
Κράτησα τη ζωή μου
Γιώργος Σεφέρης
Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεββάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά͘͘͘· τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδεβαράν.
Κράτησα τη ζωή μου,
κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξυάς,
καμμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδυάζει.
Κράτησα τη ζωή μου· στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο τού περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν, μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή, βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές· o χιονισμένος
κάμπος, ως πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν,
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκκλήσια, μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή,
δεν ξέρω πια να μιλήσω, μήτε να συλλογιστώ· ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο τής θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι τής σιωπής.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού σ’ αγγίζει
στάλες βαρειές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου,
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή,
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.
Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει, δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν, εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο· τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
πού στάθηκε μια αχτίδα τού ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.
Το χιόνι και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

Τι σημαίνει «κράτησα τη ζωή μου»;
Όταν ο Οδυσσέας έπρεπε να περάσει από τον τόπο των Σειρήνων ζήτησε από τους συντρόφους του να τον δέσουν πάνω στο κατάρτι του πλοίου του, ώστε να μην παρασυρθεί από το γλυκό τραγούδι τους και τρέξει κοντά τους, γιατί θα τον μάγευαν και με την απόκοσμη γοητεία και την ισχυρή έλξη που ασκούσαν σε κάθε πλάσμα που τις πλησίαζε, θα τον παγίδευαν και θα τον κρατούσαν για πάντα υπόδουλό τους.
Όταν ο Ιωσήφ ο Πάγκαλος, που είναι η προτύπωση του ίδιου του Χριστού στην Αγία Γραφή, έγινε στόχος των ερωτικών ορέξεων της ακόλαστης γυναίκας του Πετεφρή, έτρεξε με τόση δύναμη μακριά της, ώστε ο χιτώνας που φορούσε σχίστηκε και απέμεινε στα χέρια της που τον έσφιγγαν στην αγκαλιά της. Προτίμησε να βγει στον δρόμο γυμνός παρά να μείνει και να υποκύψει στο άνομο κάλεσμά της.
Όταν οι Άγιοι μάρτυρες προσήχθησαν ενώπιον βασιλέων και κριτών προτίμησαν, χωρίς να δειλιάσουν, τη σκληρή και βάναυση οδό του μαρτυρίου, του ασύλληπτου πόνου και των φρικτών βασανιστηρίων, ενώ μπορούσαν προσκυνώντας τα είδωλα ή εξισλαμιζόμενοι οι νεομάρτυρες, να κερδίσουν μια ζωή γεμάτη ανέσεις, πλούτη, αξιώματα και κοινωνική αναγνώριση.
Όταν οι ηρωικές Σουλιώτισσες αντίκρυσαν τις ορθές των βαρβάρων να τις κυνηγούν για να τις ατιμάσουν, χωρίς δεύτερη σκέψη έτρεξαν μαζί με τα μικρά παιδιά τους στο ύψωμα του Ζαλόγγου και γκρεμίστηκαν στα βάραθρα γράφοντας μία από τις πιο συγκλονιστικές και ένδοξες σελίδες της ιστορίας των Ελλήνων. Προτίμησαν τον τιμημένο θάνατο, όσο φρικτός και αν ήταν, παρά τη σκλαβιά και την απώλεια της πίστης τους.
Έρχεται η ώρα, αργά ή γρήγορα, στη ζωή του κάθε ανθρώπου που καλείται να κάνει τις επιλογές που θα τον κρατήσουν σύμφωνο με το ήθος και την πίστη του ή θα τον καταστήσουν προδότη τους. Σήμερα, που δεν έχουμε μια συγκεκριμένη ξεκάθαρη απειλή κατά της ίδιας μας της ζωής, όπως οι πρώτοι Χριστιανοί ή οι ξεσηκωμένοι ραγιάδες, καλούμαστε συχνά ακόμα και καθημερινά να αντιμετωπίσουμε μια μικρή ή μεγαλύτερη τέτοια εσωτερική πάλη με τον ίδιο τον εαυτό μας και να αποφασίσουμε πώς θα πορευτούμε αντιμέτωποι με πολλές και διαφορετικές σειρήνες, προκλήσεις, εχθρούς, κινδύνους και μαρτύρια… όχι μόνο στην προσωπική αλλά και στη δημόσια, κοινωνική ζωή και στη συναναστροφή μας με δεκάδες πρόσωπα.
Πρόσωπα και καταστάσεις που συνιστούν τα «κίτρινα δέντρα» της εποχής μας, από τα οποία ο Ποιητής, τόσο ωραία, μας εφιστά την προσοχή να απέχουμε κρατώντας τη ζωή μας στον δρόμο που εμείς χαράξαμε και επιθυμούμε για αυτήν σύμφωνα με το ήθος μας και τις αρχές μας.
Στίχοι αιώνιοι που δεν θα σταματήσουν ποτέ να μιλούν στον καθέναν από μας και να μας οδηγούν ως νοητές πυξίδες!
Η αξεπέραστη ερμηνεία του Αντώνη Καλογιάννη:
Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης, ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937,
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, Ερμηνεία: Αντώνης Καλογιάννης