
Η δραματική απεικόνιση της τελευταίας συνάντησης της Hellelil και του Hildebrand (Ελελίλ και Χίλντεμπραντ) από τον Frederic William Burton, ψηφίστηκε από το ιρλανδικό κοινό ως ο πλέον αγαπημένος πίνακας του Ιρλανδικού έθνους το έτος 2012, ενώ έχει γίνει εξαιρετικά δημοφιλής και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου δεν σταματά να κερδίζει ολοένα και νέους θαυμαστές παγκοσμίως, που περιγράφουν τον πίνακα ως «μια στιγμή που σου κόβει την ανάσα» και «που σου αλλάζει τη ζωή».
Το έργο με τίτλο «Hellelil and Hildebrand» ή «Συνάντηση στις σκάλες του Πύργου» δημιουργήθηκε το 1864, με θέμα την ιστορία αγάπης της αρχοντοπούλας Ελελίλ, η οποία ερωτεύτηκε τον υπασπιστή της, τον ιππότη Χίλντεμπραντ. Όταν ο πατέρας της το έμαθε εξοργίστηκε και έστειλε τους επτά αδερφούς της να σκοτώσουν τον Χίλντεμπραντ. Ο πίνακας απεικονίζει τη στιγμή λίγο πριν ο Χίλντεμπραντ πάει να αντιμετωπίσει τα αδέρφια της αγαπημένης του.
Σύμφωνα με τον θρύλο, ο Χίλντεμπραντ δίνοντας το στερνό του φιλί στην Ελελίλ, καθώς την αποχωριζόταν, της ζήτησε όσο θα διαρκούσε η αναμέτρησή του με τα αδέρφια της να μην προφέρει το όνομά του, όπως και έγινε με τον Χίλντεμπραντ να σκοτώνει τον έναν μετά τον άλλο όλους τους αδερφούς της Ελελίλ μέχρι που έφτασε στον νεότερο. Τότε η Ελελίλ συντετριμμένη ξέχασε την εντολή του αγαπημένου της και φώναξε το όνομά του εκλιπαρώντας τον να λυπηθεί τον νεότερο αδερφό της και να τον αφήσει να ζήσει, αποσπώντας έτσι ακούσια την προσοχή του εραστή της. Τότε ο μικρότερος αδερφός εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και ορμώντας εναντίον του Χίλντεμπραντ του κατάφερε ισχυρό πλήγμα με αποτέλεσμα, λίγο αργότερα εκείνος να υποκύψει στα τραύματά του.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με τον θρύλο, ο μικρός αδερφός έδεσε την Ελελίλ στο άλογό του και την έσυρε ως τον πύργο όπου κατοικούσαν. Εκεί αφού την κλείδωσε για πολύ καιρό, την υπέβαλε σε βασανισμούς και τελικά την πούλησε σκλάβα αντί μιας καμπάνας εκκλησίας. Αργότερα η Ελελίλ βρέθηκε στην υπηρεσία μίας Δανής βασίλισσας, στην οποία διηγήθηκε την ιστορία της και στη συνέχεια απεβίωσε και εκείνη.
Ο ζωγράφος απέδωσε τη σκηνή μέσα από τη δραματική ένταση των τελευταίων κοινών στιγμών του ζευγαριού, όπου κυριαρχούν το πάθος του γενναίου Χίλντεμπραντ για την αγαπημένη του και η τραγική ομορφιά της Ελελίλ, της οποίας η εσωτερική σύγκρουση και η οδύνη εκφράζονται με το στραμμένο πάνω στον τοίχο πρόσωπό της, καθώς γνωρίζει ότι όποιο και αν θα είναι το αποτέλεσμα της αναμέτρησης, θα φέρει αβάσταχτη για εκείνη συντριβή, αφού θα πρέπει να θυσιαστεί είτε ο αγαπημένος της είτε τα ίδια της τα αδέρφια.
Στον πίνακα κυριαρχούν οι μεγάλες, ζωηρές αποχρώσεις του κόκκινου και του μπλε, για να αποδώσουν με τόλμη την τελευταία συνάντηση του ζευγαριού πριν από τον τραγικό θάνατο του Hildebrand. Ο ιππότης συναντά την αγαπημένη του Hellelil για μια τελευταία αγκαλιά. Σφίγγει το χέρι της σαν να θέλει να πάρει μαζί του τη μυρωδιά της, να κλείσει μέσα του ολόκληρη την αίσθηση της ύπαρξής της πριν την αποχωριστεί για να συναντήσει τη σκληρή του μοίρα -έναν θάνατο ενορχηστρωμένο από τον δόλιο και άκαρδο πατέρα της.

Ο Ιρλανδός ζωγράφος Φρέντερικ Γουίλιαμ Μπάρτον
γνωστός για το ρομαντικό έργο του που επηρεάστηκε
από τους προραφαηλικούς ζωγράφους
Πρόκειται για μια ιστορία αγάπης τόσο παλιά όσο και ο χρόνος: ένας υπασπιστής ερωτεύεται την πριγκίπισσα που προστατεύει, χωρίς όμως να μπορούν να παραμείνουν μαζί. Ενώ το κοινό του πίνακα ενδέχεται να μην γνωρίζει την ιστορία των μορφών και το θλιβερό τέλος που τους περιμένει, τα έντονα συναισθήματα στα πρόσωπά τους κάνουν καθέναν να αναρωτιέται τι συμβαίνει.
Η ιστορία προέρχεται από μια μεσαιωνική δανέζικη μπαλάντα που μεταφράστηκε με τον τίτλο «Hellalyle and Hildebrand» από τον φίλο του ζωγράφου Whitley Stokes και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Fraser’s Magazine», το 1855 (τεύχος 51, σελ. 89). Στην απόδοση του Στόουκς η Χελελίλ είναι εκείνη που αφηγείται την ιστορία του έρωτά της πριν υποκύψει στο δικό της τραγικό τέλος.
Ο ζωγράφος Φρειδερίκος Γουλιέλμος Μπάρτον (1816-1900) γεννήθηκε στην Ιρλανδία και ξεκίνησε την καριέρα του ως ζωγράφος μικρογραφιών πορτρέτων και αρχαίων μνημείων. Στη συνέχεια μετακόμισε στο Λονδίνο για να βιοποριστεί ως ζωγράφος ακουαρέλας και αργότερα έγινε Διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης. Ήταν θαυμαστής των προραφαηλικών ζωγράφων, γεγονός που γίνεται φανερό και τον πιο διάσημο πίνακά του.
Από το ντεμπούτο του, ο πίνακας «Συνάντηση στις σκάλες του Πύργου» είχε συγκινήσει έντονα το κοινό με την απροκάλυπτη και δραματική απεικόνιση της αγάπης. Ο Τζορτζ Έλιοτ, διάσημος μυθιστοριογράφος και φίλος του Μπάρτον εκείνη την εποχή, σχολίασε τον πίνακα, λέγοντας πως: «Μπορεί να τον είχαν παρουσιάσει ως το πιο χυδαίο πράγμα στον κόσμο, όμως ο καλλιτέχνης τον είχε ανεβάσει στο υψηλότερο επίπεδο του εκλεπτυσμένου συναισθήματος».
Το φιλί ως μυστήριο
Από την πρώτη στιγμή, η «Συνάντηση στις σκάλες του Πύργου» υπήρξε εξαιρετικά δημοφιλής στην Ιρλανδία, κερδίζοντας μάλιστα τον τίτλο του πιο αγαπημένου πίνακα του ιρλανδικού έθνους, το 2012. Ο πίνακας, που σήμερα φυλάσσεται στην Εθνική Πινακοθήκη της Ιρλανδίας στο Δουβλίνο, προσελκύει χιλιάδες θαυμαστές του κάθε εβδομάδα που κάνουν ουρά για να τον δουν.

The Meeting on the Turret Stairs (1864) by
Frederic William Burton (National Gallery of Ireland)
Για να δημιουργήσει το περίφημο έργο του ο Μπάρτον χρησιμοποίησε γκουάς, ένα είδος υδατοδιαλυτού χρώματος που δίνει στον πίνακα τα ζωντανά χρώματα, για τα οποία είναι τόσο γνωστός. Η τεχνική ωστόσο του γκουάς είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στο φως και επιρρεπής στο ξεθώριασμα με την πάροδο του χρόνου, αν εκτεθεί σε άμεσο ηλιακό φως ή σε έντονη υπεριώδη ακτινοβολία. Λόγω της ευαισθησίας του πίνακα, οι επιμελητές της Πινακοθήκης λαμβάνουν διάφορα προστατευτικά μέτρα για να διατηρήσουν την ποιότητα και την ακεραιότητα του έργου. Κατ’ αρχάς το έργο εκτίθεται στο κοινό μόνο για δύο ώρες την εβδομάδα, ενώ και η ένταση του φωτός παραμένει χαμηλή. Τέλος, ένα μέλος του προσωπικού επιστρέφει τον πίνακα σε ένα ειδικά σχεδιασμένο ντουλάπι, μόλις τελειώσουν οι ώρες έκθεσής του στο κοινό, μέσα από μια σχολαστική, ευλαβική διαδικασία που έχει επικρατήσει να γίνεται ως παράδοση και ως μια μορφή καθιερωμένης τελετουργίας.
Ο πίνακας αποπνέει την ιερότητα, το μεγαλείο και την αγνή ομορφιά της αληθινής αγάπης που έχει τη δύναμη και την αντοχή να υπερβαίνει ακόμα και τον θάνατο. Τα πρόσωπα εκφράζουν την πίστη, την αφοσίωση, το εσωτερικό φως και τη γαλήνη παρόλο που ξέρουν ότι τα χωρίζει μόλις μια ανάσα από την πιο φρικτή μοίρα. Ο Χίλντεμπραντ φιλάει ευλαβικά την αγαπημένη ύπαρξη ξέροντας ότι λίγο μετά μπορεί και να μην υπάρχει πια, όμως αυτή τη μοναδική στιγμή που συνέλαβε ο πίνακας, είναι για πάντα δική του και εκείνος δικός της. Τόσο στη μορφή όσο και στην ουσία της, η «Συνάντηση στις Σκάλες του Πύργου» συμπυκνώνει τη δύναμη και τον θρίαμβο της αγάπης.
Παρά την ευαισθησία των υλικών του, αν και πέρασαν 162 χρόνια από τη δημιουργία του, ο πίνακας διατηρεί και σήμερα ολοζώντανα τα χρώματά του όσο και την αγάπη του ζευγαριού, αφού ανεξάρτητα από το τι συνέβη στη συνέχεια της σκηνής, τα πρόσωπα παρέμειναν έτσι παγωμένα μέσα στον χρόνο, μαζί για πάντα, με την αγάπη τους να διαρκεί αιώνια. Στις αξιομνημόνευτες λεπτομέρειες του πίνακα ανήκουν τα λίγα θρυμματισμένα λευκά ροδοπέταλα πλάι στο αριστερό πόδι της Hellelil. Η Δρ. Caroline Campbell, Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης της Ιρλανδίας, λέει στο BBC ότι τα λευκά τριαντάφυλλα συμβολίζουν την αγνότητα και την αφοσίωση.
Η Δρ. Campbell τρέφει ιδιαίτερο θαυμασμό για τον πίνακα: «Όταν τον είδα για πρώτη φορά, εντυπωσιάστηκα από το εκθαμβωτικό μπλε του φορέματος της Hellelil, τα φωτεινά χρώματα και την ένταση της στιγμής που απεικονίζεται, παρόλο που ο Hildebrand και η Hellelil δεν κοιτάζονται καν», λέει και συμπληρώνει ότι «ο Hildebrand φιλάει το χέρι της Hellelil, όμως εκείνη έχει γυρισμένο από την άλλη πλευρά το πρόσωπό της, ίσως επειδή δεν μπορεί να ελέγξει το έντονο συναίσθημα που νιώθει. Μου άρεσε επίσης η θεατρικότητα της αναμονής για το άνοιγμα του ντουλαπιού και η “μεγάλη αποκάλυψη”, όταν είδα την πραγματική ακουαρέλα για πρώτη φορά».
Συγκλονιστικό αποτέλεσμα
Από το τρυφερό αγκάλιασμα του Hildebrand μέχρι τον συμβολισμό και τον αισθησιασμό της γλώσσας του σώματός τους και την ένταση των χρωμάτων, υπάρχουν αρκετοί λόγοι για τους οποίους αυτός ο πίνακας έχει γοητεύσει τόσο κόσμο όλα αυτά τα χρόνια. Μολονότι τη σκηνή του πίνακα ακολούθησε ο θάνατος τόσων ανθρώπων, αντί να επικεντρωθεί στην αιματοχυσία, ο Burton αποφάσισε να αναδείξει τον ρομαντικό έρωτα του ζευγαριού, επιλέγοντας να απεικονίσει μια φανταστική ύστατη, τρυφερή συνάντηση, στη στενή σκάλα ενός πέτρινου πύργου, μόλις λίγη ώρα πριν το συγκλονιστικό αποτέλεσμα.

Ο πίνακας εκτίθεται μόνο δύο ώρες την εβδομάδα
στην Εθνική Πινακοθήκη της Ιρλανδίας
Ο πίνακας αποτελεί έμβλημα αξεπέραστου ρομαντισμού για δεκαετίες μεταξύ των ιστορικών τέχνης και των Ιρλανδών, και τώρα χάρη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μια ολόκληρη νέα γενιά θαυμαστών τον ανακαλύπτει για πρώτη φορά. Σε μια εποχή που η γνήσια έκφραση της αγάπης ολοένα και συρρικνώνεται, η εμβληματική αυτή ωδή του Burton στον ρομαντισμό παραπέμπει σε καιρούς που οι δηλώσεις αγάπης γίνονταν αυτοπροσώπως και οι εραστές ήταν πρόθυμοι να τα ρισκάρουν όλα για ένα τελευταίο φιλί. Η έκθεση «Η Συνάντηση στις Σκάλες του Πύργου» μοιάζει ταυτόχρονα με μια μεσαιωνική χρονοκάψουλα του 1864 και ταυτόχρονα με αυτό που έχει απόλυτη ανάγκη το 2026.
Η έκθεση «Η Συνάντηση στις Σκάλες του Πύργου» είναι διαθέσιμη στο κοινό κάθε Πέμπτη ώρα 11:30-12:30 GMT και τις Κυριακές ώρα 14:00-15:00 GMT στην Εθνική Πινακοθήκη της Ιρλανδίας, στο Δουβλίνο.
Πηγή: bbc.com, en.wikipedia.org