιο μια 17η του Μάρτη για προσκήνυμα: εκεί στο ξωκλήσι που η πίστη τ’ ανθρώπου έστησε.
Ένα αφιέρωμα στον ασυμβίβαστο «μπαγάσα» των Εξαρχείων που έφυγε έναν άλλο Μάρτη…
Στις 17 Μαρτίου του 1988, ο αντισυμβατικός Έλληνας στιχουργός, συνθέτης και τραγουδιστής Νικόλας Άσιμος έβαλε τέλος στη ζωή του. Η ιδιόρρυθμη προσωπικότητά του και η επαναστατική του συμπεριφορά του χάρισαν τα παρατσούκλια «Άγιος των Εξαρχείων» αλλά και «Τρελός των Εξαρχείων».
Η Β’ Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη στον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, έναν από τους Μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας και κορυφαίο Οικουμενικό διδάσκαλο. Η διδασκαλία του για τη θέωση του ανθρώπου και τη μετοχή του στις άκτιστες ενέργειες του Θεού εκφράζει την ουσία της Ορθόδοξης πνευματικής ζωής σε πλήρη αντίθεση με την εκκοσμικευμένη θεολογία της εποχής του που διαμορφώθηκε με την επίδραση του σχολαστικιστικού ανθρωποκεντρισμού του ρωμαιοκαθολικισμού. Αποτελεί σπάνια περίπτωση θεολόγου θεόπτη που εκφράζει την ουσία της ορθόδοξης πνευματικής ζωής με μοναδικό συνθετικό τρόπο. Έχει ως θεμέλιο της πνευματικής του κατάρτισης τη βίωση της θείας χάριτος και τη θέωση μέσα στο φως των ακτίστων ενεργειών του Θεού. Προικισμένος με οξύ νου μπόρεσε να κινηθεί άνετα στον χώρο της θεολογίας και να εκφράσει ακραιφνή τριαδολογία με τα σημαντικά έργα του.
«Κάθε λουλούδι έχει τη θέση του στον ήλιο κάθε άνθρωπος έχει ένα όνειρο. Κάθε άνθρωπος έχει έναν ουρανό πάνου από την πληγή του κι ένα μικρό παράνομο σημείωμα της άνοιξης μέσα στην τσέπη του»
«Κάθε λουλούδι έχει τη θέση του στον ήλιο κάθε άνθρωπος έχει ένα όνειρο. Κάθε άνθρωπος έχει έναν ουρανό πάνου από την πληγή του κι ένα μικρό παράνομο σημείωμα της άνοιξης μέσα στην τσέπη του»
Οι περισσότερες παραδοσιακές συνταγές για κολοκυθοκορφάδες (κολοκυθανθούς) βασίζονται σε γέμιση από ρύζι. Εξαιρετική είναι ωστόσο και η επιλογή της γέμισης από πλιγούρι που αποδίδει έναν ευωδιαστό, πεντανόστιμο και ελαφρύ μεζέ για τα καλοκαιρινά σας γεύματα, που θα αγαπήσετε ξεχωριστά! Η συνταγή είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στην ανατολική Κρήτη αλλά και στα περισσότερα Κυκλαδονήσια, όπου στη γέμιση των πατροπαράδοτων κολοκυθοκορφάδων συχνά το ρύζι αντικαθίσταται από το πλιγούρι ή ακόμα και από τον ξινό τραχανά, με προσμίξεις φρέσκων, δροσερών μυρωδικών και λαχανικών που δίνουν μοναδικά, γευστικά πιάτα. Το φαγητό αυτό, που αποτελείται εξ ολοκλήρου από υλικά της γης, προσφέρεται την περίοδο αυτή και για τη νηστεία του Δεκαπενταύγουστου.
«Tώρα ειν’ αγιά Σαρακοστή, τώρα ειν’ άγιες μέρες που λειτουργούν οι εκκλησιές και ψέλνουν οι παπάδες και λένε τ’ άγιος ο Θεός και τ’ άγιο Ευαγγέλιο. Όποιος το λέγει σώζεται κι όποιος τ’ ακούει αγιάζει κι όποιος το καλοφουγκραστεί παράδεισο θα λάβει»
Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Στου Χατζηφράγκου» (1963). Στο έργο αυτό περιγράφονται με νοσταλγική διάθεση η ζωή και οι περιπέτειες μιας παρέας παιδιών σε μια γειτονιά (Στου Χατζηφράγκου) της Σμύρνης στις αρχές του 20ού αιώνα. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα ένα από τα παιδιά, γέρος πρόσφυγας πια στην Αθήνα, περιγράφει το έθιμο του πετάγματος των χαρταετών, που εκείνα τα χρόνια στη Σμύρνη τούς έλεγαν τσερκένια.
Η «Αποκριάτικη νυχτιά» είναι διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που πρωτοδημοσιεύτηκε στις 17 Φεβρουαρίου του 1892, στην εφημερίδα «Εφημερίς» των Αθηνών. Είναι έργο αθηναϊκό, ηθογραφικό, σατιρικό και αυτοψυχογραφικό, γιατί ο Σπύρος Βεργουδής είναι ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, στα πρώτα δραματικά του χρόνια στην Αθήνα.
Η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία, δια χειρός Φωτίου Κόντογλου, τοιχογραφία από το παρεκκλήσιο της Αγίας Ειρήνης Κηφισιάς Αττικής, ιδιοκτησίας Oικογ. Πεσμαζόγλου
Στις 19 Φεβρουαρίου είναι η μνήμη τῆς ἁγίας Φιλοθέης, ποὺ εἶναι πολιοῦχος τῶν Ἀθηνῶν μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη καὶ τὸν ἅγιο Ἰερόθεο. Ἡ ἁγία Φιλοθέη γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ γονιοὺς ἄρχοντες, μοναχοπαίδι τοῦ Ἀγγέλου Μπενιζέλου καὶ τῆς Συρίγας. Φιλοθέη ὀνομάσθηκε ὅταν ἔγινε καλογρηά, ἀλλὰ τὸ πρῶτο ὄνομά της ἦταν Ρεβούλα. Ἡ μητέρα της ἤτανε στείρα καὶ παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ νὰ τῆς δώσει τέκνο, καὶ μία νύχτα εἶδε πὼς βγῆκε ἀπὸ τὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγίας ἕνα φῶς δυνατὸ καὶ πὼς μπῆκε στὴν κοιλιά της. Κι᾿ ἀληθινά, τὸ φῶς ἐκεῖνο ἤτανε ἡ ἁγιασμένη ψυχῆ τῆς κόρης ποὺ γέννησε σ᾿ ἐννιὰ μῆνες. Ἀπὸ μικρὴ φανέρωνε μὲ τὰ φερσίματα καὶ μὲ τὰ αἰσθήματά της ποιὰ θὰ γινότανε ὑστερώτερα, στολισμένη μὲ κάθε λογῆς ἀρετή. Στὴν εὐσέβεια εἶχε γιὰ ὁδηγό της τὴν ἴδια τὴ μητέρα της ποὺ ἤτανε εὐλαβέστατη.
Κάθε χρόνο στην εορτή της μνήμης του Αγίου Χαραλάμπους ο νους μας ταξιδεύει στο πανέμορφο Μπεμπέκ (Bebek), το αριστοκρατικό παραθαλάσσιο προάστιο της Κωνσταντινούπολης που, με το ξεχωριστό τοπίο του και την εκλεπτυσμένη αρχοντιά του, μαγεύει τον επισκέπτη της ευρωπαϊκής ακτής του Βοσπόρου και, τέτοιες μέρες, τιμά ξεχωριστά τον προστάτη άγιό του.
«Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν …» Νίκος Καββαδίας, «Fata Morgana», 1977
Ο Νίκος Καββαδίας σε παιδική ηλικία
Ο ποιητής και πεζογράφος Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910, στην επαρχιακή πόλη Νίκολσκι Ουσουρίσκι, του Χαρμπίν της Μαντζουρίας, από γονείς Κεφαλλονίτες. Σε ηλικία τεσσάρων ετών και μετά την κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, η οικογένειά επέστρεψε στο Αργοστόλι.
Η «Κούπα» είναι παλαιό παραδοσιακό επιτραπέζιο τραγούδι του κεφιού, του ξεφαντώματος και του ατέλειωτου γλεντιού. Προέρχεται από την Κάρπαθο της Δωδεκανήσου αλλά το συναντάμε και στη Δυτική Κρήτη σε καταγραφές του 1850 από τον Παύλο Βλαστό.
Το «άθλημα της πόλης», δηλαδή η υπεύθυνη και σοβαρή ενασχόληση με τα κοινά, έχει ανάγκη από ανθρώπους χαρισματικούς και αξιόπιστους. Ο Μέγας Φώτιος, η κορυφαία αυτή μορφή της Βυζαντινής Αναγέννησης, μας έχει υποδείξει, ήδη από τον Μάιο του 861 μ.Χ., όλους τους αναγκαίους κανόνες τη «χρηστής διοίκησης», καταδεικνύοντας μοναδικά και πώς οι θεμελιώδεις αρχές της αρχαιοελληνικής δημοκρατίας και του χριστιανισμού είχαν ενσωματωθεί στο Βυζαντινό πολίτευμα.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]