Στις 18 Μαΐου 1821, ο Κολοκοτρώνης είχε στείλει επιστολή στον Μουσταφάμπεη με την οποία του ζητούσε να του παραδώσει την Τριπολιτσά. Το γράμμα τελείωνε με τη φράση «… καλές αντάμωσες στο σεράγι σου μέσα». Στις 26 Σεπτεμβρίου 1821 συνάντησε τον αιχμάλωτο Μουσταφάμπεη και του είπε: «Να που ο Θεός τόφερε και σμίξαμε στο σεράγι». Ο Γέρος του Μοριά κράτησε την υπόσχεσή του και έβαλε τις βάσεις για την απελευθέρωση της Πελοποννήσου και της υπόλοιπης Ελλάδας.
«Πέτρα την πέτρα περπατώ, φέγγει και ξημερώνει Γλυκό πουλί τ’ αηδόνι» Ευ. Γκούφας
Ένα μνημείο της τοπικής αρχιτεκτονικής, ένας «ύμνος» των μαστόρων της πέτρας, των περίφημων πελεκάνων και κτιστάδων της Ηπείρου, το Γαναδιό στέκει αγέρωχο και επιβλητικό, σε υψόμετρο 870 μ. στις παρυφές του Σμόλικα. Σιωπηλό και ανέγγιχτο από το χρόνο, το Γαναδιό αποτελεί έναν τόπο σπάνιας ομορφιάς, στον οποίο η φύση και ο άνθρωπος συναντήθηκαν και συμπορεύτηκαν επί αιώνες αρμονικά!
«Eις την Σοφίαν. Eυφραίνεται νυν ως Δαβίδ ψάλλων λέγει, Mήτηρ κατ’ ευχάς η Σοφία εν τέκνοις. Eις την Πίστιν, Eλπίδα και Aγάπην. Τῇ πρὸς σὲ πίστει Πίστις, Ἐλπίς, Ἀγάπη, αἱ τρεῖς, Τριάς, κλίνουσιν αὐχένας ξίφει. Ἑβδομάτῃ δεκάτῃ Ἀγάπην τάμον, Ἐλπίδα, Πίστιν»
Ανάμεσα στο νέφος των Μαρτύρων της Χριστιανικής Εκκλησίας είναι και οι σήμερα εορταζόμενες Αγία Σοφία και οι θυγατέρες αυτής, Πίστις, Ελπίς και Αγάπη. Ποια ακριβώς είναι η πατρίδα της Αγίας Σοφίας, δεν έχουμε σαφή απάντηση. Στα Συναξάρια διαβάζουμε ότι πατρίδα της ήταν κάποια μεγάλη πόλη της Ιταλίας και ότι η καταγωγή της ήταν αριστοκρατική. Από μια φίλη της Χριστιανή η Αγία Σοφία κατηχήθηκε στην πίστη και αργότερα βαπτίσθηκε. Τη μεταστροφή της αυτή τη θεώρησε μεγάλη ευλογία για τη ζωή της. Τον θησαυρό αυτό της Χριστιανικής Πίστεως προσπαθούσε να τον διαδώσει και σε άλλους ανθρώπους. Η Αγία μας έγινε αιτία πολλοί άνθρωποι να αλλάξουν τρόπο ζωής και να γίνουν Χριστιανοί.
Ο Άγιος Νικήτας καταγόταν από το έθνος των Γότθων, που είχαν εγκατασταθεί πέραν του Ίστρου ποταμού στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου (Ίστρος, κατά τον Γεωγράφο Mελέτιο, καλείται ο ποταμός Δούναβις από το σημείο που ενώνετε με τον ποταμό Σαύο μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα ή κατ’ άλλους από την Aξιούπολη και κάτω, μέχρι τις εκβολές του).
«Οροπέδιο Λασιθίου. Επιβλητική λιτότητα -και δεν είναι υπερβολή. Τίποτα το περίσσιο δεν θα συναντήσεις εδώ. Θαυμάζεις την αυτάρκεια και την αρμονία του τόπου και του ανθρώπου. Το λασιθιώτικο τοπίο μεταμορφώνεται σαν σκεπαστεί με τις δαντέλες του χιονιού. Η φύση μιλάει και σε καλωσορίζει με τον τρόπο της. Άκουσέ τη. Σου δείχνει πώς να ξεμακραίνεις από την πραγματικότητα και να περνάς το κατώφλι ενός κόσμου παράξενα οικείου και μαγικού.
Η Αγία καταγόταν από την Πελοπόννησο γι’ αυτό και από κάποιους ονομάζεται η Αγία Θεοδώρα η Πελοποννήσια. Ως προς την καταγωγή πιθανότερες περιοχές φαίνεται να είναι η Αρκαδία και η Μεσσηνία. Έζησε στα χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, κατά τον 9ον αιώνα. Είχε γονείς πτωχούς και άσημους αλλά με αγάπη προς τον θεό, αγάπη την οποία μετέδωσαν στα παιδία τους μαζί με την πίστη στον Κύριο Ιησού Χριστό.
Η Αιολική Γη ξεπηδάει από τις ρίζες των δέντρων της Ανατολής, από τα βουνά της Μικρασίας που τα λένε «Κιμιντένια» και ταξιδεύει από το κτήμα του παππού και της γιαγιάς στα κύματα του Αιγαίου. Έτσι όπως ταξιδεύει και η ψυχή του μικρού Πέτρου, που παρέα με την αγαπημένη αδελφή του, την Άρτεμη, ακούει τις μυστικές φωνές της φύσης, τα καλέσματα των σπηλιών και των φαραγγιών και αφουγκράζεται τους ήχους της γης και του νερού.
Κορυφαία μορφή της Μικρασιατικής Καταστροφής υπήρξε ο τελευταίος Επίσκοπος Σμύρνης, της μιας από τις επτά Εκκλησίες της Αποκαλύψεως, Μητροπολίτης Χρυσόστομος Καλαφάτης. Ο μαρτυρικός του θάνατος από τον τουρκικό όχλο είναι άρρηκτα δεμένος με τις τελευταίες στιγμές της ελληνικής Σμύρνης και του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Αν και του προσφέρθηκαν πολλές ευκαιρίες να εγκαταλείψει τη Σμύρνη εκείνος προτίμησε να μείνει στην πόλη και να συμμεριστεί την τύχη του ποιμνίου του.
Ο Άγιος Μάμας γεννήθηκε το 260 μ.Χ. στην πόλη Γάγγρα της Παφλαγονίας. Γονείς του ήταν οι Θεόδοτος και Ρουφίνα, ευσεβείς Χριστιανοί και με αρκετά καλή κοινωνική θέση. Ο Θεόδοτος λόγω της έντονης χριστιανικής δράσης του, είχε ξεσηκώσει εναντίον του έναν από τους τοπικούς άρχοντες, που ονομαζόταν Αλέξανδρος. Αυτός είχε διοριστεί από τον ηγεμόνα, με σκοπό να πείθει τους Χριστιανούς να ασπάζονται την ειδωλολατρία. Ο πατέρας του αγίου προέβαλε σθεναρή αντίσταση και χλεύαζε τη λατρεία των ειδώλων. Ο άρχοντας είχε εξοργιστεί τόσο πολύ με αυτή τη συμπεριφορά, που τελικά αποφάσισε να συλλάβει το αντρόγυνο. Άρχισε λοιπόν να τους ανακρίνει και να τους απειλεί πως θα τους στείλει στον βασιλιά Φαύστο στην Καισαρεία για να τους βασανίσει. Αφού, είδε πως τα λόγια του δεν είχαν καμία ανταπόκριση, τους έστειλε πράγματι στη φυλακή της Καισαρεία.
Η Ρουφίνα, παρά το γεγονός ότι ήταν έγκυος, ακολούθησε τον άντρα της στη φυλακή και υπέμεινε μαζί του όλες τις κακουχίες και τα βασανιστήρια. Μέσα στη φυλακή έμειναν για πολλές μέρες νηστικοί, με αποτέλεσμα μια μέρα ο Θεόδοτος να πεθάνει. Η γυναίκα του ταραγμένη από τον θάνατο του συζύγου της γέννησε μέσα στη φυλακή τον Άγιο Μάμα. Εξαιτίας, όμως, της αδυναμίας της και της ταλαιπωρίας δεν άντεξε και πέθανε και αυτή.
Το βρέφος γλίτωσε και υιοθετήθηκε από μία πολύ καλή γυναίκα της περιοχής, που λεγόταν Αμμία Ματρώνα. Η γυναίκα αυτή είδε στον ύπνο της έναν άγγελο που την οδήγησε στη φυλακή, την παρότρυνε να θάψει τα σώματα του Θεόδοτου και της Ρουφίνας και να υιοθετήσει το ορφανό αγοράκι. Έτσι και έγινε. Αφού έθαψε τους γονείς του αγίου, περιέθαλψε το βρέφος σαν να ήταν πραγματικά μητέρα του. Όταν το μωρό έγινε ενός έτους άρχισε να λέει συνεχώς τη λέξη «μαμά», γι’ αυτό και τον ονομάσανε Μάμα.
Η θετή μητέρα βοήθησε πραγματικά το παιδί να μεγαλώσει σωστά και να μορφωθεί. Το έγραψε στο σχολείο, όπου μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ξεχώρισε για την εξυπνάδα του και τις άριστες επιδόσεις του. Εκείνη την περίοδο, ξεκίνησαν εκ νέου οι διωγμοί εναντίον των Χριστιανών, μέσω ενός καινούργιου διατάγματος του Καίσαρα. Σύμφωνα με το διάταγμα αυτό, οι ηγεμόνες όλων των πόλεων ήταν υποχρεωμένοι να συλλάβουν όλους τους Χριστιανούς και να τους βασανίσουν μέχρι να αρνηθούν την πίστη τους.
Στην Καισαρεία έστειλαν κάποιον με το όνομα Δημόκριτος, να ενημερώσει όλους τους κατοίκους, ακόμα και τα παιδιά. Ο Μάμας, που βρισκόταν και αυτός στη συγκέντρωση, μόλις άκουσε τα λόγια του απεσταλμένου προσπάθησε να συμβουλέψει τους συμμαθητές του, λέγοντάς τους: «Πέστε μου, φίλοι μου, τι είδους ουσία προσφέρετε και σε ποιου την προσκύνηση γίνεστε υπήκοοι;». Αυτοί του απάντησαν: «Υπακούμε στη διαταγή του Καίσαρα». Τους λέει, τότε: «Μη αδελφοί μου, θυμηθείτε τις γραφές τις οποίες διδασκόμαστε και σκεφτείτε καλά και αναγνωρίστε τον αληθινό Θεό, τον ποιητή του ουρανού και της γης. Αυτόν να λατρέψετε και να προσκυνήσετε, γιατί ο Θεός διά του Ιησού Χριστού έδειξε τον δρόμο της σωτηρίας. Σε Αυτόν να προσφέρουμε θυσία και μην απατάσθε και να θυσιάζετε στα άψυχα είδωλα, τα οποία είναι έργα ανθρώπων. Μη συμμετέχετε, λοιπόν, αδελφοί στις βδελυρές θυσίες».
Οι συμμαθητές του, θορυβημένοι απ’ όσα άκουσαν, μετέφεραν τα λόγια του Μάμα στη μητέρα του, αλλά και στον άρχοντα Δημόκριτο. Η μητέρα του χάρηκε ιδιαίτερα ακούγοντας τη θέση του θετού γιού της, ο άρχοντας, όμως, ανησύχησε αρκετά. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούσε να τιμωρήσει τον νεαρό, καθώς η Αμμία ήταν πλούσια γυναίκα με εξουσία στα χέρια της, που τη φοβόνταν ακόμα και οι άρχοντες του τόπου. Όταν ο Μάμας έγινε 15 χρονών, η μητέρα του πέθανε και έμεινε πάλι μόνος. Τότε βρήκαν ευκαιρία οι συμμαθητές του να καταγγείλουν ξανά στον Δημόκριτο πως προσπαθούσε να τους προσηλυτίσει και τους παρότρυνε να σταματήσουν να πιστεύουν στα είδωλα. Ο άρχοντας τότε αποφάσισε να καλέσει τον Μάμα, ώστε να τον ανακρίνει και να τον βασανίσει. Όλες οι προσπάθειές του όμως δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Ο νεαρός ήταν αμετάπειστος και δεν φοβόταν τις απειλές του Δημόκριτου.
Η εικόνα του Αγίου Μάμαντος στον ιερό ναό του στη Σκύρο
Μη γνωρίζοντας τι άλλο να κάνει, αποφάσισε να τον στείλει στον βασιλιά για να βασανίσει μέχρι θανάτου τον άγιο. Όντως, ο βασιλιάς φυλάκισε τον νέο και τον βασάνισε πολύ σκληρά. Έφτασε στο σημείο μάλιστα, να διατάξει να τον κάψουν ζωντανό. Έτσι, μια μέρα οι φρουροί τον έδεσαν και άναψαν τις δάδες για να τον κάψουν. Όμως οι φλόγες δεν κατευθύνονταν προς τον Μάμα, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς τους στρατιώτες. Σαστισμένος ο βασιλιάς διέταξε να δέσουν στον λαιμό του μόλυβδο και να τον πετάξουν στη θάλασσα. Και σε αυτή την περίπτωση, ο άγιος κατάφερε να σωθεί, ως εκ θαύματος, καθώς κόπηκε το σχοινί από τον λαιμό του. Βγήκε στη στεριά και κατευθύνθηκε προς τα βουνά της Καισαρείας. Εκεί έμαθε να ζει συντροφιά με τα άγρια ζώα που υπήρχαν στην περιοχή, ακόμα και με λιοντάρια. Κατόρθωσε να τα εξημερώσει, να τα βόσκει και να τρέφεται από το γάλα τους!
Γρήγορα, εξαπλώθηκε η φήμη για τον νεαρό που ζούσε με τα άγρια ζώα και πολλοί ήταν εκείνοι που τον επισκέπτονταν για να τον γνωρίσουν από κοντά. Δυστυχώς όμως, έμαθε και ο βασιλιάς για την ύπαρξή του και έστειλε να τον συλλάβουν. Μόλις είδε πως ο Μάμας ήταν ακόμα ζωντανός, αποφάσισε και πάλι να τον βασανίσει. Και πάλι όμως, με κάποιον ανεξήγητο για τον άρχοντα τρόπο, ο άγιος συνεχώς γλίτωνε. Σύμφωνα με την παράδοση, τον έριξε και στα λιοντάρια, τα οποία, όχι μόνο δεν τον κατασπάραξαν, αλλά ανέβηκε στη ράχη ενός λιονταριού και διέφυγε. Τότε, αποφάσισε ο ίδιος να τον θανατώσει, τρυπώντας τον στην κοιλιά με μία τρίαινα. Με αυτό τον τρόπο άφησε την τελευταία του πνοή ο Άγιος Μάμας το έτος 275 μ.Χ., σε ηλικία 15 ετών.
Το εκκλησάκι του Αγίου Μάμαντος στην Κω
Ο άγιος αναγνωρίστηκε από την εκκλησία μας ως παιδομάρτυρας και η μνήμη του τιμάται, κάθε χρόνο, στις 2 Σεπτεμβρίου. Ανακηρύχθηκε προστάτης των βοσκών, καθώς κατόρθωσε να δαμάσει τα άγρια θηρία, αλλά και προστάτης των υιοθετημένων παιδιών, αφού και αυτός έμεινε ορφανός από βρέφος και υιοθετήθηκε. Είναι ο πολιούχος άγιος της πόλης Μόρφου στην Κύπρο. Ιδιαίτερα γνωστός είναι και στη Σκύρο, όπου στο παρελθόν ανθούσε η κτηνοτροφία και κάθε χρόνο, στις 2 Σεπτεμβρίου, διοργανώνουν μεγάλο πανηγύρι στη μνήμη του.
Πολλές είναι και οι εκκλησίες που έχουν χτιστεί προς τιμήν του σε διάφορα μέρη, όπως στη Χίο, στην Κωνσταντινούπολη, στην Κύπρο, τη Μακεδονία και την Καππαδοκία. Η φήμη του όμως απλώνεται και στο εξωτερικό και συγκεκριμένα, στον Λίβανο, στην Ιταλία και την Ισπανία. Στην τελευταία μάλιστα και συγκεκριμένα, στο Μπιλμπάο, το γήπεδο της ομάδας της πόλης έχει πάρει το όνομά του από το άγιο (Σαν Μαμές), καθώς βρίσκεται δίπλα σε ναό που έχει χτιστεί προς τιμήν του, οι δε παίκτες της ομάδας ονομάζονται «τα λιοντάρια» (los leones) από το μαρτύριο του αγίου.
Ἀπολυτίκιον (Ήχος γ’. Θείας πίστεως) Θείον βλάστημα, Μαρτύρων πέλων, ηκολούθησας, ασχέτω πόθω, τοις ενθέοις αληθώς τούτων ίχνεσι και του Σωτήρος κηρύξας το όνομα, εθαυμαστώθης σοφέ δι’ αθλήσεως. Μάμα ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Η μουσταλευριά είναι ένα φθινοπωρινό γλυκό με υψηλή θρεπτική αξία. Όπως προδίδει και το όνομά της, παρασκευάζεται από μούστο και αλεύρι! Αν έχετε φρέσκο μούστο αξίζει να φτιάξετε μουσταλευριά και να γευτείτε όλη τη νοστιμιά του φρέσκου χυμού των σταφυλιών
Σε αυτό το κάτασπρο ερημοκκλήσι, τον «Άη Γιάννη το Σχίνο», όπως το αποκαλούν οι Ανδριώτες, εορτάζεται σήμερα στην Άνδρο η μνήμη της αποτομής της κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Το εκκλησάκι βρίσκεται στα ανατολικά της Βουρκωτής, στον δρόμο προς τα Άχλα, και ανήκει στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Άνδρου. Μονάχο του στέκει αγέρωχο και απέρριτο στην ερημιά, όπως έζησε και ο μεγάλος άγιός του, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και Βαπτιστής, που το σκέπει από τα αγριοκαίρια και τ’ αγιάζι.
«Ποιητής» με όλη τη σημασία της λέξης, άοκνος δημιουργός, ακοίμητος οραματιστής, αρχιτέκτων, φιλόσοφος και στοχαστής, αιώνιος δάσκαλος..! Δημήτρης Πικιώνης (1887-1968)
Μεγάλο το χρέος στον Πικιώνη για τον δρόμο που άνοιξε και για ό,τι δίδαξε στην ανθρωπότητα
Η τεχνητή λίμνη Δόξα βρίσκεται στην ορεινή περιοχή του Φενεού Κορινθίας. Περιμετρικά της λίμνης υψώνονται δασωμένες βουνοκορφές, που αντικατοπτρίζονται στα νερά της δημιουργώντας ένα τοπίο ονειρικό!
Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι Μαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου…
Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι Μαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου…
Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι Μαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου…
Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι Μαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου…
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]