Ο ευχαριστιακός τρόπος ζωής και ο ρόλος του ανθρώπου στη δημιουργία

Ο σεβασμιότατος Επίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ εκοιμήθη σήμερα, Τετάρτη 24 Αυγούστου 2022, σε ηλικία 88 ετών. Τον τελευταίο καιρό αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας τα οποία υπέμενε, από την πρώτη στιγμή, με πίστη και υπομονή. Το παρόν αποτελεί αναδημοσίευση παλαιότερου άρθρου μας στο ιστολόγιο, αφιερωμένου σε εκείνον. Καλό Παράδεισο και ένα μεγάλο «Ευχαριστώ» για όσα μας δίδαξε με τη ζωή, το έργο, τη γραφή και το μοναδικό του παράδειγμα…

Ο άνθρωπος είναι ένα ζωντανό πλάσμα
που έχει λάβει την κλήση να γίνει Θεός

Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Ware

«Ως εικόνα του Θεού ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να υπερβαίνει τον εαυτό του, να μεσιτεύει ανάμεσα στις ακρότητες και να τις οδηγεί στην αρμονία. Το ανθρώπινο ον δεν είναι πρωταρχικά ένα λογικό ζώον, ούτε ακόμη ένα πολιτικό ζώον, αλλά πολύ πιο θεμελιακά ένα ευχαριστιακό ζώον. Το υψηλότατο προνόμιο και η υπέρτατη κλήση μας, η πράξη η οποία μας πραγματώνει αυθεντικά, είναι να προσφέρουμε τον κόσμο ως ευχαριστία πίσω στον Θεό. Η ίδια η οικολογική κρίση έδειξε πως αυτό που χρειάζεται να επιδείξουμε είναι ένα ευχαριστιακό και ασκητικό πνεύμα, μια στάση αυτοπεριορισμού, κενωτικής απλότητας στον συνολικό τρόπο ζωής μας, μια θέληση να διακρίνουμε, και ως κοινότητες και σε προσωπικό επίπεδο, ανάμεσα σε αυτό που θέλουμε και σε αυτό που χρειαζόμαστε. Το γεγονός ότι θέλουμε κάτι, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχουμε και το δικαίωμα να το αποκτήσουμε. Αυτό είναι ένα μάθημα που οι καταναλωτικές κοινωνίες σε όλον τον κόσμο δεν επιθυμούν να διδαχθούν. Με μια λέξη, εννοούμε ένα πνεύμα επώδυνης θυσίας. Άλλωστε η τελεία αγάπη είναι η θυσιαστική αγάπη. Να προσφέρεις τον κόσμο πίσω στον Θεό ευχαριστιακά, σημαίνει να προσφέρεις την ίδια σου τη ζωή ως θυσία στον Θεό, για χάρη των συνανθρώπων σου. Μόνο που με μια τέτοια θυσία, θα ανακαλύψουμε ότι δεν χάνουμε άλλα κερδίζουμε». Τα σοφά τούτα λόγια ανήκουν σε έναν από τους σπουδαιότερους θεολόγους του καιρού μας, στον π. Κάλλιστο Ware και τα καταθέτουμε ως μία από τις πιο γνήσιες ορθόδοξες μαρτυρίες για το θαύμα της ζωής, τον άνθρωπο και τη θέση του στη δημιουργία.

Ως ένα βασικό στοιχείο της χριστιανικής μας Ανθρωπολογίας κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα, χρειάζεται να επανενεργοποιήσουμε την ελληνική πατερική ιδέα του ανθρώπινου προσώπου ως μεσίτη μεταξύ ουρανού και γης, ως κοσμικού λειτουργού, ως ιερέα της δημιουργίας. Για να καταλάβουμε την ανθρώπινη κλήση μας ως μεσίτες και ιερείς, ας πάρουμε δύο αντιπροσωπευτικές αναφορές των Πατέρων, την πρώτη από τον άγιο Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό και τη δεύτερη από τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.

Από τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα και εξής, μια μακρά σειρά Πατέρων συγγραφέων περιγράφουν την ανθρώπινη ύπαρξη ως «μεθόριο». Τέτοια ακριβώς είναι η προσέγγιση του Γρηγορίου Ναζιανζηνού, αν και δεν χρησιμοποιεί αυτή τη συγκεκριμένη λέξη. Το ανθρώπινο πρόσωπο, λέει, είναι «διττή ύπαρξη … επίγειο άλλα και ουράνιο, πρόσκαιρο αλλά και αθάνατο, ορατό αλλά και νοητό». Οι άγγελοι ανήκουν στο αόρατο και πνευματικό επίπεδο της πραγματικότητας, τα ζώα στο υλικό και φυσικό.

Τα ανθρώπινα πρόσωπα μόνο ανήκουν και στα δύο επίπεδα ταυτόχρονα, κατέχοντας μ’ αυτόν τον τρόπο και ένα υλικό σώμα και μια νοερά ψυχή. Ίσως να μην βρίσκονται στην κορυφή της δημιουργίας -οι περισσότεροι από τους Πατέρες, αν και όχι όλοι, θεωρούν ότι οι άγγελοι κατέχουν υψηλότερη θέση στην ιεραρχία των όντων- αλλά, αν όχι στην κορυφή, οι άνθρωποι βρίσκονται σίγουρα στο κέντρο και στο σταυροδρόμι της κτιστής τάξης. Η ανθρώπινη φύση, ακριβώς επειδή είναι μικτή -«στα όρια» ανάμεσα στο πνευματικό και στο υλικό, είναι περισσότερο σύνθετη από την αγγελική, και ως συνέπεια αυτής της μεγαλύτερης συνθετότητας κατέχει πλουσιότερες δυνατότητες.

Αγκαλιάζοντας έτσι όλη την ποικιλία της δημιουργίας, κάθε ανθρώπινη ύπαρξη είναι, με τα λόγια του Γρηγορίου, ένας δεύτερος κόσμος, ένα μεγάλο σύμπαν μέσα σε ένα μικρό («οίον τινα κόσμον δεύτερον, εν μικρώ μέγαν»). Εδώ σκόπιμα αντιστρέφει την γνωστή ελληνική αντίληψη για την ανθρώπινη ύπαρξη ως μικρόκοσμο. Το «μεγάλο σύμπαν» δεν είναι ο εξωτερικός κόσμος, αν και εκτείνεται για εκατομμύρια έτη φωτός στο αστρικό διάστημα. Ασύγκριτα πιο απέραντο είναι το εσωτερικό της ανθρώπινης καρδίας. Εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε μικρόκοσμος άλλα μακρόκοσμος.

Μένει όμως να ειπωθούν περισσότερα από αυτά. Δημιουργημένο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού το ανθρώπινο πρόσωπο δεν είναι μόνο μικρόκοσμος, ούτε μόνο μακρόκοσμος, άλλα επίσης -πολύ βαθύτερα και ουσιαστικότερα- μικρός θεός. Ως όντα αποτελούμενα και από ύλη και από μη-ύλη, είμαστε ο καθένας imago mundi, «εικόνα του κόσμου», προικισμένοι με την κλήση να εξισορροπήσουμε, να συμφιλιώσουμε και να εναρμονίσουμε σύνολη τη δημιουργημένη τάξη εντός και μέσω του εαυτού μας. Αλλά, πέρα και πάνω από αυτά, ως imago Dei, ως «εικόνα του Θεού», έχουμε επίσης τη δυνατότητα μέσω της θείας χάριτος να υπερβούμε τον εαυτό μας και, δια και μέσω αυτής της αυθυπερβατικής πράξης, να προσφέρουμε τον κόσμο πίσω στον Θεό. Ο Γρηγόριος βλέπει την ανθρώπινη σωτηρία με τους όρους της θέωσης ή «θεοποίησης». Το ανθρώπινο ον είναι, όπως λέει, ζώον θεούμενον, «ένα ζώο το οποίο θεοποιείται», ένα ζωντανό πλάσμα που έχει λάβει την κλήση να γίνει Θεός. Και με το να θεοποιούμαστε, ενώνουμε τη δημιουργία με τον Δημιουργό.

Ο Γρηγόριος δεν είναι τυφλός εμπρός στην πραγματικότητα της πτώσης και της ανθρώπινης αμαρτίας. Αντίθετα, δίνει έμφαση στο εύθραυστο και διφορούμενο της ανθρώπινης κατάστασης, καθώς είμαστε τοποθετημένοι στο μέσον «ανάμεσα στη μεγαλειότητα και στην ταπεινότητα» («μέσον μεγέθους και ταπεινότητος»), για να χρησιμοποιήσουμε τα δικά του λόγια. Είμαστε πλάσματα απείρων δυνατοτήτων, που στην πράξη πολύ συχνά, με τραγικό τρόπο, αποτυγχάνουμε να πραγματοποιήσουμε τις ευκαιρίες μας. Είμαστε ικανοί για τόσα πολλά, αλλά στην πράξη επιτυγχάνουμε τόσο λίγα. Αλλά, παρά την πτωτικότητα και την αποτυχία μας, παραμένουμε κατ’ εικόνα Θεού και κατέχουμε τη θεόσδοτη δυνατότητα της θέωσης.

Ως συνέπεια της μικτής μας φύσης και της δημιουργίας μας κατ’ εικόνα Θεού, μπορούμε ακόμη να ενώσουμε γη και ουρανό, μεσολαβώντας ανάμεσα στα δύο, κάνοντας τη γη ουράνια και τον ουρανό γήινο. Ο Γρηγόριος αποκαλεί αυτή τη δυνατότητα της θέωσης «το μεσουράνημα του [ανθρώπινου] μυστηρίου». Η χρήση σε αυτή τη συνάφεια του όρου «μυστήριο» είναι πολύ σημαντική. Όπως ο Γρηγόριος Χύσσης, έτσι και ο Ναζιανζηνός βλέπει την ανθρωπινή κλήση σε μια αποφατική προοπτική, ως ένα μυστήριο πέρα από την κατανόησή μας.

Ο Μάξιμος ο Ομολογητής επίσης προσεγγίζει το ανθρώπινο πρόσωπο με όρους μεσιτείας. Όπως για τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό εμείς, τα ανθρώπινα πρόσωπα, είμαστε «επίγεια αλλά και ουράνια […] ορατά αλλά και νοητά», έτσι και για τον Μάξιμο είμαστε ο καθένας ένα «εργαστήριο που περικλείει τα πάντα με έναν περιεκτικό τρόπο» («ώσπερ τι των όλων συνεκτικώτατον εργαστήριον»). Λόγω της συνθετότητας της ανθρώπινης φύσης, ταυτόχρονα υλικής και νοητής, σχετιζόμαστε με όλα τα ακραία στοιχεία εντός της δημιουργημένης τάξης, και έτσι καλούμαστε να «μεσιτεύσουμε» ανάμεσα σε όλες αυτές τις ακρότητες και να τις οδηγήσουμε στην αρμονία, «το εγγύτερο με το απώτερο, το χαμηλότερο με το υψηλότερο» («από των προσεχών επί τα πόρρω, και των ηττόνων επί τα κρείττονα»).

Το ανθρώπινο πρόσωπο είναι, επομένως, όπως το θέτει ο Μάξιμος, «ένας φυσικός σύνδεσμος ενότητας». Εν τούτοις, η ανθρώπινη κλήση εκτείνεται ακόμη μακρύτερα από αυτό. Δεν μας καλεί ο Θεός μόνο να ενοποιήσουμε τη δημιουργημένη τάξη εντός της, αλλά -φέροντας τη θεία εικόνα μέσα στις καρδιές μας- καλούμαστε να ενώσουμε το δημιουργημένο (κτιστό) με το αδημιούργητο (άκτιστο). Αυτό πρέπει να φέρουμε σε πέρας, σύμφωνα με το Μάξιμο, μέσα από τη δύναμη της αγάπης.

Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός και ο Μάξιμος ο Ομολογητής δεν φαντάζονται με κανένα τρόπο ότι τα ανθρώπινα όντα μπορούν να πραγματοποιήσουν αυτό το μεσιτικό καθήκον απομονωμένα και χωρίς βοήθεια, με τις δικές τους εσωτερικές δυνάμεις. Αντίθετα, αυτή η μεσιτεία είναι δυνατή μόνο εν Χριστώ και διά του Χριστού, του Θεανθρώπου. Είναι αυτός, ο Δεύτερος Αδάμ, και τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, που αποτελεί τον ένα και αληθινό μεσίτη. Είναι Αυτός που συγκρατεί τα πάντα ενωμένα (Κολ. 1,17) και που τα συνάγει και τα ανακεφαλαιώνει: «ανακεφαλαιώσασθαι τα πάντα εν τω Χριστώ» (Εφ. 1, 10). Μόνο δι’ Αυτού και εν Αυτώ, σαν αποτέλεσμα της Ενανθρώπησής Του, της Σταύρωσης και της Ανάστατής Του, μπορούμε εμείς οι άνθρωποι να ενεργήσουμε ως ο μεσιτικός θεσμός και γέφυρα της Δημιουργίας. Θεοποίηση σημαίνει Χριστοποίηση.

Εδώ, λοιπόν, είναι μια θεολογική κατανόηση του ανθρώπινου προσώπου που μπορεί να μας καθοδηγήσει και να μας εμπνεύσει στον 21ο αιώνα, καθώς παλεύουμε με τα ακανθώδη προβλήματα της βιοηθικής και της οικολογίας, και καθώς αναμετριόμαστε με τον πολυπολιτισμικό πλουραλισμό. Συνοψίζοντας αυτό που ο Γρηγόριος και ο Μάξιμος εννοούν όταν παρουσιάζουν το ανθρώπινο ον ως μικρόκοσμο και μεσίτη, μπορούμε να πούμε ότι το ανθρώπινο ζώον δεν είναι πρωταρχικά ένα λογικό ζώον, ούτε ακόμη ένα πολιτικό ζώον, αλλά πολύ πιο θεμελιακά ένα ευχαριστιακό ζώον.

Το υψηλότατο προνόμιο και η υπέρτατη κλήση μας, η πράξη η οποία μας πραγματώνει αυθεντικά, είναι να προσφέρουμε τον κόσμο ως ευχαριστία πίσω στον Θεό: «Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα και διά πάντα». Αντί να μιλήσουμε για τους εαυτούς μας ως βασιλιάδες και διαχειριστές του κτιστού κόσμου, οφείλουμε να δούμε τους εαυτούς μας ως ιερείς της δημιουργίας, ως προσφέροντες και λειτουργούς. Βέβαια αυτή η κοσμική ιεροσύνη μπορεί να εξασκηθεί μόνο διά της χάριτος του Ιησού Χριστού, του μόνου Αρχιερέως.

Προσφορά όμως σημαίνει θυσία και η ανάλυσή μας για την ανθρώπινη κλήση δεν θα είναι ισορροπημένη, αν δεν το αποδεχτούμε αυτό. Όπως επέμενε ο μακαριστός Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος, στο χριστουγεννιάτικο μήνυμά του το 1989 σχετικά με την οικολογική κρίση, αυτό που χρειάζεται να επιδείξουμε είναι ένα «ευχαριστιακό και ασκητικό πνεύμα». Αυτά τα δύο, η Ευχαριστία και η άσκηση, συμβαδίζουν. Σε έναν πεπτωκότα κόσμο, όπου πλεονάζει η αμαρτία, δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική ευχαριστιακή πράξη χωρίς αυταπάρνηση. Για να είναι ευχαριστιακό ζώον το ανθρώπινο πρόσωπο πρέπει επίσης να είναι και ασκητικό ζώον.

Με τον ασκητισμό ο Πατριάρχης Δημήτριος δεν εννοούσε βέβαια απλώς κανόνες για νηστεία και τον αριθμό των «μετανοιών» που κάνουμε κατά τη διάρκεια της προσευχής, αν και αυτά έχουν σίγουρα τη θέση τους στον ασκητικό μας αγώνα. Πολύ πιο θεμελιακά είχε υπόψη του μια στάση αυτοπεριορισμού, κενωτικής απλότητας στον συνολικό τρόπο ζωής μας, μια θέληση να διακρίνουμε, και ως κοινότητες και σε προσωπικό επίπεδο, ανάμεσα σε αυτό που θέλουμε και σε αυτό που χρειαζόμαστε. Το γεγονός ότι θέλουμε κάτι, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχουμε και το δικαίωμα να το αποκτήσουμε.

Αυτό είναι ένα μάθημα που οι καταναλωτικές κοινωνίες σε όλον τον κόσμο δεν επιθυμούν να διδαχθούν. Με μια λέξη, ο Οικουμενικός Πατριάρχης εννοούσε ένα πνεύμα επώδυνης θυσίας. Όπως δικαιολογημένα τόνισε ο διάδοχός του, Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, στο μήνυμά του στη μεγάλη οικολογική συνέλευση στη Βενετία, στις 10 Ιουνίου 2002, η θυσία είναι ακριβώς η «ελλείπουσα διάσταση» στη σύγχρονη οικολογική αντίληψη.

Στη θεία Λειτουργία το ευχαριστείν και προσφέρειν, η ευχαριστία και η θυσία, είναι τόσο στενά συνδεδεμένα, ώστε συνιστούν μια μοναδική πραγματικότητα, μια αδιαίρετη πράξη. Έτσι πρέπει να είναι απ’ αρχής μέχρι τέλους και σύνολη η ανθρώπινη ζωή μας, η «Λειτουργία μετά τη Λειτουργία». Δεν μπορούμε να είμαστε αυθεντικά ευχαριστιακά ζώα, αληθινοί ιερείς της δημιουργίας, αν δεν κουβαλάμε τον Σταυρό, αν ΔΕΝ μετέχουμε στην ουσιαστική αυτοπροσφορά του Χριστού, του μεγάλου Αρχιερέως μας· αν δεν θυσιάσουμε με άλλα λόγια τις ζωές μας με γενναιόδωρη αγάπη, πεθαίνοντας για να μπορέσουν άλλοι να ζήσουν.

Η τέλεια αγάπη είναι η θυσιαστική αγάπη, «Να προσφέρεις τον κόσμο πίσω στον Θεό ευχαριστιακά» σημαίνει «να προσφέρεις την ίδια σου τη ζωή ως θυσία στον Θεό, για χάρη των συνανθρώπων σου». Μόνο που με μια τέτοια θυσία, θα ανακαλύψουμε ότι δεν χάνουμε άλλα κερδίζουμε. Η κένωση οδηγεί στην πλήρωση, το άδειασμα του εαυτού μας οδηγεί στην πλήρωσή του. Όπως ο Κύριός μας ο ίδιος μας διαβεβαίωσε, αν απολέσουμε τη ζωή μας για χάρη Του θα την κερδίσουμε (Ματθ. 10,39). Με τα λόγια του C.S. Lewis: «Τίποτε δεν θα είναι πραγματικά δικό σου, αν πρώτα δεν το παραδώσεις».

Εδώ, λοιπόν, έχουμε τρία στοιχεία -μυστήριο, εικόνα, μεσίτης- τα οποία, όπως πιστεύω, θα αποδειχθούν κεντρικά στις ανθρωπολογικές διερευνήσεις μας εντός του πολυπολιτισμικού πλουραλισμού της νέας χιλιετίας. Υπάρχουν αναμφισβήτητα και άλλα θέματα έκτος από αυτά τα τρία τα οποία μπορούν και πρέπει να προστεθούν· το ανθρώπινο πρόσωπο, όπως ήδη σημειώσαμε, είναι ανεξάντλητο.

Όποια και αν είναι η επιλογή μας για τα κυρίαρχα θέματα, υπάρχει βέβαια ένα βαθύτερο στοιχείο, το οποίο είναι θεμελιώδες σε κάθε κατανόηση του ανθρώπινου προσώπου, και αυτό είναι η ποιότητα της αγάπης. Χωρίς αγάπη δεν είμαστε άνθρωποι. Η αγάπη κείται στην καρδιά του ανθρώπινου μυστηρίου, αυτή εκφράζει τη χριστολογική και τριαδολογική εικόνα εντός ημών, η αγάπη μας καθιστά ικανούς να δράσουμε ως ιερείς και μεσίτες της δημιουργίας.

Στις αρχές του 17ου αιώνα, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή στη φιλοσοφία, ο R. Descartes επέλεξε ως εναρκτήριο σημείο την αρχή Cogido ergo sum -«Σκέφτομαι, άρα υπάρχω», θα μπορούσε ίσως καλύτερα, καθώς το ανθρώπινο ον είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα ον που σκέπτεται, να έχει λάβει ως εναρκτήριο σημείο τη βεβαίωση Αmo, ergo sum -«Αγαπώ, άρα υπάρχω», ή, ακόμη καλύτερα, Amor, ergo sum -«Με αγαπούν, άρα υπάρχω».

Με τα λόγια του πατρός Δημητρίου Staniloae: «Αν δεν με αγαπούν, αδυνατώ να κατανοήσω τον εαυτό μου». Όπως δηλώνει ο Παύλος Evdokimov, το μεγαλύτερο γεγονός ανάμεσα στον Θεό και στο ανθρώπινο πρόσωπο -και ανάμεσα σε ένα ανθρώπινο πρόσωπο και ένα άλλο, μπορούμε να προσθέσουμε- είναι να αγαπά και να αγαπάται. Αν μπορούμε να κάνουμε την αγάπη το εναρκτήριο και το ακροτελεύτιο σημείο στη διδασκαλία μας για το πρόσωπο, η χριστιανική μας μαρτυρία στον 21ο αιώνα θα αποδειχθεί συνολικά δημιουργική και ζωοποιός.

* Ο Μητροπολίτης Διοκλείας κ. Κάλλιστος Ware, από τις σημαντικότερες εκκλησιαστικές και θεολογικές φυσιογνωμίες του καιρού μας, γεννήθηκε στην Αγγλία, το 1934. Σπούδασε Αρχαία Ελληνικά, Λατινικά, Φιλοσοφία και Θεολογία στην Οξφόρδη. Αγγλικανός από γέννηση και ανατροφή, ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με την Ορθοδοξία το 1952, γοητευμένος από την ορθόδοξη, θεία Λειτουργία και την παράδοση της μυστικής θεολογίας. Έγινε δεκτός στην Ορθόδοξη Εκκλησία το Πάσχα του 1958, ενώ το 1965 χειροτονήθηκε διάκονος· τον ίδιο χρόνο εκάρη μοναχός στη Μονή του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο. Επιστρέφοντας στην Οξφόρδη αναλαμβάνει καθήκοντα εφημερίου στην ελληνική ορθόδοξη ενορία, ενώ παράλληλα εκλέγεται Λέκτωρ στον κλάδο των Ορθοδόξων Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστήμιου της Οξφόρδης. Το 1970 γίνεται μέλος του Κολλεγίου Ρebroke της ίδιας πόλης. Το 1985 εκλέγεται επίσκοπος Διοκλείας από τη Σύνοδο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Είναι ο πρώτος Βρετανός που αναδεικνύεται επίσκοπος της Ορθόδοξης Εκκλησίας από την εποχή του Σχίσματος! Έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά τα βιβλία του «Ο Ορθόδοξος Δρόμος», «Η Ορθόδοξη Εκκλησία», «Η δύναμη του Ονόματος», «Η εντός ημών Βασιλεία», «Οικολογική κρίση και ελπίδα» κ.ά. Ο ίδιος ο επίσκοπος Κάλλιστος έχει μεταφράσει στα αγγλικά τα Μηναία, το Τριώδιο και τη Φιλοκαλία (από κοινού με τον μακαριστό Ρh. Sherrard), ενώ είναι ένας από τους συνεκδότες του γνωστού θεολογικού περιοδικού Sobornost (πηγή: pemptousia.gr).

Πηγή: Επίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware, «Η Ορθόδοξη Θεολογία στον 21ο αιώνα», εκδ. Ίνδικτος, σ. 45-58, σε: orthodoxianewsagency.gr

Στη Βυζαντινή αγιογραφία, η εικόνα των δύο κορυφαίων αυτοκρατόρων της Νέας Ρώμης, Κωνσταντίνου του Μεγάλου και Ιουστινιανού Α’, που προσφέρουν στην Κυρία Θεοτόκο την Πόλη και το ύψιστο δημιούργημά της, τον ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας, μέσα από το απαράμιλλης τέχνης ψηφιδωτό της νοτιοδυτικής πύλης της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, απεικονίζει περίτρανα την ιδέα της ευχαριστιακής στάσης ζωής που κυριάρχησε σε ολόκληρη την ιστορία και την κληρονομιά του Βυζαντίνου. Εδώ ο Αυτοκράτορας δεν είναι ένας απόμακρος -ή ακόμα και σκληρός ή απάνθρωπος ηγεμόνας, αλλά «ο πρώτος που γίνεται έσχατος» για χάρη του λαού του.

Ο «υπήκοος πάντων μέχρι θανάτου», που διαισθάνεται και φέρει στο ακέραιο την ευθύνη του ιερού καθήκοντος με το οποίο είναι επιφορτισμένος: να επιστρέφει ανά πάσα στιγμή την πόλη του και το λαό του, όπου τον έταξε ο Θεός, ευχαριστιακά, μυστηριολογικά και δοξαστικά πάλι πίσω σε Εκείνον, έχοντας διαφυλάξει με τη ζωή και το έργο του όλα εκείνα που του εμπιστεύτηκε ο Θεός -κτιστά και ανθρώπινα- αντάξια Εκείνου που τα έδωσε και στον οποίο αναφέρονται και προσφέρονται πάλι. Πουθενά αλλού σε ολόκληρο τον κόσμο η ιερότερη φράση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν Σοὶ προσφέρομεν» δεν βρήκε ποτέ πιο εύστοχη και αληθινή απόδοση όσο σε αυτή την αγιογραφία από τον ψηφιδωτό διάκοσμο της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως.

Ο κορυφαίος Έλληνας συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης, σε στίχους του Ιάκωβου Καμπανέλλη, και ο μεγάλος μας Ποιητής Οδυσσέας Ελύτης δίνουν τη δική τους ξεχωριστή εκδοχή για τον ευχαριστιακό τρόπο ζωής μέσα από τα έργα τους «Δόξα το Θεό» και «Το Άξιον Εστί», αντίστοιχα. Το ίδιο το «Άξιον Εστί» του Ελύτη, μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη, είναι ένα λαϊκό ορατόριο, που ξεκινώντας από την αρχετυπική απόδοση της δημιουργίας στη «Γένεση», περνά από τα μαρτυρικά «Πάθη» και καταλήγει στο «Δοξαστικόν», όπου οι κόποι, οι αγώνες και οι θυσίες του ανθρώπου και του λαού μας στεφανώνονται από τη δόξα και την επικράτηση της Δικαιοσύνης στη ζωή και στον κόσμο τον μικρό, το «Μέγα!»:

Δόξα το Θεό

Απ’ το πρωί μες στη βροχή
και μέσα στο λιοπύρι
για μια μπουκιά κι ένα ποτήρι
και δόξα το Θεό.
Παράθυρο για τ’ όνειρο
κι αυλή για το σεργιάνι
ο ίσκιος σου να μη σε φτάνει
και δόξα το Θεό.
Πέτρα στην πέτρα ολημερίς
χτίζω και δε σε φτάνω
ήλιε μου πόσο είσαι πάνω
και δόξα το Θεό.

(Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης,
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, 1963)

«Τότε εἶπε καὶ γεννήθηκεν ἡ θάλασσα καὶ εἶδα καὶ θαύμασα. Καὶ στὴ μέση της ἔσπειρε κόσμους μικροὺς κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσή μου· Ἵπποι πέτρινοι μὲ τὴ χαίτη ὀρθή καὶ γαλήνιοι ἀμφορεῖς καὶ λοξὲς δελφινιῶν ρᾶχες ἡ  Ἴος, ἡ Σίκινος, ἡ Σέριφος, ἡ Μῆλος· «Κάθε λέξι κι ἀπό ’να χελιδόνι  γιὰ νὰ σοῦ φέρνῃ τὴν Ἄνοιξη μέσα στὸ θέρος» εἶπε. Καὶ πολλὰ τὰ λιόδεντρα ποὺ νὰ κρησάρουν στὰ χέρια τους τὸ φῶς κι ἐλαφρὸ ν’ ἀπλώνεται στὸν ὕπνο σου· καὶ πολλὰ τὰ τζιτζίκια ποὺ νὰ μὴν τὰ νιώθεις ὅπως δὲ νιώθεις τὸ σφυγμὸ στὸ χέρι σου· ἀλλὰ λίγο τὸ νερὸ γιὰ νὰ το ’χεις Θεὸ καὶ νὰ κατέχῃς τί σημαίνει ὁ λόγος του· καὶ τὸ δέντρο μονάχο του χωρὶς κοπάδι γιὰ νὰ τὸ κάνεις φίλο σου καὶ νὰ γνωρίζῃς τ’ ἀκριβὸ του τ’ ὄνομα·φτενὸ στὰ πόδια σου τὸ χῶμα γιὰ νὰ μὴν ἔχεις ποῦ ν’ ἀπλώσεις ρίζα καὶ νὰ τραβᾷς τοῦ βάθους ὁλοένα· καὶ πλατὺς ἐπάνου ὁ οὐρανός γιὰ νὰ διαβάζῃς μόνος σου τὴν ἀπεραντοσύνη.

Αὐτὸς ὁ κόσμος, ὁ μικρός, ὁ μέγας!».

Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «῎Αξιόν ᾿Εστι», Γένεσις, 1959 (Ἐπιλεγμένο ἀπόσπασμα μὲ τὴν φωνὴ τοῦ Ποιητή)

kimintenia.wordpress.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s