Το Αϊβαλί και ο πολιούχος άγιός του Γεώργιος ο Χιοπολίτης (Φώτης Κόντογλου)

26 Νοεμβρίου 1807

Μαρτυρήσας εν Κυδωνίαις εν έτει αωζ’, μηνός Νοεμβρίου κς’
Συνεγράφη παρά Φωτίου Νικ. Κόντογλου, Κυδωνιέως, αγιογράφου

Τοιχογραφία του Αγίου Γεωργίου του Χιοπολίτου στον Ι.Ν. Αγ. Νικολάου Κάτω Πατησίων (οδού Αχαρνών) Αθηνών – Έργο του αγιογράφου Φωτίου Κόντογλου του Κυδωνιέως (orthodoxianewsagency.gr)

«Γεωργίω μάχαιρα πρόξενος τέλους, αυτή δε τούτω πρόξενος και του στέφους» «Γεωργίου έκκαι χάδι ταμεν αυχένα χαλκός»
Μεγαλυνάρια

«Ένδοξος εν μάρτυσιν ο κλεινός Γεώργιος ώφθη τοις Αρχαίοις
Εωσφόρος έλαμψε ..Συ ει μαρτύριον Χριστέ αγαλλίασμα»

Το Αϊβαλί (Κυδωνίες) (kosmosnf.gr)

Πιάνω πάλε σήμερα να γράψω μιά παλιά ιστορία. Δεν φταίγω αν λέγω ούλο παλιές ιστορίες. Σήμερα ο κόσμος άλλαξε ολότελα, πάνε πλιά κείνα τα χρόνια που οι άνθρωποι είχανε αντρειοσύνη, φιλότιμο, μεράκια λογιώ-λογιώ. Κι από τέτοια-τέτοια χαρίσματα γίνουνται οι ιστορίες, και διαλαλιούνται στο ντουνιά ονόματα και πίθετα π’ ως τα τότες ήτανε σαν το δικό μου και σαν το δικό σου.

Από δω που κάθουμαι βλέπω βουνά, βλέπω πολιτείες, κάστρα, κάμπους, π’ άλλα ζαμάνια ματοχωθήκανε από μοβόρους παλληκαράδες και τώρα τους αυλακώνουνε τα ξυλάλετρα. Αντίκρυ απ’ το παραθύρι που κάθουμαι φαίνουνται μέσα στο θολό πέλαγο τα βουνά της Τουρκίας.

Σε κείνα τα μέρη γεννήθηκα κ’ εγώ, κι αν ήτανε κανένας παρών τώρα που κοιτάζω κατά κει, θαν έβλεπε πως τα μάτια μου είναι δακρυσμενα. Μα κ’ εδώ, σε τουτο το νησί που πατώ, και πέρ’ από δω, τα χώματα είναι βασανισμένα απ’ τον Τούρκο. Όπου πατήσεις και όπου σταθείς, βλέπεις και θυμάσαι τη σκληρότη αυτουνού του σκύλου, που ξεπέζεψε σα μερμηγκιά απάνου σε τούτα τ’ αρχαία χώματα, μπήκε μεσ’ στα σπίτια μας, πατσαβούριασε την τιμή μας, ρούφηξε το αίμα μας. Χιλιάδες μέρες και χιλιάδες νύχτες χτυποκάρδι πώς περάσανε και βγάζει πάλε ξανά η γης ετούτη νιούς και κοπέλες! Πώς δεν ξεράθηκε για ούλους τους αιώνες το δέντρο που μαράθηκε απ’ το φαρμακερό χνώτο αυτουνού του φιδιού! Ρωτιέμαι μέσα μου και κοιτάζω και τα βουνά, ρωτώ τη γης που ’δε τόσα και τόσα, ρωτώ τη θάλασσα…

Στα γκρεμνισμένα κάστρα κείτουνται ακόμα σα θρεμμένα γουρούνια τα κανόνια με τον ντουρά του σουλτάνου, πράσινα απ’ τη σκουριά, τα μάσκουλα είναι παρατημένα δω κ’ εκεί. Οι μαρμαρένιες μπάλες, τα διπλά τοπούζια[1] στέκουνε σωροί χωμένα μέσα στη γης, για κείτουνται αλάμ-ταρλάμ[2] στο κύμα της ακρογιαλιάς. Στα ντουβάρια είναι χτισμένες οι πλάκες με τ’ άφορεσμένα ζερβοψήφια του Μεμέτη. Από μεσ’ απ’ τα ογρά κατώγια κι απ’ τους μπαρουτχανέδες, σα ν’ ακούς ακόμα τις φωνές που βγάζανε οι μαύροι βασανισμένοι με τα δαρμένα κορμιά, με τα βουλιασμένα μάτια, σγούμποι, δίχως αίμα λες και βλέπεις ακόμα τα ταγκαλάκια, τους μπασιμποζούκηδες, σταυροπόδι με τις κάμες στα ζουνάρια, με τα θεόρατα μπασλίκια στα κεφάλια, να βιγλίζουνε απάνου στις ντάμπιες. Και κατ’ απ’ το κάστρο αρχινάνε τα σπίτια, τα τουρκόσπιτα, μ’ ένα σωρό μιναρέδες δω κ’ εκεί. Οι χαραμοφάγοι πήρανε τα χωράφια, πήρανε τ’ αμπέλια, δεν αφήσανε γης μηδέ για μνημόρι. Κι ο νοικοκύρης πήγε και λούφαξε κλωτσημένος μέσα στα λαγούμια, μέσα στα χαλάσματα, πεινασμένη λεμπεσουριά. Έτσ’ είναι ο νόμος του πόλεμου για τον Τούρκο.

Και, μ’ όλο τούτο, ο ραγιάς και σε τούτη την κατάντια έθρεφε μέσα στο βερέμικο[3] κορμί αίστημα κι ανθρωπιά. Αγάλι’-αγάλι ανεράγωσε. Περάσανε χρόνια και χρόνια ως να ξεχλωμιάσει απ’ την τρομάρα που πήρε σαν έπεσ’ η Πόλη. Στο τέλος τα κατάφερε να μην περνά τη ζωή του στραβοκωλιάζοντας σαν σκύλος μπρος στους σκύλους. Είχανε κείνοι πασάδες, ντερεμπέηδες, αγάδες, μουφτήδες, είχανε κ’ οι χριστιανοί δημογερόντους, προεστούς και δεσποτάδες. Μα οι αρχόντοι τους κ’ οι προεστοί τους δεν ήτανε καλοπερασμένοι αφεντάδες, μόνο είχανε ζωγραφισμένη απάνου στα προσώπατά τους μιά πίκρα κ’ ένα μεράκι. Το μάγουλό τους ήτανε δίχως αίμα, η ματιά τους ταπεινή και θλιμμένη, το μουστάκι τους άστριφτο, τα γένια τους παρατημένα από χτένι κι από μπαρμπέρη, λες κ’ ήτανε τίποτις ασκητάδες γη άγιοι, κι όχι αρχόντοι από μεγάλα σόγια. Ο Τούρκος καμωνότανε τον φίλο, μα οι ραγιάδες δεν τον μπιστευόντανε. Οι αρχόντοι τους πεθαίνανε με την κρεμάλα και με το παλούκι. Οι παπάδες τους αγιάζανε με το χαντζάρι. Η κουβέντα τους ήτανε σαν κλάψα, το τραγούδι τους θρήνος, το περπάτημά τους τεμενάς και σελάμ αλέκιουμ. Φαρμάκι απάνου στα φαρμάκια.

Φορητή εικόνα του Αγίου Γεωργίου Χιοπολίτου
του 1847, στον Μητροπολιτικό Ναό Μεταμορφώσεως
Σωτήρος Ερμουπόλεως Σύρου (ahdoni.blogspot.com)

Η ιστορία που σκεδιάζω έγινε εκατό χρόνια πρι γεννηθώ. Μα στέκει τόσο ζωηρή μεσ’ στο μυαλό μου, που μου φαίνεται πως ήμουνα κιόλας φερμένος στον κόσμο, κ’ είδα με τα μάτια μου τα όσα ξιστορώ τόσο καλά μου τα παραστήσανε κείνοι που μ’ άναθρέψανε.

Κάθε χρόνο στις 26 του Νοέβρη αποβραδίς χτυπούσανε θλιβερά οι καμπάνες στα δώδεκα καμπαναριά της πολιτείας, κι ούλος ο κόσμος φορεμένος τα καλά του πάγαινε στο παζάρι κι άναβε κεριά και τα κολλούσε απάνω σε μια ματωμένη πέτρα, κι ανεσπαζότανε τ’ ασημωμένο κεφάλι τ’ Άγιου Γιώργη του Χιοπολίτη, που ’χε μαρτυρήσει σε κείνο το μέρος κι απάνου σε κείνη την πλάκα. Οι καμπάνες χτυπούσανε ίσαμε τα μεσάνυχτα, κι ο πιο πολύς ο κόσμος δεν κοιμότανε, μόνο διαβάζανε μέσα στα σπίτια το συναξάρι τ’ Άγιου Γιώργη, κ’ οι γέροι διηγόντουσαν το τι θυμόντανε απ’ τη σφαγή του, είτε το τι είχανε ακουστά απ’ τους γεροντότερους. Κ’ έτσι στην καρδιά μας, εμάς των μικρών, απόμνησκε μια θλίψη, που βαστούσε δυό και τρεις μέρες, κατά το αίστημα του καθενούς. Κ’ εγώ από μικρός είχα πιθυμιά να γράψω την ιστορία του για ν’ απομείνει απ’ το χέρι μου.

Τώρα που ’λειψε απ’ το πρόσωπο της γης η βασανισμένη πολιτεία που γεννήθηκα, κ’ οι εκκλησιές γενήκανε τζαμιά και τάβλες[4], ποιος ξέρει ποιος άνεμος άραγε πήρε το λείψανο τ’ Άγιου Γιώργη του Χιοπολίτη. Έμαθα πως ο δεσπότης το ’χε κατεβασμενο σε κρυψώνα, μαζί με τα θαματουργά κονίσματα και με τους κώντικες. Μα κι αυτός κι ούλοι οι παπάδες περάσανε απ’ το μαχαίρι, και δεν μπορεί πλιά κανένας να μας πει μηδέ που βρίσκεται η ματωμένη πέτρα του παζαριού.

Η πολιτεία που λέγω, αναγνώστη πικραμένε, δεν είναι καμιά από κείνες πόχουνε παλιά δόξα κι όνομα ξακουσμένο. Μηδέ Ρώμη είναι, μηδέ Αθήνα, μηδέ Τρωάδα, μηδέ καμιά απ’ τις άλλες ξακουσμένες πολιτείες. Τ’ όνομά της είναι σβησμένο κιόλας απ’ τη θύμηση του κόσμου, η στορία της σκοτεινή, η τοποθεσία της παράμερη, μ’ έναν λόγο και κείνη κι ο ιστορικός της βρίσκουνται κ’ οι δυό τους σε όμοια αφάνεια, ώστε να μη μπορεί ο ένας μας να δώσει τ’ αλλουνού κείνο που τ’ αρνήστηκε η ιστορία, τη φήμη. Αν λάχει να περάσεις με καράβι απ’ το μπουγάζι της Μυτιλήνης, θα δεις κατα κει που βγαίνει ο ήλιος κάτι χαμηλά βουνά απάνου στη στεριά της Ανατολής. Κατά τον βοριά στέκει το Κάζ Νταγ, το μεγάλο βουνό που το λέει Ίδη ο Όμηρος και πως στήν κορφή τουτουνού του βουνού καθόντανε τάχα οι Δώδεκα Θεοί και σεργιανίζανε τον πόλεμο της Τρωάδας. Αν σιμώσεις περσότερο στη στεριά, θέλεις απορέσει πώς δε φαίνεται πουθενά η πολιτεία. Ένα σωρό ρημονήσια μικρά και μεγάλα είναι σκόρπια γύρου – τριγύρου. Τότε μπαίνεις μέσα σ’ ένα στενό μπάσιμο, το Ταλιάνι λεγόμενο και, σαν τραβήξεις παραμέσα, θα δεις ανέλπιστα ν’ απλώνει μπροστά σου ένας μεγάλος κόρφος ίδιος λίμνη, που δεν τον υπόπτευες πίσ’ απ’ τα βουνά.

Μέσα κει θα δεις και την πολιτεία που σου λέγω, σα να ’ναι φωλιασμένη, κρυμμένη από κάθε μάτι. Ποιος ξέρει βάσιμα πότε τη χτίσανε! Λένε πως τη χτίσανε κατά τα 1600. Και πως κείνοι που τη χτίσανε, πήγανε και τρυπώσανε μέσα σε κείνο το θαλάμι, για να ξεφύγουνε απ’ τους κουρσάρους, που κάνανε θρήνος όξου στο πέλαγο. Ως τα 1770 αυτοί οι άνθρωποι, όπως ούλοι οι Ρωμιοί της Τουρκίας, ζούσανε κρυφά απ’ τον Θεό. Τότες φανερώθηκε ένας παπάς τετραπέρατος και με τόση πιτυχία έβγαλε πέρα το ό,τι καταπιάστηκε, που φαίνεται πως ήτανε σταλμένος απ’ τον Θεό. Τον λέγανε παπα-Γιάννη Οικονόμο. Άλλοι τον παραστήσανε ολότελα αγράμματον, άλλοι είπανε πως ήτανε σπουδασμένος, βγαλμένος απ’ το μεγάλο σκολειό στ’ Αγιονόρος. Όπως και να ’ναι, ένα είναι το σωστο, πώς σταθηκε ο στύλος της πολιτείας και πως τόση ήτανε η αξοσύνη του, η αφοβιά του κ’ η πολιτική του, που, όπως έγραψε ο Γάλλος Διδότος, αν γεννιότανε σε έθνος λεύτερο και σε άλλους καιρούς, ήθελε κατασταθεί άνθρωπος ξακουσμένος σ’ ούλον τον κόσμο. Παραπάνω είπα πως τ’ Αϊβαλί ξακούστηκε ύστερ’ από τα 1770. Κείνον τον χρόνο πιάστηκε σε μεγάλη ναυμαχία ο Τούρκος με τον Ρούσο μεσ’ στα νερά του Τσεσμέ. Αυτή τη μεγάλη νίκη της Ρουσίας την ξέρουνε ούλοι, μα κείνο που δεν ξέρουνε είναι το πώς τα ‘φερε βολικά η τύχη του Οικονόμου, ώστε να κερδίσει και κείνος μια νίκη για τον τόπο του.

Ο παπα-Γιάννης Οικονόμος

Ιωάννης Δημητρακέλης (Οικονόμος) (1735-1791) (mparaschos.com)

Σαν σκόρπισε κακή-κακώς η τουρκική αρμάδα, ένας απ’ τους ναυάρχους, ο Χασάν-πασάς, που του ’δωσε αργότερα ο σουλτανος την επωνυμία Γαζής, δηλαδή Νικητής, γλύτωσε απ’ το Χάρο παρά τρίχα. Τράβηξε τότες να πάει στην Πόλη από στεριά, επειδής η θάλασσα ήτανε πιασμένη απ’ τον οχτρό, κ’ έλαχε να κονέψει ένα βράδυ στην πολιτεία του Οικονόμου σε κακό χάλι. Κι ο παπάς τον συμμάζεψε σπίτι του και τον ζωογόνησε, τόσο που, μισεύοντας ο Τούρκος, πήρε όρκο πως δε θα ξέχανε ποτές την καλοσύνη που ‘χε δει απ’ τον Οικονόμο.

Έλα-έλα, σαν περάσανε ένα-δυο χρόνια, μαθεύτηκε πως ο Χασάν-πασάς ο Γαζής θέριεψε κ’ έγινε παντοδύναμος συμβουλάτορας του σουλτάνου και πως κείνος ήτανε το δεσμείν και λύειν στην Πόλη. Σαν έφταξε στ’ αυτί του Οικονόμου η τέτοια είδηση, σηκώθηκε δίχως να χασομερήσει και πήγε στην Πόλη. Και, φτάνοντας στην Πόλη, πριν ν’ ανεβεί στο παλάτι, φρόντισε μαζί με τον Μαυρογένη και με τον Πετράκη, τον αρχισαράφη της Πόλης, που ’χανε μεγάλη ισχύ κ’ ήτανε φίλοι του, και σύνταξε σε χαρτί το τι πιθυμούσε να τον ευκολύνει ο πασάς.

Και, παγαίνοντας στο παλάτι, τον υποδέχτηκε ο Χασάν-πασάς με μεγάλη εγκαρδιότη και τον ρώτηξε τι χάρη ήθελε απ’ αυτόν. Τότες ο Οικονόμος ξετύλιξε το χαρτί, για να διαβάσει ο βεζίρης το τι αγαπούσε. Και κείνος, σαν άνθρωπος που κρατά το τάξιμο που βγαίνει από το στόμα του, έκανε ριτζά[5] στο σουλτάνο να μη φύγει μ’ αδειανά χέρια ο παπάς, ξιστορώντας του το πώς τον είχε συμμαζέψει γυμνόν και ξετραχηλισμένον στο σπίτι του. Και, στ’ αλήθεια, η Πόρτα έβγαλε φετβά που διαλάβαινε τα προνόμια που δινόντανε στην πολιτεία του Οικονόμου:
α’) Όσοι Τούρκοι έχουνε σπίτι μέσα στην πολιτεία, να φύγουνε παρευθύς μαζί με τις φαμελιές τους στα τουρκοχώρια που ‘ναι ολοτρόγυρα. Και στο εξής κανένας Οθωμανός δεν έχει την άδεια ν’ ανοίξει σπίτι και τζάκι μέσα στη χώρα. Και Τούρκος καβαλάρης να μη ζυγώνει στο έμπα της πολιτείας, παρά όσο ακούγεται πετεινός. Κι αν κανένας επίσημος του στρατού τύχει να ‘μπει καβάλα μέσα στη χώρα, να βγάζει τα πέταλα του χαϊβανιού του.
β’) Η πολιτεία λογαριάζεται στο εξής ανεξάρτητη από τον ντερέμπεη που θα διορίζεται στα πέριξ.
γ’) Η κυβέρνηση, η δικαιοσύνη και τα κουμέρκια δίνουνται στους ντόπιους χριστιανούς, οι όποιοι έχουνε χρέος να πληρώνουνε σαρανταοχτώ χιλιάδες γρόσια κάθε χρόνο.
δ’) Καϊμακάμης, αγάς για βοεβόνχας θα στέλνεται απ’ την Πόλη, μα θα διορίζεται κείνος που θέλουνε διαλέξει οι χριστιανοί, κι απ’ τους χριστιανούς θα πληρώνεται και πάλε απ’ τους χριστιανούς θαν αλλάζεται, όποτε κρίνεται πρέπον.
ε’) Καδής θα στέλνεται απ’ την Πόλη ή απ’ αλλού, μα θα να ’ναι και τούτος μισθωτός των χριστιανών.
στ’) Φρούραρχος δεν επιτρέπεται νά καθίσει μέσα στη χώρα, μηδέ να περάσει από μέσα.
ζ’) Η πολιτεία στο εξής δεν θα δίνει δέκατο όπως πριν, αμή ο κάθε νοικοκύρης έχει χρέος να πληρώνει δυό παράδες για κάθε λιόδεντρο.

Κι άλλα πολλά. Λένε μάλιστα πως τ’ Αϊβαλί περιλάβαινε στην περιφέρειά του και τρία χωριά τουρκικά, κι ακόμα τα ελληνικά χωριά που ’ναι στο μπάσιμο του μπουγαζιού της Πόλης, τα λεγάμενα Γκιαούρ Κιόγια.

Το Αϊβαλί (Κυδωνίες) (enromiosini.gr)

Κρατώντας στα χέρια του τέτοια δώρα ο Οικονόμος, γύρισε χαρούμενος στην πατρίδα του. Κι από τότες ευτύχησε ο τόπος, κι ατός του ο Οικονόμος δοξάστηκε, και τον τρέμανε οι γειτόνοι του ντερεμπέηδες Όμερ αγάς κι ο Μπουρούντογλους, κι ο ίδιος ομοβόρος Καραοσμάνογλους της Πέργαμος, γιατί τους πολέμησε όχι μόνο με το μεγάλο χατίρι που ’χε από μέρος της Πύλης, μα και με τα όπλα, αρματώνοντας ούλους τους χριστιανούς του. Κ’ η χώρα έφταξε με τον καιρό σε μεγάλη ακμή και σε πολύ πληθυσμό, γιατί οι κατατρεγμένοι χριστιανοί από τα νησιά κι απ’ τη Ρούμελη κι απ’ το Μοριά βρίσκανε κει καταφύγιο κ’ ησυχία.

Και, σαν καταλάγιασε απ’ τις έγνοιες που τον ξηλώνανε απ’ όξω, έβαλε θεμέλιο στα 1780 κ’ έχτισε την φημισμένη εκκλησιά της Παναγίας των Ορφανών, με άμβωνα και με δυό δεσποτικά, ένα για δεσπότη κι άλλο ένα γι’ αρχιμαντρίτη, από φίλντισι κι αμπανόζι, στολισμένα με κοχύλια της Ερυθρής Θάλασσας, κι ακόμα έκανε παγκάρια κι αναλόγια, ούλα δουλεμένα με μαστοριά, και τη στόλισε με τέμπλο σκαλισμένο με τέχνη, και στόρησε τους τοίχους με ζουγραφιές πολύ πιτυχημένες. Και παράγγειλε σε ντόπιους τεχνίτες μανάλια θαυμαστά και ξαφτέρουγα και θυμιατά, μ’ έναν λόγο πρώτη φορά γίνηκε στην Ανατολή μια τέτοια εκκλησιά.

Μαζί με την εκκλησιά έχτισε κ’ ένα μεγάλο σκολειό, με ιδιαίτερους όνταδες για να κάθουνται οι δασκάλοι κ’ οι μαθητάδες πόρχουνταν απ’ άλλα μέρη, κ’ έκανε και βιβλιοθήκη με βιβλία θεολογικά και φιλοσοφικά κι άλλα διάφορα. Αύτο το σκολειό φημίστηκε σ’ ούλον τον κόσμο υστερότερα, που ’χε πια πεθάνει ο Οικονόμος, και δασκάλοι σταθήκανε ο Σαράφης απ’ τ’ Αϊβαλί, κι ο Βενιαμίν ο Λέσβιος κι ο ξακουστος Θεόφιλος Καΐρης.

Μα ο Οικονόμος δεν πρόφταξε να καλοδεί τους καρπούς των έργων του και πέθανε πενηνταέξι χρονώ, ναί μεν αναπαμένος πως εχτέλεσε ό,τι μπόρεσε για τον τόπο του, μα πικραμενος απ’ τις αβανιές των οχτρών του κι απ’ το σκοτωμό του φίλου του του κυρ-Πετράκη, που θανατώθηκε στην Πόλη κατά προσταγή του σουλτάνου στα 1786. Κ’ ήτανε τόσος ο φόβος που ’χε πάρει ο Καραοσμάνογλους απ’ τον Οικονόμο, που, σαν έμαθε πως πέθανε, πήγε στο μνήμα και πρόσταξε να τ’ άνοίξουνε, για να βεβαιωθεί πως τ’ όντις πέθανε. Και, σαν είδε το λείψανό του, έκλαψε και προστάτεψε τη γενιά του απ’ τους φτονερούς οχτρούς του. Κανένας άλλος χριστιανός δε φάνηκε στην Τουρκιά κείνα τα χρόνια, που να ’χει την εξυπνάδα, την πολιτική του και την αφοβιά του. Ό,τι πιχειρίστηκε το ’φερε σε καλό τέλος και δε δείλιαζε μπρος σ’ ούλη την Τουρκιά. Κι αυτή τη φώτιση, κι αυτή την αποκοτιά, λένε πως την έπαιρνε απ’ το σπαθί τ’ Αγίου Κωσταντίνου κι απ’ το γόνατο τ’ Άγιου Γιώργη, ανεχτίμητα δώρα του πρωτοσαράφη Πετράκη. Απάνου στη μια μεριά του σπαθιού του, ήτανε γραμμένα τα παρακάτου λόγια του Ψαλτηρίου: «Κύριε, δίκασον τους αδικούντας με, πολέμησον τους πολεμούντας με, επιλαβού όπλου και θυρεού», κι απ’ την άλλη ήτανε σκαλισμενος ο Χριστος μέσα στ’ Άγιο Ποτήριο. Μάλιστα λένε πως αυτό το σπαθί ξέπεσε στη Σύρα, και πως κατασκέθηκε απ’ την κυβέρνηση, που το ’δωσε δώρο του Καποδίστρια. Και πως κείνος πάλε το ’στειλε στον τσάρο της Ρουσίας Νικόλαο τον Πρώτο, και πως αυτό το σπαθί ήτανε ζωσμένος στον πόλεμο της Κριμαίας.

Μ’ όλο που βγαίνω απ’ την ιστορία μου, θα τραβήξω λίγο παραπέρα

Στα χρόνια της Επανάστασης, τ’ Αϊβαλί ξεγράφτηκε απ’ τη χάρτα του Τούρκου πρώτη απ’ ούλες τις πολιτείες της Ανατολής. Τις πρώτες μέρες του Μαγιού του 1821 είχανε φανεί όξ’ απ’ το λιμάνι του τα ελληνικά καράβια. Τα τουρκικά κάτεργα, όπως ήτανε βαριά κι αργοκίνητα, δε μπορούσανε να τα προφτάξουνε, κ’ έτσι οι Έλληνες μποδίζανε τους Τούρκους να ρίξουνε στρατό απάνου στα νησιά. Μάλιστα κάψανε μπρος στο λιμάνι δυο καΐκια γεμάτα Τούρκους στρατιώτες απ’ την Πέργαμο, κει που πασκίζανε να περάσουνε κατά τη Ρούμελη.

Σε λίγο φτάξανε διαταγές απ’ την Πόλη στον πασά της Προύσας και στον πασά τ’ Αϊντινιού, να φυλάξουνε καλά τα καταγιάλα. Τότες ο πασάς της Προύσας, λαβαίνοντας αφορμή, έπιασε να στενεύει τους Αϊβαλιώτες με προσταγές και με κάθε μέσο. Μα ψυχοβγάλτης τους στάθηκε ο αγάς της Πέργαμος, γιατί λάβαινε διαταγές απ’ το βεζίρη Χαλέτ, που ’θελε αμέτ-μουχαμέτ[6] να χαλάσει την πρώτη πολιτεία της χριστιανοσύνης στην Ανατολή. Τ’ άγρια κοπάδια, τα ταγκαλάκια, και τα ζεϊμπέκια, που διψούσανε τόσα χρόνια το αίμα της χαδεμένης πολιτείας, αναφτερούγιαξαν καρτερώντας τη στιγμή να πέσουνε απάνου της.

Κατά τις 15 Μαγιού φανερωθήκανε άξαφνα, απάνου στα ψηλώματα που ζώνουνε την πολιτεία από στεριά, εφτακόσιοι καβαλάρηδες, και θελήσανε να στρατοπεδέψουνε μέσα στο παζάρι. Μα οι προεστοί παρακαλέσανε να μην έμπουνε μέσα, για να λείψουνε οι παρεξήγησες που θα ’βαζε ο διάολος ανάμεσα στον στρατό και στους χριστιανούς κ’ έτσι οι Τούρκοι πήγανε και στήσανε τις τέντες τους στον κάμπο, σε μιαν ώρα απόσταση απάνω-κάτω.

(pemptousia.gr)

Μα κει πέρα σμίξανε με τους γενίτσαρους πλήθος ταγκαλάκια απ’ τα κοντινά χωριά, αρματωμένα ίσαμε τα δόντια. Κι ο αξιωματικός έστειλε και γύρευε να του παραδώσουνε οι χριστιανοί χιλιάδες τουφέκια και μαχαίρια. Κ’ επειδή του παραδώσανε πολύ λίγα, μην έχοντας στ’ αλήθεια άλλα, οι Τούρκοι πιάσανε και σκοτώσανε τους ξοχάρηδες και τους τσομπάνηδες, ληστεύοντας τα χτήματα και τα ποστατικά. Οι φουκαράδες Αϊβαλιώτες πήρανε απόφαση να διαφεντέψουνε τη ζωή τους και την τιμή τους, κι ο καθένας άρματώθηκε μ’ ό,τι μπόρεσε. Ο Τούρκος αξιωματικός μήνυσε τότες στον πασά της Προύσας πως επαναστάτησε τ’ Αϊβαλί. Κι απάνου σ’ αυτά, φανήκανε ανοιχτά απ’ το λιμάνι τα τουρκικά καράβια.

Οι χριστιανοί, ζωσμένοι από στεριά κι από θάλασσα, στείλανε τους προεστούς με δώρα στον ναύαρχο, κι άλλοι αποσταλμένοι πήγανε στην Πέργαμο, για να καλοπιάσουνε τον αγά και τους μαντατοφόρους του πασά της Προύσας. Μα στο μεταξύ τα πράματα σκοτεινιάσανε. Στις 17 Μαγιού ο Ψαριανός Παπανικολής τίναξε στον αγέρα ένα τουρκικό δίκροτο κοντά στην Ερεσσό, και κυνήγησε ούλη την άλλη αρμάδα, ως που πήγε και τη στρίμωξε μέσα στα μπουγάζια της Πόλης.

Τη μέρα που φανήκανε οι νικητές στα νερά τ’ Αϊβαλιού, φτάξανε κι άλλοι Τούρκοι για ενίσχυση, και πιάσανε τα ψηλώματα της στεριάς και το μόλο. Τα ελληνικά καράβια είχανε μάθει σε τι άσκημη θέση βρισκόντανε οι Αϊβαλιώτες. Πολλοί απ’ αυτουνούς περάσανε κρυφά στα Μοσκονήσια.

Στις 2 Ιουνίου τα γλυκοχαράματα, μπήκανε στην πολιτεία τρεις χιλιάδες γενιτσάροι και πιάσανε το μόλο. Ο Νταούτ-πασάς που τους όριζε, ζήτηξε απ’ τους προεστούς πολλές χιλιάδες γρόσα, ρεφενέ της πολιτείας για τη θροφή του στρατού. Μα κείνοι αποκριθήκανε πως δεν έχουνε, γιατί η χώρα βρίσκεται παρατημενη απ’ τους παραλήδες, που ‘χανε φύγει πρωτύτερα. Οι Τούρκοι τότες αρχίσανε ν’ ακονίζουνε τα μαχαίρια, κι ο κόσμος κλείστηκε μέσα στα σπίτια και περίμενε ώρα με την ώρα να πιάσει η σφαγή. Μα πάλε βοήθησ’ ο Θεός.

Εβδομήντα ελληνικά καράβια φανήκανε άξαφνα όξ’ απ’ το λιμάνι για να δώσουνε βοήθεια των χριστιανών κι αρχινήσανε γλήγορα να παίρνουνε απάνου τους Μοσκονησιώτες. Ούλος ο κόσμος άνοιξε τις πόρτες και χύθηκε στο καταγιαλό, σέρνοντας μαζί ό,τι μπόρεσε ο κάθε άνθρωπος. Θρήνος και κλαθμός. Άντρες, γυναίκες, κοπέλες, γριές, παιδιά, ποδοπατιόντανε μ’ απελπισία θέλοντας να μπαρκάρουνε. Άλλοι πέφτανε στη θάλασσα για να προφτάξουνε τις βάρκες, άλλοι βρίζανε, άλλοι κλαίγανε, άλλοι κράζανε τους δικούς τους. Οι βάρκες βουλιάζανε απ’ το πλήθος, κ’ οι βαρκάρηδες αγωνιζόντανε ν’ αβαράρουνε, για να ξεμακρύνουνε από τη στεριά, βαρώντας με το κουπί τον παλαβωμένον κόσμο που χύμιζε. Μα και σαν τα καταφέρνανε τα καΐκια ν’ ανοίξουνε απ’ τη στεριά, πλήθος απελπισμένοι τα ζώνανε κολυμπώντας και κολλούσανε απάνω, κ’ έβλεπες τότες να κόβουνται με το μαχαίρι δάχτυλα απάνου στην κουπαστή, και κεφάλια να γίνουνται χρούβαλα με το δοιάκι για με τον μπαλτά, και μάτια να χύνουνται με τα καμάκια. Κι ολοένα μέσ’ απ’ τα σοκάκια που βγάζανε στη θάλασσα κατεβαίνανε ανθρώποι σαστισμένοι, κι ολοένα πλήθαινε το ουρλιατό κ’ η αγωνία.

Αϊβαλί (pontos-news.gr)

Έτσι πέρασε μια μέρα και μια νύχτα. Κατά τα μεσάνυχτα έφταξε καινούργιος στρατός. Σαν βγήκε ο ήλιος την άλλη μερα το πρωΐ, στις 3 Ιουνίου, οι λιγοστοί που ’χανε πλιά απομείνει στο γιαλό τρέμανε σαν τρεμολούλουδα. Ένα σωρό καΐκια πηγαινοερχόντανε ακαταπαυστα, ούλα τα σκαριά, πάσαρες, τρεχαντήρια, τσιρνίκια, περάματα, αχταρμάδες, κουβαλούσανε τον κόσμο με κουπιά και με πανιά, γιατί τα καράβια ήτανε φουνταρισμένα όξ’ απ’ το λιμάνι, τρία καν τέσσερα μιλιά μακριά απ’ την πολιτεία.

Κατά τις εννιά το πρωί φανήκανε στο μπάσιμο του μπουγαζιού κάμποσες σκαμπαβίες από τα ελληνικά καράβια, γεμάτες αρματωμένους πεζοναύτες. Σαν φτάξανε σε μια τουφεκιά απ’ τη στεριά, αρχίνησε η φωτιά. Οι Τούρκοι ρίχνανε απ’ τον μόλο και μεσ’ απ’ τα σπίτια που ’χανε πιάσει κοντά στη θάλασσα. Οι ναύτες, αψηφώντας τούτο το τουφεκίδι, ζυγώσανε και καταφέρανε να βγάλουνε όξου χίλιους άντρες απάνω-κάτω. Τότες, όσοι Αϊβαλιώτες είχανε άρματα, σμίξανε με τους καραβίσιους και βάλανε μπρος τους Τούρκους. Μα σε λίγο οι Τούρκοι πιάσανε το παζάρι και βαστάξανε μάχη ίσαμε δυο ώρες, μα στο τέλος τσακίσανε και σκορπίσανε κ’ εκεί που σκορπούσανε, βάζανε φωτιά δω κ’ εκεί, που σε λίγο φούντωσε κι έζωσε την πολιτεία.

Οι Έλληνες κυνηγώντας τους Τούρκους τους δαγκώνανε στο λαιμό και στον ακούτραφα. Και τόση ήτανε η προθυμιά τους να γλυτώσουνε τ’ άδέρφια τους απ’ το Χάρο, που πέφτανε μέσα στις λόχες σα να μη τις βλέπανε.

Έφιπποι Οθωμανοί χτυπούν έναν λαβωμένο Έλληνα – Πίνακας του Ευγ. Ντελακρουά (mixanitouxronou.gr)

Ως που να βασιλέψει ο ήλιος, η φωτιά είχε φάγει τα σπίτια. Αντίς την όμορφη πολιτεία, στέκανε τώρα πλιά ντουβάρια καπνισμένα, κι απ’ τον ουρανό έπεφτε στάχτη. Τα καράβια φορτωμένα ίσαμε τα μπούνια κάνανε πανιά. Μαζί τους ακλουθούσανε καμιά κατοπενηνταριά ντόπια καΐκια, γεμάτα κόσμο και κείνα. Ούλα μαζί τραβήξανε κατά τα Ψαρά, όξου από πέντ’-έξι μεγάλα κομμάτια π’ απομείνανε παραπίσω και βιγλίζανε το κατάγιαλο. Κατά τα μεσάνυχτα καταλάβανε πως οι Τούρκοι είχανε ξανακατεβεί μέσα στα καρβουνιασμένα σπίτια, ψάχνοντας για πλιάτσικο, και βγάλανε στη στεριά κάμποσους άντρες και τους συγυρίσανε.

Στις τρεις τούτες μάχες σκοτωθήκανε Τούρκοι περσότεροι από χίλιοι πεντακόσοι, κ’ Έλληνες μόνο εκατόν πενήντα, σκοτωμένοι και λαβωμένοι. Απ’ τους Αϊβαλιώτες γλυτώσανε οι περσότεροι. Οι ρέστοι χαθήκανε είτε πολεμώντας με τους Τούρκους, είτε μέσα στη φωτιά. Μα και κάμποσοι πνιγήκανε πασκίζοντας να γαντζώσουνε απάνου στις βάρκες, κι άλλοι πάλε ξεψυχήσανε μέσα στα καράβια. Από τα Ψαρά σκορπίσανε όπου μπόρεσε να ’βρει ζήση ο καθένας. Τα γυναικόπαιδα βολευτήκανε στα νησιά, κ’ οι άντρες πήγανε στα ταμπούρια που πολεμούσανε με τους Τούρκους.

Χιλιάδες Αϊβαλιώτες σκοτωθήκανε πολεμώντας με τον Κολοκοτρώνη, με τον Λόντο, με τον Κριτζώτη, με τον Φλέσα, με τον Πανουργιά, με τον Νικηταρά, με τον Καρατάσο. Ογδόντα νομάτοι ήτανε με τον Γιατράκο. Στον Μοριά καμιά πενηνταριά αγωνιστήκανε με τον Αϊβαλιώτη Δημητρό Καπαντάρο, κι άλλοι τρακόσοι πολεμήσανε στ’ Άργος τον Δράμαλη. Εκεί σκοτώθηκε κι ο γυιός του Οικονόμου. Άλλοι εκατό Αϊβαλιώτες βρισκόντανε με τον Κριεζή, που διαφέντευε την Ακρόπολη της Αθήνας, πολιορκημένη απ’ τον Κιουταχή. Στην Καλαμάτα ήτανε εξήντα Αϊβαλιώτες στο ταχτικό του Μπαλέστρα, και μέσα σ’ έναν χρόνο φτάξανε σε διακόσους, τότες που παράλαβε τη διοίκηση ο Ταρέλας. Οι περσότεροι σκοτωθήκανε στη μάχη του Πέτα. Ο Γιάννης Σαλτέλης έβαλε φωτιά στο μπαρούτι μέσα στο κάστρο των Ψαρών, που ήτανε κλεισμένος μαζί μ’ άλλους Αϊβαλιώτες, και τινάχτηκε στον αγέρα. Ο Δημητρός Σαλτέλης συντρόφεψε τον Μιαούλη σ’ ούλες τις άντραγαθίες του, κ’ ήτανε γραμματικός του. Ο Άγγελος Ζωντανός σκοτώθηκε πολεμώντας στη μάχη του Πέτα, στο τάγμα των Φιλελλήνων του Νόρμαν. Στην ίδια μάχη έδειξε μεγάλη αντρεία και σκοτώθηκε βαστώντας τη σημαία ο Μανώλης Αμανίτης, μαζί με τον Γιατράκο, στο στρατό του Μαυροκορδάτου, κ’ ένας άλλος Αμανίτης, ο Γαβρίλος πέθανε απ’ τις λαβωματιές κι απ’ τα βάσανα. Ο Δημήτρης Τζίτζιρας μπήκε πρώτος μέσα στην Ακρόπολη της Αθήνας και σκοτώθηκε απάνου στο κάστρο. Ο Παναγιώτης Πίσσας σκοτώθηκε στην Κάρυστο πολεμώντας σαν λιοντάρι στο στρατό του Φαβιέρου, κι ο Θανάσης Πίσσας έδειξε μεγάλη παλληκαριά στη μάχη της Τουρλωτής, κατά την εκστρατεία του Φαβιέρου στη Χιό.

Ο Ι.Ν. Αγίου Γεωργίου Τροπαιοφόρου στο Αϊβαλί, όπου φυλάσσονταν τα λείψανα του Αγίου Γεωργίου του Χιοπολίτη πολιούχου Αγίου και προστάτη της πόλεως. Διακρίνεται δεξιά η λειψανοθήκη του Αγίου. Λείψανα και λειψανοθήκη, με εξαίρεση την ασημένια θήκη της κάρας του Αγίου, εξαφανίστηκαν κατά την Μικρασιατική καταστροφή (facebook.com/Ayvali.Aegean)

Σιγά-σιγά ξεμάκρυνα πολύ απ’ την ιστορία μου. Μα ούλα τούτα, όχι μόνο ήτανε ανάγκη να τα γράψω, για να μπάσω στο νόημα κείνον που θε να ’χει προθυμιά να προχωρέσει παρακάτου σε τούτο το βιβλίο, μα και χρέος μου ιερό να θυμηθώ και να θυμίσω τόσους ξεχασμένους, που ’ναι άξιοι για ένα μαραμένο στεφάνι.

Ο άνθρωπος παγαίνει δω, παγαίνει κει, ταξιδεύει σε λογιών-λογιών χώρες, περνά ανάμεσα από βουνά άγρια, που βιάζεται να τα γοργοδιαβεί για να πάγει στους δικούς του, τόσο σφαλνά η καρδιά του στη θωριά τους, όπως ακουμπάνε βουβά το ’να πάνου στ’ άλλο. Και λέγει μέσα του κει που περπατά: «Δω πέρα, μέσα σε τούτες τις αγριόπετρες, δεν έζησε άνθρωπος!».

Σιγοφυσά τ’ αγεράκι ανάμεσα στους πρίνους και στις βαλανιδιές. Πέφτει ένα φύλλο ξερό κι ακούγεται τόσο πολύ σούσουρο, που λες πως περπατά άνθρωπος. Κανένας δεν περπατά. Κάθεσαι σε μια πέτρα και πέφτεις σε συλλογή. Εδώ, σε τούτα τα βουνά, γίνηκε τούτο, γίνηκε κείνο, πέσανε βόλια, σκοτωθήκανε ανθρώποι. Ούλα τούτα είναι γραμμένα στα βιβλία.

Μα τα βιβλία αραχνιάζουνε στα ράφια και τα βουνά είναι παρατημένα στην ερημιά τους. Κανένας πλιά δεν φέρνει στον νου του το τι έγινε. Βγαίνει ο ήλιος και τα πουλιά πηγαινοέρχουνται και κελαϊδούν, τα μαμούδια τριγυρνάνε δω κ’ εκεί μέσα στο χώμα, το ζεστό ρετσίνι σκορπά τη μυρουδιά του ολοτρόγυρα. Πέρα-πέρα ησυχία κ’ ερημιά.

Απ’ το πετραδερό μονοπάτι ανεβαίνει ένας ιδρωμένος στρατοκόπος, στέκεται, κοιτάζει ένα γύρω του και κάθεται να ξεκουραστεί. Ξανακοιτάζει σαν χαζός τα βράχια που στέκουνε από πάνω του δίχως ν’ ακούγει κανένα σούσουρο, κοιτάζει τ’ άλλο το βουνό που φράζει το πέλαγο, σηκώνεται, παίρνει το ραβδί του και τραβά το δρόμο του.

Έρχετ’ η νύχτα. Τα πουλιά κουρνιάζουνε και κοιμούνται, τα δέντρα μαυρίζουνε δω κ’ εκεί σαν τελώνια. Ο στρατοκόπος έφταξε πλιά στο κονάκι του. Μόνο ο κεντισμένος ουρανός στέκεται από πάνου απ’ τα βουνά, και μέσα στα σκοτεινά φαράγγια ακούγεται το νερό που τρέχει. Ποιος το λοιπόν θαν αναστήσει μέσα στη θύμηση τ’ ανθρώπου κείνο που ‘ναι πνιγμένο μέσα στα βουνά και σβησμένο απ’ τα χρόνια; Στα έρημα βράχια κάθεται ο μπούφος και λέγει το δικό του μεράκι. Και, μ’ όλο τούτο, κει χάμου, μέσα στα απάτητα χώματα, στα έρημα ντερβένια και στις ανεμοβραχιές, είναι χυμένο το αίμα της καρδιάς μας. Διαβάζεις μέσα στα βιβλία ειδών ιστορίες και θαρρείς πως, κει που περπατάς, θα συναπαντηθείς με τον έναν και με τον άλλον ξακουσμένον που βλέπεις μέσα στα χαρτιά. Αλίμονο! Τα βουνά ξεχνάνε, τα κάστρα γκρεμνίζουνται, οι φυλακές είναι βουβές, τα κόκκαλα λιώνουνε πολύ γλήγορα. Ούλα είναι αδιάφορα στον πόνο μας, αφού κι ο άνθρωπος ατός του ξεχνά τα ντέρτια του. Παρατά στη λησμονιά τιμημένα μνημόρια. Απάνου στο χώμα που πλάγιασε για πάντα φιλότιμη καρδιά, περπατά δίχως κανένα αίστημα μέσα του.

Μα εγώ δε θέλω να ζω έτσι που ζει ο ένας κι ο άλλος στις μέρες μας. Πάγω και κλαίγω κρυφά στ’ Άγιο Βήμα, που το ’ριξε χάμου για Τούρκος για Γραικός, κι αφουγκράζουμαι τις σκόρπιες πέτρες, και κάνω την προσευκή μου μπροστά στα παλιά κονίσματα, που με βλογάνε και με ξεκουράζουνε απ’ τις αμαρτίες μου.

Τώρα το λοιπόν που κατάλαβες, αναγνώστη, το αίστημά μου και τον πόθο μου, είναι καιρός ν’ αρχινήσω την ιστορία μου

Κατά τα 1790 ήτανε διορισμένος απ’ τον σουλτάνο να κυβερνά την Καβάλα ένα θηριό αληθινό, που τον λέγανε Μουσταφάγα. Τους Ρωμιούς τους κρέμαζε και τους παλούκωνε για ένα ουδέ. Μέσα στο κάστρο οι φυλακές ήτανε πάντα πατικωμένες απ’ ένα σωρό φουκαράδες, που πεθαίνανε απ’ την πείνα, απ’ το κρύο κι απ’ τις αρρώστιες. Η μανία του ήτανε να τυραγνά τους χριστιανούς για να τους αλλαξοπιστήσει.

Οι Τούρκοι τον είχανε για τον πιο θρήσκο στη θρησκεία τους, και πολλοί απ’ αυτουνούς τον είχανε και για άγιο, ντεντέ όπως τον λένε στη γλώσσα τους. Οι χριστιανοί πάλι, απ’ τη μεγάλη τρομάρα που τον πήρανε, λέγανε πως είχε ένα κέρατο στο κεφάλι, κι άλλα τέτοια. Και πως είχε διορίσει σ’ έναν μπεχλιβάνη Καραμανλή, να κοιμάται σ’ έναν χαλασμένον μπαρουτχανέ απ’ τον καιρό των Γενοβέζων μέσα στο κάστρο, και του ’στελνε για σφάξιμο όποιον ήθελε απ’ τους χριστιανούς. Κι ο Καραμανλής τους έριχνε μέσα σ’ ένα μπουντρούμι άταφα των ατάφων, και σε λίγες μέρες, περασμένα τα μεσάνυχτα, ερχότανε κρυφά ο πασάς τεπτιλί[7] μαζί με το μουφτή και με τρεις-τέσσερις αρματωμένους.

Φυλακισμένος Ελληνισμός, Μουσείο Κέρινων Ομοιωμάτων Παύλου Βρέλλη (2gym-xylok.kor.sch.gr)

Ο Καραμανλής τους περίμενε φορεμένος τα καλά του, βαστώντας στο χέρι ένα χασάπικο μαχαίρι, κ’ ένας Αρβανίτης, ανεσκουμπωμένος και ζωσμένος μια ποδιά, έστεκε μπροστά σε μια σκάφη μ’ αλεύρι. Ο πασάς δίχως μιλιά γονάτιζε κ’ έκανε ναμάζι. Ύστερα μαζί με το μουφτή κατεβαίνανε τα σκαλιά και στεκόντανε μπρος στην πόρτα του μπουντρουμιού, που ήτανε σφαλισμένοι οι φουκαράδες οι χριστιανοί, και λέγανε μιαν ευκή μέσα στο νου τους. Και, σαν τελειώνανε, πηγαίνανε και στεκόντανε σιμά στη σκάφη. Τότες ο Καραμανλής άνοιγε την πόρτα και τραβούσε απ’ τα μαλλιά όποιον λάχαινε απ’ τους συφοριασμένους, και τον έσερνε, όπως ήτανε μισοκοιμισμένος ακόμα, ίσαμε τη σκάφη, κ’ ένας απ’ τους αρματωμένους του ’δενε τα χέρια πιστάγκωνα και τον γονάτιζε δίνοντας του μια κλωτσιά στα λαγόνια. Ο Καραμανλής του ’κοβε το κεφάλι κ’ ύστερα παρατούσε το μαχαίρι και μπρουμύτιζε το κουτσουρεμένο κορμί μέσα στη σκάφη, κ’ ευτύς ο Αρβανίτης ζύμωνε τ’ αλεύρι με το αίμα που πέταγε σα σιντριβάνι κ’ έκανε ένα κόκκινο χαμούρι. Και, σαν στράγγιζε καλά το κορμί, έπλαθε πέντ’ έξι μικρά ψωμιά, και το ’να το τύλιγε σ’ ένα καθαρό μαντίλι και το ’δινε στο μουφτή, και φεύγανε ούλοι τους. Αύτα τα ψήνανε και τα στέλνανε, κατά προσταγή του Μουσταφάγα, στη Μέκκα. Και κάνανε πολλά, γιατί δε σφάζανε μόνο έναν κάθε ζυμωσά, μα και πέντε και δέκα μαζεμένους. Τέτοιος λυσσασμένος σκύλος ματόχωνε την Καβάλα.

(pluton22.blogspot.com)

Μια μέρα μπήκανε σ’ ένα τουρκικό μποστάνι καμιά δεκαριά χριστιανόπουλα για να κλέψουνε καρπούζια. Μα ο Τούρκος τα πήρε χαμπάρι και τα κυνήγησε, αφού πρώτα έριξε μια τουφεκιά. Τ’ άλλα πηδήξανε το φράχτη και φύγανε. Μόνο το πιο μικρό, που το λέγανε Γιώργη, δεν το βαστάξανε τα ποδάρια του κι απόμεινε το καημένο κλαίγοντας μέσα στο χωράφι και το ’πιασε ο μποσταντζής, και την άλλη μερα πήγε και το παράδωσε του πασά. Και κείνος πρόσταξε να το βάλουνε στο μπουντρούμι, για να το φοβερίξει κι απέ το ‘δωσε σ’ έναν Τούρκο φαμελίτη, που τον λέγανε Καρά-Αλή κ’ είχε σπίτι μέσα στο κάστρο, παραγγέλνοντάς του να το καλοπιάσει οσο μπορέσει, ταγίζοντάς το καλά φαγιά, ντύνοντάς το ρούχα φανταχτερά με κόκκινο ζουνάρι, και βάζοντάς το να παίζει με τα μωρά του. Και για ούλα τα έξοδα είπε και του δώσανε όσα γράσα γύρεψε.

Αυτό το παιδί ήτανε απ’ τη Χιό, απ’ το χωριό Πυτιός. Ο πατέρας του ήτανε θαλασσινός, και τον λέγανε Παρασκευά και, πεθαίνοντας η μάννα του, η Αγγερού, τ’ άφησε ορφανό εννιά μηνώ. Ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε και τ’ ανάθρεψε η μητρυιά. Σαν μεγάλωσε, πήγε κοντά σ’ έναν ταλιαδούρο, Βισετζή λεγόμενο, για να μάθει την τέχνη, και κείνος το πήρε μαζί του στα Ψαρά, πόκανε το τέμπλο τ’ Άη-Νικόλα. Μα απ’ τα Ψαρά ο Γιώργης έφυγε κρυφά απ’ τον μάστορή του και πήγε στην Καβάλα, κ’ εκεί τον πιάσανε οι Τούρκοι, όπως τα ξιστόρησα πρωτύτερα.

Κείνος ο φαμελίτης το λοιπόν έκανε όπως τον πρόσταξε ο πασάς. Και τ’ όντις το μικρό τόση χαρά πήρε απ’ τα όμορφα ρούχα και τόσο συνήθισε με τα Τουρκόπουλα, κοντολογίς τόσο πολύ πλανεύτηκε ύστερ’ απ’ το φυλάκωμα από ειδών-ειδών καλοπιάσματα και γλυγούδια, που δεν τα ’χε σπίτι του, πόπαψε να γυρεύει να γυρίσει πίσω στους δικούς του, κι αρχίνησε να λέγει ένα σωρό τούρκικα λόγια.

Πιτυός Χίου – Άποψη της γενέτειρας του Αγίου (chiosphotos.gr)

Σαν πέρασε ένα διάστημα, ο Μουσταφάγας έστειλε και παράγγειλε του Καρά-Αλή να του πάγει το χριστιανόπουλο. Και, σαν του το πήγε, το ’βαλε κ’ έκατσε κοντά του κι αρχίνησε να του γλυκομιλά τούρκικα, δείχνοντάς του τον Καρά-Αλή και λέγοντας πως αυτός ήτανε ο μπουμπάς του, δηλαδή ο πατέρας του. Κι αφού ξεθαρρεύτηκε, αρχίνησε να το ξομολογά και να του λέγει πως ο Χριστος κ’ οι άγιοι είναι ψευτιές, και πως ο Μεμέτης είναι ο προφήτης που πρέπει να προσκυνάνε ούλοι οι άνθρωποι, και πως ο θεός τους είναι ο αληθινός. Και πως η φυλή των χριστιανών είναι καταραμένη και κακορίζικη, πλασμένη για νά ’ναι σκλάβα των Τούρκων. Μ’ έναν λόγο, ο πασάς το ρώτηξε αν θέλει να γίνει Τούρκος, οπού θα ’χει τιμή και καλοπέραση, και πως αν δεν έστρεγε να παρατήσει να κάνει τον σταυρό του και να μιλά ρωμέικα, θα το ’σφαζε σαν αρνί.

Ούλα τούτα τα χασομέρια δε γινόντανε για τον κάθε έναν που θέλανε ν’ αλλαξοπιστήσουνε. Μα επειδής ο Γιώργης ήτανε όμορφος κ’ έξυπνος, γεροδεμένος και κοκκινομάγουλος, γι’ αυτό τον ζώνανε με τόσες γαλιφιές. Να μην τα πολυλογούμε, τον καταφέρανε, και κείνο το ίδιο βράδυ τον σουνετέψανε[8] στο σπίτι του Καρά-Αλή και τον βγάλανε Αχμέτη. Σαν ήρτε σε ηλικία, έπιασε να διαλογίζεται το τι είχε κάνει. Μέρες ολάκερες έπεφτε σε συλλογή κ’ έκλαιγε σαν απόμνησκε μοναχός. Κοιταζότανε σαν παραξενεμένος, έβλεπε τα ρούχα του κι αναστέναζε. Και, μ’ όλα ταύτα, απόφευγε τους Γραικούς, γιατί ντρεπότανε μην γνωριστεί. Ώρες-ώρες ξαφνιζότανε π’ άκουγε να τον φωνάζουνε Αχμέτη. Έφερνε στον νου του τους γονιούς του, τα συνομήλικα Γραικόπουλα, τ’ όνομά του και τον νουνό που τον βάφτισε, και ξεσκιζόντανε τα σπλάχνα του.

Ήτανε χρόνια πού ’χε φύγει απ’ το σπίτι του Καρά-Αλή, γιατί ο Καρά-Αλής είχε πολλά παιδιά. Τώρα καθότανε μ’ έναν Μαμούν-μπαμπά, έναν γεροθαλασσινό που ’χε μια μπομπάρδα. Αυτός δεν καταπιανότανε πια με τη θάλασσα, μόνο καθότανε στη στεριά και δουλεύανε το καράβι οι δυό παντρεμένοι γυιοί του, και κείνοι παίρνανε μαζί τους και τον Γιώργη. Το χειμώνα, σαν δένανε τη μπομπάρδα στο καραμοσάλι, ο Άχμετης καθότανε μαζί με τον Μαμούν-μπαμπά και δεν ξεμάκραινε απ’ τον τουρκομαχαλά. Κείνα τα χρόνια οι Τούρκοι επιδινόντανε στη θάλασσα κ’ είχανε κάμποσα μπάρκα, τα πιο πολλά καραβόσκαρα, μπομπάρδες και γκαγκαλήδες, στη Μυτιλήνη, στη Χιό, στο Μόλυβο, στα μπουγάζια της Πόλης, ίσαμε την Καβάλα.

Το καράβι του Μαμούν-μπαμπά ναυλώθηκε κάποτες για τα Καράμπουρνα, κ’ εκεί που καθότανε μια μέρα ο Αχμέτης και ξεκουραζότανε, πίνοντας καφέ απ’ όξου απ’ το Κιρμιζί Τζαμί στον Τσεσμέ, του φάνηκε πως τον κοίταζε ένα μεγάλο μάτι απάν’ απ’ τα βουνά της Χιός, κι απόμεινε ξερός.

Το κάστρο της Χίου (γκραβούρα) (naftemporiki)

Ακόμη μια φορά, ανήμερα τ’ Άγιου Γιώργη, κει που καθότανε πάλε σταυροπόδι απάνου στη ντάμπια, στον ίσκιο, και σεργιάνιζε τον κόσμο και τα βαλμαριά[9] που περνούσανε κάτ’ απ’ το κάστρο, ίσα-ίσα το καταμεσήμερο, σα να ’δε έναν Λιάπη αρματωμένον, πότρεχε μέσα στο μεϊντάνι και, σαν σίμωσε, αρχίνησε να του κάνει ένα σωρό χειρονομίες. Η ασυνήθιστη όψη του και τ’ αρχαία του τ’ άρματα τον τρομάξανε. Έκανε να σηκωθεί και να τραβηχτεί πάρα μέσα, γιατί του ’ρθε ζάλη, μα ίσαμε να ξαναγυρίσει το κεφάλι του, ο αρματωμένος χάθηκε.

Δυο-τρεις μέρες κρυφόκλαιγε δίχως να βάλει στο στόμα του μηδέ ψωμί, μηδέ νερό. Για να μη βλέπει χριστιανούς, σ’ ένα ταξίδι πόκανε η μπομπάρδα, απόμεινε κοντά σ’ έναν ανιψιό του Μαμουν-μπαμπά, που ’χε γύφτικο στον Ρεΐζ-Ντερέ, απάνου στα Καράμπουρνα. Δούλεψε κει πέρα τρία χρόνια, βιάζοντας τον εαυτό του να ξεχάσει τα περασμένα του. Μα σαν πέθανε ο αφεντικός του πήρε τα μάτια του και πήγε στον Τσεσμέ, κ’ εκεί βρήκε έναν Τούρκο καραβοκύρη που τον ήξερε απ’ την Καβάλα, κ’ επειδής χρειαζότανε έναν άνθρωπο, τον πήρε μέσα στο καΐκι του, κ’ έτσι έπιασε το παλιό ζαναάτι[10] του.

Μιά μερα, κει που ξεφορτώνανε κερεστέ[11] στη Χιό, είδε πως ένας χριστιανός, πότυχε περαστικός απ’ το μόλο, ένας γηραλέος, έστριψε το κεφάλι του και τον κοίταξε, κ’ ύστερα στάθηκε δίχως να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω του. Κι όπως επίμενε να τον κοιταζει κείνος ο άνθρωπος, κατάλαβε πως το κεφάλι του στριφογύριζε και παραλύσανε τα γόνατά του, που λίγο έλειψε να πέσει απ’ τη σανίδα μεσ’ στη θάλασσα. Μα ο χριστιανός τον ζύγωσε και τον χαιρέτησε και του ’πε:
«Δεν είσαι, μαθές, ο Γιώργης; Δε σ’ έχω δει από παιδί, μα και τώρα πόγινες παλληκάρι, πάλε σε γνώρισα!».

Τότες πιάστηκε η μιλιά του μεσ’ στο λαρύγγι του, και στεκότανε μπρος στο συχωριανό του σαν πεθαμενος. Απάνου σ’ αυτά, κάποιος απ’ το καράβι του φώναξε:
«Άχμετ! Άχμετ!».
Ακούγοντας ο χριστιανός να κράζουνε έτσι τον ομόθρησκό του, απόρεσε πολύ και του λέγει:
«Μπρέ Γιώργη, τι ακούγω; Γιατί δέ μιλάς;».

Μα κείνος έσκυψε το κεφάλι του και πήγε μέσα στο καΐκι. Το μαράζι τον έλιωνε μέρα με τη μερα κ’ ήτανε πάντα συλλογισμένος. Φαρμάκι έτρεχε απ’ το στόμα του. Τα μάτια του ήτανε βουλιασμένα και θλιμμένα, τα γένια του αμπαρμπέριστα, το μουστάκι του πεσμένο απάνου στο στόμα του. Μηδέ σε καφενέ πάγαινε, μηδέ σε τζαμί, μηδέ πουθενά. Καθότανε σε μια γωνιά του λιμανιού που δε ζύγωνε ψυχή, κι αν λάχαινε να πάγει κατά κει κανένας, σηκωνότανε και τραβούσε μέσα στο μεζαρλίκι[12] γιατί κει πέρα εύρισκε μια σταλιά ήσυχία. Έχωνε μέσα στα μάλαθρα πού ’χανε θεριέψει, κάτου από ’να ροζιασμένο κυπαρίσσι, και ξάπλωνε ανάσκελος, κοιτώντας τον ουρανό.

Ο Άγιος Γεώργιος ο Κουδουνάς (facebook.com/SyllogosPrigipianon)

Το σπίτι τ’ αφεντικού του ήτανε στη Χιό μέσα στο κάστρο. Οι Τούρκοι, βλέποντας τον Αχμέτη έτσι μονόχνωτο και βουβό, επειδής πληροφορεθήκανε τα καθέκαστα, πιάσανε να τον υποπτεύουνται. Καταλαβαίνανε πως ήτανε μετανοιωμένος. «Γκιαουρού νε γιαπσάν γκιαούρ ντιρ!» «Ό,τι και να τον κάνεις, ο άπιστος είναι άπιστος!». Στο τέλος συμφωνήσανε να τον σκοτώσουνε.

Ωστόσο κείνος δεν έδινε άσπρο για τίποτα. Δεν είχε πλιά κανένα μεράκι απάνου στον εαυτό του. Το φέσι του ήτανε λιγδιασμένο, τα καλαμοβράκια του παγαίνανε το ’να πάνου και τ’ άλλο κάτου, οι αγκώνοι του ήτανε τρύπιοι. Στο ζουνάρι του δεν είχε μηδ’ έναν τσακά[13], για να παστρέψει εν’ απίδι, μηδ’ ένα τσακμάκι, αυτός που ήτανε τεριακλής κι άλλη φορά φουμάριζε απάν’ από δέκα βέργες τη μερα. Περπάταγε σκουμπός, σαν κανένας γέρος εκατό χρονώ, με τα χέρια μπλεγμένα πίσω του, και σιγά-σιγά πάγαινε κι ακουμπούσε απάνου σε κανέναν απόζερβον τοίχο, κ’ έτσι τον έπαιρνε ο νύπνος.

Ένα πουρνό σηκώθηκε απ’ το γιατάκι του πριν να χαράξει, επειδής είχε στεναχώρια και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Στη θάλασσα ούλοι κοιμόντανε ακόμα, στη στεριά το ίδιο. Όξου το πέλαγο το ’δερνε φρέσκια νοτιά, και πέφτανε ανάριες σταλες απ’ τον βουρκωμενον ουρανό. Τράβηξε κατά το λιμάνι και, σαν έφταξε στο μερος που δένανε τα καΐκια τους οι χριστιανοί, πήρε το μάτι του από μακριά δυό σκιές, που βιαστήκανε να κρυφτούνε μόλις τον είδανε. Μα μονομιάς ή μια απ’ αυτές κοντοστάθηκε στην κόχη του δρόμου.

Ήτανε ο χριστιανός που ‘χε μιλήσει του Γιώργη πριν από καιρό. Κ’ επειδής τον σουσούμιασε πως ήτανε κείνος, στάθηκε και τον περίμενε να ζυγώσει. Και, σαν σίμωσε και τον καλογνώρισε, βγήκε στο φανερό και πήγε κοντά του και τον καλημέρισε και του ‘πε:
«Γιατί, Γιώργη, αρνήστηκες τη θρησκεία μας; Γιατί ρεζίλεψες τη φυλή μας; Εμ την ψυχή σου κόλασες, εμ το σόγι σου ντρόπιασες! Μόλεψες τ’ άγιο μύρος, κόλασες και τον νουνό που σε βάφτισε! Σε βλέπω και ματών’ η καρδιά μου! Ακόμα τα ρούχα σου τα ίδια, και κείνα κλαίνε πάνου στο κορμί σου! Έτσι παιδεύει ο Θεός τον αμαρτωλό, μα τα κρίματά του είναι μεγάλα, κ’ η σπλαχνιά του τα κονομά ούλα, για να σωθεί το χαμένο πρόβατο! Και τώρα έχει βάλει ολοφάνερα το χέρι του, για να φκολύνει τη σωτηρία σου! Τέτοιαν ώρα τι γυρεύεις στο μόλο; Η Παναγια σ’ έσπρωξε και ξύπνησες, για να μην ξανακοιμηθείς πλια τον ύπνο της αμαρτίας! Εμένα τον ίδιο, γιατί δε με ρωτας τι γυρεύω τέτοιαν ώρα όξ’ απ’ το σπίτι μου, πως να ’ρτω απ’ τον απάνου μαχαλά ο αγέρας πήρε το καλπάκι απ’ το κεφάλι μου, κόντεψε να ξεκολλήσει το βρακί απ’ τα μεριά μου; Παιδί μου, για το ίδιο χρέος μας άνταμωσε ο Χριστος σήμερα! Την ώρα που φάνηκες από μακριά, εγώ κι ο Γιαννης ο Νεράντζης βγαίναμε απ’ το καΐκι του καπεταν-Μπετεφρή. Είναι κάμποσες μέρες που πήραμε απόφαση, στ’ όνομα του Θεού π’ αρνήστηκες, να φύγουμε κρυφά απ’ τη Χιό με τις φαμελιές μας, επειδής ακούστηκε πως ο πασάς θά χαλάσει τα μεγάλα κεφάλια κι άλλους χριστιανούς μεσ’ απ’ το φακίρ-φουκαρά[14] του νησιού. Και, σε τούτη την απόφαση, συμφωνήσαμε και ταιριάξαμε κ’ οι τρεις, και ψες το βράδυ βρεθήκαμε απάνου στο καΐκι για να μιλήσουμε για τα καθέκαστα. Και, με την κουβέντα, δεν καλύψαμε μάτι ούλη τη νύχτα. Το λοιπόν, τα συμφωνημένα μας είναι να σηκωθούμε στα πανιά αύριο περασμένα τα μεσάνυχτα, τώρα που βοηθά ο καιρός, γιατί θα βάλουμε πλώρη κατά τ’ Αϊβαλί, επειδής μαθαίνουμε πως σε κείνο το μέρος οι χριστιανοί βρίσκουνε ραχάτι.

Βλέπεις και κρίνεις κ’ εσύ ατός σου πόσο βολικά τα ’φερε ο Θεός, για να παρατήσεις τους Τούρκους και να πας να ζήσεις πάλε σα χριστιανός, όπως ζήσανε οι γονοί σου. Κάνε τον σταυρό σου, κ’ έλα μαζί μας!».

(iconandlight.wordpress.com)

Κ’ επειδής τον έβλεπε να στέκει βουβός, του ξαναλέγει:
«Μωρέ Γιώργη, γιατί στέκεις έτσι δίβουλος;».
Τότες ο Γιώργης άνοιξε το στόμα του και, μαζί με τα λόγια του, τον πήρανε τα κλάματα:
«Η γλώσσα μου είναι μουδιασμένη και δεν μπορώ να μιλήσω! Ποιος πέρασε τέτοιο μαρτύριο σαν το δικό μου; Ποιος ψήθηκε απάνου σε τέτοια κάρβουνα; Αμάν! Γιατί ο Θεός φύλαξε για μένα μιά τέτοια ντροπή; Άλλα ακούνε τ’ αυτιά μου κι άλλα ακού’ η καρδιά μου! Με φωνάζουνε Αχμέτη κι ακούγω Γιώργη, και πάλε με φωνάζουνε Γιώργη και σπαράζουμαι το ίδιο σα να με φωνάζουνε Αχμέτη! Μου μιλάνε τούρκικα κι ακούγω γραικικά! Φοβάμαι τους Τούρκους, φοβάμαι τους Ρωμιούς, και δεν ξέρω πού να πάγω να κρυφτώ! Στο τζαμί βλέπω ξαφτέρουγα, βλέπω τέμπλα κι ακούγω ψαλτάδες! Το ριζικό το δικό μου κανένας δεν το ’χε στον ντουνιά! Δεν έφταιξα ο δόλιος για να τυραγνιέμαι και σε τούτον και στον άλλο κόσμο! Παιδί ήμουνα και με πλανέσανε, γιατί η ζωή φαίνεται γλυκιά σε κείνον που δεν ξέρει ακόμα τι λογής φαρμάκια έχ’ η αλλαξοπιστιά!»
Τον πνίγανε τα δάκρυα κ’ έλεγε και ξανάλεγε:
«Πάρτε με μαζί σας, μπάρμπα!».

Βλέποντας ο γέρος τούτα, καταχάρηκε και τον παρηγόρεσε, κι απομείνανε σύμφωνοι νά κατεβεί ο Γιώργης την άλλη νύχτα, περασμένα τα μεσάνυχτα, για να μισεψουνε. Κ’ επειδής είχε πιάσει να ξημερώνει, μ’ όλο π’ ο ουρανός ήτανε καταμουντωμένος και δεν πολυόφεγγε, βιαστήκανε να χωριστούνε.

Κείνη τη μέρα ο καιρός χειροτέρεψε. Ο αγέρας μπουρίνιασε και το πέλαγο έβγαζε μια τέτοια βουή, που φοβότανε άνθρωπος κι απάνου στη στεριά ακόμα. Η βροχή ερχότανε δεμάτια-δεμάτια, όπως λασκάριζε και δυνάμωνε κάθε στιγμή ο αγέρας, και βαρούσε λοξά τα σπίτια και τα χωράφια σα να ’τανε κοντάρια. Μέσα στα σπίτια δεν ακούγανε ο ένας τον άλλον απ’ τις σφυριξιές κι απ’ τα χουγιαχτά που βγαίνανε από κάθε τρύπα κι από κάθε χαραμάδα. Απ’ τα παλιά τα σαχνισίνια ξεκολλούσανε ολάκερα δοκάρια και πέφτανε στη γης, τα κεραμίδια πετούσανε στον αγέρα, τα χτίρια σειόντανε απ’ τα θεμέλια. Μέσα στ’ αλάνια ο άνεμος σήκωνε κάτι πέτρες χοντρύτερες από καρύδια και τις σφεντόνιζε απάνου στις πόρτες και στα σφαλιστά παραθύρια. Οι άνθρωποι φυλαγόντανε να βγούνε απ’ τα σπίτια, και κείνος που ‘χε μεγάλη ανάγκη έπαιρνε τον τοίχο-τοίχο ως να φτάξει κει που ‘θελε. Ούλοι είχανε σφίξει το βρακί τους με το ζουνάρι κ’ είχανε μαζέψει τη σελα τους, γιατί αλλιώς κάνανε τούμπες, σαν το καράβι που δε μουδάρισε τα πανιά του.

Στο λιμάνι η ταραχή ήτανε πιο πολλή. Ο αγέρας ζάλιζε περσότερο τα τούρκικα καΐκια, που ‘χανε τ’ αραξοβόλι τους κάτ’ άπ’ το δεξί χέρι μπαίνοντας στο λιμάνι. Για τούτο, απ’ την αυγή π’αρχίνησε να μπουρινιάζει στα γερά, πολλά τούρκικα καΐκια είχανε ρίξει κάβο στην άλλη μεριά του λιμανιού και λεβάρανε για να περάσουνε πέρα. Άλλα πάλε κατεβάσανε τη μεγάλη άγκουρα μέσα στη φελούκα και πασκίζανε νά φουντάρουνε απάνου στον αγέρα για να σιγουράρουνε.

Χίος, άποψη του λιμανιού στις αρχές του 20ού αιώνα (aplotaria.gr)

Κατά τις τέσσερες ώρες της μέρας το μπουρίνι κατέβασε ένα νερό που σάστισε τους θαλασσινούς, και μαζί ο αγέρας έστριψε στον σορόκο μ’ αστραπές και με μπουμπουνητά. Οι θάλασσες γιουργιάρανε άξαφνα μεσ’ απ’ το μπάσιμο του λιμανιού, και κάθε φορά που χυνόντανε απάνου στο μόλο, παίρνανε κάτου κ’ ένα κομμάτι γης. Απ’ όξω πάλε άλλες θάλασσες, αγριεμένες και καταπράσινες, ερχόντανε απ’ το θολό πέλαγο σαν καμαρωμένα άτια και, σαν φτάνανε μπρος στη στεριά, ανακαμαριάζανε για μια στιγμή, λες και θέλανε να καταπιούνε τα βράχια, κ’ ύστερα χυνόντανε απάνου στον στενό μόλο, περνούσανε από πάνου και γιουργιάρανε κι αυτές μέσα στο λιμάνι, σαν το στρατό που σπάνει τις καστρόπορτες και χυμίζει μέσα σε πολιορκημενη πολιτεία χουγιάζοντας: «Γιούργια! Γιούργια!».

Περισότεροι από πεντακόσοι άνθρωποι παλεύανε μέσα σε μια χαβούζα, ουρλιάζανε, πλατσαρίζανε μέσα στα νερά, κουτρουβαλούσανε ο ένας απάνου στον άλλον, τσακίζανε χέρια και ποδάρια. Αλλού αγωνιζόντανε να σαλπάρουνε μπερδεμένες άγκουρες και χωνεύανε μέσα στο θολό νερό. Οι σκουριασμένες καδένες, αλλού τρακέρνανε φελούκια και πηγαίνανε στον πάτο ως που να πεις αμήν. Παραπέρα δυο καράβια είχανε κολλήσει το ‘να στα’ άλλο και σκαμπανεβάζανε με μπερδεμένα ξάρτια, με τις αντένες γαντζωμένες, με τις κουπαστές κατατσακισμένες. Ψηλά λαλαδίζανε τα πανιά και ξεκολλούσανε απάν’ από τ’ άλμπουρα, κ’ ένα σωρό άνθρωποι κι απ’ τα δυο καράβια, ανεβασμένοι στα ξάρτια και στις κόφες, πασκίζανε να τ’ αβαράρουνε και δερνόντανε απ’ το γινάτι συναμεταξύ τους. Ένα σωρό μικρά καΐκια κειτόντανε πεταμένα όξου, άλλα ξεκοιλιασμένα, άλλα με φευγάτη πλώρη για πρύμη. Ένα μεγάλο μπάρκο, όπως ήτανε διπλαρωμένο απ’ τη φουρτούνα απάνου στο μόλο, με κομμένες άγκουρες, είχε πάρει από κάτου δυο-τρία μικρά καΐκια, κ’ η θάλασσα το κοπάνιζε σλύπητα απ’ την άλλη μπάντα. Εδώ κ’ εκεί πλεύανε στραβοξυλιές, βαρέλια, φέσια, ρούχα λογιώ-λογιώ. Στην πολιτεία ούλοι οι μιναρέδες είχανε απομείνει με κουτσουρεμένους τεπέδες.

Μέσα σε τούτη τη φουρτούνα είχανε μεγάλο χτυποκάρδι κείνοι οι φουκαράδες που χοιμαζόντανε για να φύγουνε, μα περσότερο απ’ ολουνούς ο κακόσουρτος ο Γιώργης.
«Δεν ήτανε λοιπόν θέλημα Θεού να ξαναγίνει χριστιανός; Με τα μπόδια που του ’βαζε, μπας κ’ ήθελε να του δείξει πως δεν είχε κανένα όφελος για την ψυχή του μ’ ένα τέτοιο φευγιό κρυφά απ’ τους Τούρκους; Δεν αρνήστηκε φανερά τον Χριστό, ώστε να χρωστα πάλε φανερά να φωνάξει πως γυρίζει στην πίστη του; Μπρος, δεν έχει άλλο, μόνο να πάγει, σαν ξημερώσει, στον πασά και να μολογήσει μπροστα σ’ ούλο το συμβούλιο και σ’ ούλο το τουρκομάνι πως είναι χριστιανός!».

Έτσι στριφογύριζε ίσαμε το πρωί. Μα, σαν σηκώθηκε απ’ το γιατάκι του, αλλαξ’ απόφαση.
«Δεν ήτανε, μαθές, τρόπος να ξαναγίνει χριστιανός δίχως να παραδοθεί στα σκυλιά, να πάγει ν’ ασκητέψει μέσα σε τρύπες, σε ντερβένια που δεν πατά άνθρωπος! Το λοιπόν, δεν υπάρχει πλια γι’ αυτόν ζωή αντάμα με τον Χριστό, παρά μόνο θανάτωμα για την πίστη του! Ώστε τούτο το πικρό ποτήρι, που δείλιαζε να το πιει κι ο ίδιος ο Χριστός, έπρεπε να το πιει αυτός για τον Χριστό, αυτός, ένας απλός άνθρωπος, αγράμματος, που ‘χε ξεχάσει και τα ρωμέικα ανάμεσα στους Τούρκους!».

Το κουράγιο του λύγιζε και δεν ήθελε να πεθάνει, μόνο ήθελε να γίνει χριστιανός, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα στο συναμεταξύ. Πέρασε και κείνη η μέρα.

Το βράδυ ο αγέρας, που ‘χε λασκάρει για λίγη ώρα, ξαναδυνάμωσε. Σαν σκοτείνιασε, ο Γιώργης βγήκε απ’ το σπίτι και κατέβηκε στο γιαλό. Μέσα στο λιμάνι κρατούσε ησυχία, γιατί είχανε βολευτεί τα καΐκια. Δεν ήξερε σε τι μεριά ήτανε αραγμένο το καΐκι του Μπετεφρή, επειδής με τη φουρτούνα ανεκατωθήκανε. Ωστόσο το ’βρε στο ίδιο μερος π’ άραζε πάντα και χάρηκε, γιατί μπορούσε να ‘χει πάθει και ζημιά! Μάλιστα ήτανε μοναχιασμενο και στις μπάντες του ήτανε αραγμένα ένα σωρό μικρά μπατέλα ψαράδικα, ούλα χριστιανικά. Αφού σιγουράρισε για το καΐκι, γύρισε πίσω στο κάστρο και περίμενε στα σκοτεινά, δίχως να καλύψει μάτι.

Κατά τα μεσάνυχτα ξανακατέβηκε λάου-λάου στο λιμάνι. Ακόμα οι άλλοι δεν είχανε μπαρκαριστεί. Σαν τον είδε άξαφνα μπροστα του ο καπεταν-Μπετεφρής, ξεράθηκε, γιατί τον πήρε για Τούρκο. Μα ο Γ ιώργης του μίλησε ρωμέικα και του ξήγησε ποιος ήτανε, κι ο καπετάνιος, που ‘ξερε την υπόθεση, τον πήρε και τον τρύπωσε μέσα στο πλωριό φάλιο. Στο μεταξύ κουβαλούσανε ένα κι άλλο χρειαζούμενα απ’ τα σπίτια. Στο τέλος μπαρκαριστήκανε οι τρεις φαμελιές κ’ ένας παπάς, δίχως νά βγάλουνε άχνα· ως και τα μωρά είχανε βουβαθεί απ’ το φόβο τους.
Σαν μπήκανε ούλοι στο καΐκι, ο καπετάνιος ρώτηξε:
«Έχουμε κανέναν όξω;».
Κ’ ύστερα παράγγειλε στο μούτσο να ’βγει να λύσει, και σ’ έναν άλλον να παρατήσει την άγκουρα στη θάλασσα και να ισάρει μονάχα το φλόκο. Δε θέλησε να ισάρει το μεγάλο πανί, για να μην μπατάρει και τον προδώσει.

Το σκοτάδι ήτανε κατράμι. Ο Μπετεφρής έβαλε πλώρη απάνου στο μπάσιμο του λιμανιού. Περάσανε σε δυό-τρεις οργυιές απ’ τα τουρκικά καράβια, μα δεν πήρε κανένας χαμπάρι, γιατί ήτανε ούλοι ψόφιοι απ’ την κούραση που ‘χανε τραβήξει τη μερα. Ο καπετανιος είχε στον νου του μη μπερδέψει το τιμόνι του σε καμιάν άγκουρα, και μην τον μυριστούνε δυο λάζικα καΐκια που φυλάγανε κάτ’ απ’ το κάστρο σιμά στο μπάσιμο. Μα κείνα είχανε τραβηχτεί παραμέσα απ’ τη φουρτούνα, και δεν τους δώσανε καμιάν ενόχληση. Έτσι ξεμπουκάρανε απ’ το λιμάνι. Και τότες πλια ισάρανε μόνο το μισό πανί, γιατί η φουρτούνα τους άρπαξε με μουγκρητά, και κατηφορίσανε κατά τις Αγνούσες, δοξάζοντας με δάκρυα τον Θεό που τους γλύτωσε.

Ούλη τη νύχτα η λεύκα[15] τσαλαβουτούσε σαν πάπια. Οι θάλασσες μπαίνανε μέσα. Κατά τα χαράματα ο αγέρας τσάκισε. Βγαίνοντας ο ήλιος, βρισκόντανε μπρος στη Μυτιλήνη, ανοιχτα απ’ τον κάβο της Αγριλιάς. Μέσα σε μιαν ώρα ο καιρός έγινε χαρά Θεού. Ο ουρανός ξάνοιξε κ’ η θάλασσα άπλωνε ήμερη σαν λιβάδι, τα βουνά στεκόντανε μέσα στο πέλαγο καθαρά σαν πετραμήθρες. Ανεβήκανε ούλοι απ’ τ’ αμπάρι και λιαζόντανε απάνου στην κουβέρτα.

Κατά το μεσημέρι βάλανε κουπί, γιατί δεν ανέσαινε από πουθενά. Μονάχα ένα δυνατό καραντί τους στραπατσάριζε. Είχανε φτάξει ανοιχτά απ’ το Σαρμουσάκι και ξεχωρίζανε καθαρά τα νταμάρια και την Αλυκή. Τ’ Αϊβαλί δεν ήτανε αλάργα.

Ώρα σπερνού οι γυναίκες βάλανε λίγα κάρβουνα σ’ ένα γλαστρί και θυμιάσανε. Σε λίγο καλάρισε ένα αγεράκι απ’ το πέλαγο και μπήκανε μέσα στο μπουγάζι, ανάμεσα στη μεγάλη στεριά και σ’ ένα νησί που το λένε Γυμνό. Ως να κάγει ένα τσιμπούκι, είχανε κιόλας πιάσει το μπάσιμο του λιμανιού, το Ταλιάνι, και μπήκανε μέσα δίχως να τους πει κανένας τίποτα.

Ένα σωρό ψαρόβαρκες μπαινοβγαίνανε. Απ’ το ζερβό τους χέρι είδανε τα Μοσκονήσια, που βγαίνουνε θαλασσινοί και σφουγγαράδες, κι απ’ τα δεξά τους ένα νησάκι ίσαμ’ ένα πιάτο, ίδιο με μια φούντα καλάμια, τον Άη-Γιάννη τον Πρόδρομο. Τ’ Αϊβαλί το ‘χανε πλιά μπροστά τους σ’ ένα-δυο μίλια, μια μεγάλη πολιτεία, πόπιανε απ’ την ακρογιαλιά κι άπλωνε πάνου σε κάτι μικρά κίτρινα βουνά, κατά κει που βγαίνει ο ήλιος.

Αϊβαλί (catisart.gr)

Από τότες περάσανε κάμποσοι μήνες κι ο Γιώργης ζούσε στ’ Αϊβαλί ήσυχα, κοντα σ’ έναν καλόν χριστιανό, γνώριμο του Βισετζή, που ‘χε ένα χτήμα όξ’ απ’ την πολιτεία. Η μοναξιά ολοένα τον ειρήνευε. Η πληγή της καρδιάς του έκλεινε μέρα με τη μέρα.

Με τον καιρό, αρχίνησε να ξεθαρρεύεται και κατέβαινε στην πολιτεία κάθε τόσο, ν’ αγοράσει το ‘να και τ’ άλλο, σίδερο για το ξυλάλετρο, για το χρειαζούμενο ζαχερέ[16]. Ένιωσε πάλε τη νιότη του και ξανάπιασε τα παλιά του τα μεράκια. Παράγγειλε στον πιο καλύτερον αμπατζή[17] ρούχα για τις καλές μέρες, σταυρωτή μ’ ένα σωρό μαστορικά χάρτζα από μεταξωτό τριχίλι, και βρακί με κόκκινο γιρμισούτι. Οι ταμπακέρες του, τα τακίμια του, ούλα στον τόπο τους, ασημένια και σμαλτωμένα. Το μουστάκι του περιποιημένο, οι καρτσοδέτες του από μπρισίμι, το ζουνάρι του μεταξωτό νταραμπουλούζ.
Ούλοι τον αγαπούσανε, γιατί η γνώμη του ήτανε καλή κ’ η καρδιά του δε βρισκότανε σ’ άλλον άνθρωπο. Δε σήκωνε μάτι να δει σε παραθύρι. Το περπάτημά του ήτανε ίσιο και σκεφτικό, τα φερσίματά του γεμάτα σεμνότη και φρονιμάδα. Δεν έβγαινε απ’ το στόμα του άσκημος λόγος, μα δεν κουβέντιαζε και πολύ-πολύ.

Στην πολιτεία δεν είχε άλλη συντροφιά, εξόν μια γριά που την αγάπησε σαν μητέρα και της ξεμυστερεύτηκε την ιστορία του.

Έλα-έλα, ταίριαξε και ρωτεύτηκε με μια κοπέλα. Κι’ επειδής τον συμπάθησε και κείνη, έβαλε τη γριά να κάνει το μεσάζον στους γονιούς της, για να τη στεφανωθεί, όπως κ’ έγινε. Μα η γριά, σαν γριά πολυλογού, είπε στους γέρους του κοριτσιού, δίχως να ‘χει κακή βουλή, το μυστικό του Γιώργη, πως αλλοξοπίστησε τότες που ήτανε ακόμα ανήλικος και πως τώρα είναι θρήσκος χριστιανός και κάνει τα χρέη της θρησκείας, νηστεία και προσευκή, σαν κανένας άλλος. Οι γονοί της νύφης, ακούγοντας τέτοια, απορέσανε. Μα σαν μπαινοβγήκε το παλληκάρι στο σπίτι, κ’ είδανε τη γνώμη του και τα συνήθια του, δώσανε την ευκή τους και πιάσανε να τοιμάζουνται για τη χαρά.

(ieramonopatia.gr)

Μα αλλιώς ήτανε γραμμένο. Η νύφη είχε έναν αδερφό διαστρεμμένον και κακούργο, που αντιφέρνουνταν με το Γιώργη. Μια μέρα λογοφέρανε και, για να πάρει εγδίκηση, ο άναντρος άντρας πήγε δίχως χασομέρι στον αγά και πρόδωσε πως ο Γιώργης ήτανε Τούρκος αλλαζόπιστος!

Τότες ο άμοιρος βιάστηκε να πα’ να κρυφτεί και, μέσα στο παλιό σπίτι που κρύφτηκε, έκλαιγε μέρα-νύχτα, παρακαλώντας τον Θεό να του δώσει δύναμη, για να βγάλει πέρα σαν παλληκάρι αυτόν τον αγώνα, που ήτανε θέλημά του να τον τραβήξει.

Έτσι περάσανε πέντ’-έξι μέρες. Και, σαν πήρε πλιά την απόφαση και στέριωσε την καρδιά του με προσευκή, κοιμήθηκε σαν αρνί. Και το πρωί σηκώθηκε χαρούμενος, κι αφού νίφτηκε και μπαρμπερίστηκε, γονάτισε απάνου στα παλιά σανίδια κ’ έκανε τον σταυρό του. Ένα γύρο η γειτονιά τον είχε πάρει πλιά χαμπάρι, κι ούλοι το κρατούσανε μυστικό και τον συντηρούσανε κρυφά κείνες τις λίγες μέρες. Αφού προσευκήθηκε, έχωσε μέσα στον κόρφο του ένα φυλαχτό από τίμιο ξύλο, που του ‘φερε ένας χριστιανός, και βγήκε όξου στο δρόμο.

Απ’ όπου περνούσε, οι γυναίκες χαράζανε τρομασμένες μια σταλιά την πόρτα, για να τον δούνε που πάγαινε να παραδοθεί, κ’ ύστερα αμπαρώνανε γλήγορα και πέφτανε σε προσευκή μαζί με τα παιδιά τους, παρακαλώντας να του δώσει δύναμη ο Θεός. Έτσι κατηφόρεσε ίσαμε τα Μοραΐτικα. Και, περνώντας απ’ το παζάρι, ο κόσμος στεκότανε και τον κοίταζε, κ’ οι μαγαζιατόροι βγαίνανε στις πόρτες για να τον δούνε, κι απ’ τους καφενέδες πεταγόντανε οι χασομέρηδες, κ’ οι γνωστοί κ’ οι φίλοι του με θλίψη τον καλημερίζανε και τον ρωτούσανε. Με δυο λόγια, σηκώθηκε από παντού ένα μεγάλο σούσουρο: «Ο Γιώργης πάγει να παραδοθεί!» -επειδής οι Τούρκοι είχανε φυλακώσει κάμποσους χριστιανούς, για να μαρτυρήσουνε που είχε χωθεί και δεν τον βρίσκανε.

Η ιερά λειψανοθήκη της τιμίας κάρας του Αγίου νεομάρτυρος Γεωργίου Χιοπολίτου (Αθήνα, Μουσείο Μπενάκη) (LesvosPost.com)

Τράβηξε ολόισα στο Κονάκι και παρουσιάστηκε μπροστά στον αγά, λέγοντάς του ποιος ήτανε. Ο Τούρκος τότες του λέγει με γλυκόν τρόπο:
«Ξέρω πως είσαι Τούρκος και πως λέγεσαι Αχμέτης, κι όχι Γιώργης. Το λοιπόν έλα στα σωστά σου και μη γίνεσαι ρεζίλι στον κόσμο, και δίνεις αιτία να σηκωθούνε ρεμπελιά κι ακαταστασίες!».

Μα ο Γιώργης δεν πλανεύτηκε σαν και τότες που δεν έφτανε το μυαλό του, και λέγει του αγά:
«Εγώ Γιώργης γεννήθηκα και Γιώργης θε ν’ αποθάνω!».

Μόνο τούτα τα λόγια είπε και σώπασε, κοιτώντας τον αγά κατάματα. Κι ο αγάς συγκρυάστηκε, γιατί πρώτη φορά τον κοίταξε με τέτοιο μάτι ένας ραγιάς. Μα πάλε έκανε πομονή και καμώθηκε πως δε θύμωσε, και του ξαναλέγει:
«Δε λυπάσαι, μωρέ Αχμέτη, τα νιάτα σου; Δε βάζεις με το νου σου πως το μαχαίρι κ’ η θελιά είναι στο λαιμό σου; Εσύ φαίνεσαι άνθρωπος σκεφτικός, και πώς κάνεις τέτοιες ζεβζεκιές, που να κρέμεται από μια τρίχα η ζωή σου; Πε μου πως είσαι Τούρκος και πάνε να προσκυνήσεις στο τζαμί, για να συχωρεθείς και να ζήσεις δίχως να σε πειράξει κανένας!».

Κι ο Γιώργης του απάντησε σα να ‘ξερε πολλά γράμματα:
«Ο άνθρωπος γεννιέχαι δίχως μυαλό και δίχως κρίση, και τότες κι ο Θεός δεν λογαριάζει τά κρίματά του. Μα σαν παλληκαρέψει, ο νους του φτάνει να ξεχωρίσει το καλό και το κακό, και τα σφάλματά του δεν περνάνε άγραφα. Έτσι και γω, τότες που ήμουνα μωρό, έπεσα στη μεγαλύτερη αμαρτία, γιατί με φοβερίξανε και μ’ αλλαξοπιστήσανε οι δικοί σας μα τώρα είμαι άντρας μ’ αίστημα, κ’ η δύναμη του κορμιού δίνει νου στο κεφάλι κι αφοβιά στην καρδιά. Για τούτο μη χάνεις τα λόγια σου άδικα, μόνο κάνε σύντομα το ό,τι δεν είναι δικό σου θέλημα, παρά του Θεού!».

(saint.gr)

Πάλε ο αγάς καμώθηκε πως δεν τον συνερίστηκε και ξανάπιασε τις γαλιφιές, ταζοντάς του να τον κάνει μπέη και να τον πανδρέψει με μιαν όμορφη χανούμισσα. Μα ο Γιώργης του ξανάπε νέτα-σκέτα πως η απόφασή του ήτανε να πεθάνει και πως η θρησκεία τους είναι για φτύσιμο!

Ακούγοντας τον να μιλά έτσι, ο Τούρκος γάβγιξε σαν σκύλος και πρόσταξε τους ζαπχιέδες να τον πισθαγκωνίσουνε και να βγάλουνε απ’ το βρακί τη φύση του, για να δει ούλο το μιτζιλίσι[18] πως ήτανε σουνετεμένος. Τότες ο Γιώργης βλέποντας τι ρεζιλίκι θα πάθαινε, αγρίεψε.

Το μάτι του γίνηκε σαν βόλι και τόσο ξάναψε η όψη του μονομιάς, που οι γενιτσάροι κοντοσταθήκανε. Μα την ίδια στιγμή ξαναμέρεψε, κ’ οι Τουρκαλάδες τον δέσανε πιστάγκωνα και κατεβάσανε το βρακί του. Ο καλότυχος έγειρε το κεφάλι του και στάθηκε σαν Χριστός γυμνός απ’ τη μέση και κάτου. Μόνο δυό δάκρυα σιγοκομπιάσανε απάνου στα θειαφένια μάγουλά του. Και, σαν τον βρακώσανε ξανά, γυρίζει και του λέγει πάλε ο αγάς:
«Ύστερ’ από τούτο το μερεμέτι, αν είσαι άντρας, θα φυλαχτείς μην πάθεις χειρότερο ρεζιλίκι μπρος σε τούρκους και σε χριστιανούς. Αν δεν έρτεις στα μυαλά σου και δε γυρίσεις στην πίστη μας, έχω κατά νου να σε μπομπέψω καταμεσίς στο παζάρι, κ’ ύστερα να σε χαλάσω με τον πιο σκληρό θάνατο!».

Τότες πλιά ο Γιώργης ξάναψε και τ’ άποκρίθηκε:
«Ψωριασμένε σκύλε, είπα και το ξαναλέγω πως δεν ήρτα για να κάνω ριτζά σαν αδικημένη χήρα, μηδέ τεμενά σαν σκλάβος!
Ήρτα να θανατωθώ, για να ξεπλύνω με το αίμα μου το κρίμα μου! Κ’ εσύ πολεμάς να με μεταστρέφεις με λόγια που λένε στα μωρά, να γίνω άπιστος από χριστιανός και Τούρκος από Γραικός! Ποιος είναι κείνος που θαν έβγαζε τα μεταξωτά σαλβάρια για να φορέσει ψειριασμένον ελιφιέ; Ποιος άνθρωπος σκεφτικός θαν άλλαζε ένα άτι σελωμένο μ’ ένα μαδημένο γαϊδούρι; Ποιο αηδόνι θαν έστρεγε να ζήσει, σαν του παίρνανε τη λαλιά του και του δίνανε στον τόπο της το κράξιμο του κοράκου; Εσύ θαρρείς πως θα δειλιάσω και θα προσκυνήσω τον ντουρά, μα για μένα τούτη η μερα είναι σαν το δέντρο που βρίσκει ο λαχανιασμένος στρατοκόπος, γιατί ούλη η ζωή μου στάθηκε ένα βάρσανο, και θέλω να ξεκουραστώ! Το κορμί μου μπορείς να το τυραγνήσεις, μα η ψυχή μου στέκεται σαν βαλανιδιά, κ’ εσύ μοιάζεις το μερμήγκι που δαγκάνει τη ρίζα της και θαρρεί πως θα τη ρίξει κάτου! Ψοφίμια! Η χριστιανοσύνη δεν ξεκληρίζεται μηδέ με το σπαθί, μηδέ με την κρεμάλα, μηδέ με τίποτα, γιατί είναι η γωνιακή πέτρα του κόσμου!».

Ακόμα δεν είχε τελειώσει τούτα τα λόγια και τον αρπάξανε οι ζαπτιέδες και τον τραβολογούσανε δέρνοντάς τον. Και κείνος γύριζε το κεφάλι και τα φώναζε τ’ αγά, ως που τον βγάλανε απ’ το Κονάκι. Ο κόσμος ακλουθοΰσε καταπόδι. Σα φτάξανε στη φυλακή, δεν τον βάλανε μέσα, μόνο τον ξεγυμνώσανε πρώτα και τον ξαπλώσανε στο χώμα μπρούμυτον, κ’ υστέρα ένας αράπης τον έδειρε αλύπητα μ’ ένα βούνευρο. Και σαν τον ξεθεώσανε κ’ είδανε πως δε σπάραζε, τον αρπάξανε και τον ρίξανε μέσα στο μπουντρούμι.
Δεκαεφτά μέρες τον τυραγνούσανε και τον μπομπεύανε, απ’ τις 8 του Νοέβρη ως τις 26. Κάθε μέρα μέσα στο παζάρι τρέχανε άξαφνα οι χριστιανοί κατά τη φυλακή, λέγοντας ο ένας στον άλλο: «Πάλε τον Γιώργη δέρνουνε!» Μα μ’ ούλα τα βασανιστήρια κείνος δεν άλλαζε γνώμη και δεν έβγανε πλιά γρυ απ’ το στόμα του, μηδέ ρωμέικο, μηδέ τούρκικο.

Ο αγάς, σαν είδε κι απόειδε πως δεν έκανε τίποτα με τις φοβέρες, και πως μόνο ρεζιλευότανε η αρχή από ‘ναν ραγιά, έβγαλε απόφαση να του κόψουν το κεφάλι.

Οι Κυδωνίες (Αϊβαλί) πριν το 1922 (enosivourlioton.gr)

Ούλη η πολιτεία έπεσε σε μεγάλη θλίψη. Κείνες τις μέρες δεν ακούστηκε μηδέ τραγούδι, μηδέ λαλούμενο. Οι χριστιανοί είχανε παρατημένα τα γένια τους, και πολλοί βάλανε μαύρα πουκάμισα.

Ο Γιώργης μήνυσε στους δικούς του να μην τον αφήσουνε να πεθάνει αμετάλαβος. Τότες ένας παπάς καμώθηκε πως πιάστηκε τάχα σε καβγά μ’ έναν χριστιανό και τους φυλακώσανε, κ’ έτσι έσμιξε με τον Γιώργη, τον ξαγόρεψε και τον μετάλαβε. Στις 25 του μηνός ο Γιώργης δεν κοιμήθηκε ούλη τη νύχτα, μόνο προσευχότανε γονατισμένος μέσα στο κελλί του, με την μπάλα στα ποδάρια.

Κείνον το χρόνο έπεσε βαροχειμωνιά. Όξω στα χωράφια φυσούσε ένα αγριοβόρι σα μολύβι. Τα νερά ήτανε παγωμένα, κ’ ένα τάντανο, που οι γέροι δε θυμόντανε άλλο όμοιο, είχε κάψει τα λιόδεντρα. Το υποστατικό που δούλευε ο Γιώργης είχε ρημάξει. Ο αγέρας ανεμάλλιαζε τα δέντρα, βούιζε ανάμεσα στα κλαδιά, κ’ εκεί ολοτρόγυρα γύριζε το σκυλί του Γιώργη, που το ‘λεγε Αχμέτη, ουρλιάζοντας μέρα και νύχτα με κολλημένα παγίδια.

Ξημέρωσε κ’ η τελευταία μέρα του. Θα τον σφάζανε κείνο το βράδυ τα μεσάνυχτα. Κατά το μεσημέρι οι ζαπτιέδες του Κονακιού κουβαλήσανε μια μεγάλη πλάκα σαρμουσακόπετρα στη μέση του παζαριού, στο μέρος που θα τον θανατώνανε. Οι χριστιανοί στεκόντανε χλωμιασμένοι γύρου-τριγύρου, και στα σοκάκια χαιρετιόντανε μονάχα με το κούνημα του κεφαλιού. Κατά το σούρουπο οι στρατιώτες στήσανε τον σοφά για τον αγά και για το συμβούλιο.

Σαν σκοτείνιασε, ο κόσμος αρχίνησε να κατεβαίνει στο παζάρι απ’ ούλες τις μεριές. Κείνοι που δε βαστούσ’ η καρδιά τους να δούνε τη σφαγή, παγαίνανε στις εκκλησιές και κάνανε αγρυπνίες.

Οι Τούρκοι φοβούντανε κανένα ρεμπελιό από μέρος των χριστιανών, και γι’ αυτό αραδιάσανε γύρω απ’ τη φυλακή καμιά πενηνταριά μπασιμποζούκηδες. Στο παζάρι φυλάγανε άλλα εκατό ζεϊμπέκια αρματωμενα ίσαμε τα δόντια και με λουμπούτια[19] στα χέρια, για να βαστούνε μακριά τον κόσμο. Στην καζάρμα[20], στα Ταμπακαριά, λέγανε πως είχανε κατεβάσει απ’ την Πέργαμο ολάκερο ταμπούρι για κάθε ενδεχούμενο.

Ως τις τέσσερες ώρες της νύχτας δεν είχε απομείνει άντρας σε σπίτι, εξόν οι αρρώστοι. Μιαν αναμπαμπούλα κ’ ένα πατιρντί έβγαινε απ’ το πλήθος, που ζουλιόντανε σαν γίδια, πασκίζοντας να ζυγώσουνε στο μέρος της σφαγής.

(ekklisiaonline.gr)

Κάμποσοι πάλε φουκαράδες χώνανε ανάμεσα στους άλλους για να ζεσταθούνε. Κι απ’ ούλα τα στόματα έβγαινε ένα μούρμουρο λυπητερό: «Κύριε, ελέησον!». Οι φίλοι του Γιώργη δεν είχανε βάλει τίποτα στο στόμα τους απ’ το πουρνό, και πιάσανε από νωρίς τα πόστα γύρω στην πλάκα, για να του δώσουνε καρδιά, αν τύχαινε να λιγοψυχήσει.

Τέλος έφταξ’ ο αγάς με τη δωδεκάδα και καθίσανε στις θέσες τους. Πέντ’-έξι σκλάβοι βαστούσανε από ‘να μεγάλο φανάρι κι ο τόπος έφεγγε σαν μέρα, μ’ όλο πού τ’ αναβόσβηνε ο βοριάς. Ο αγάς, αφού διπλοπόδισε, έστριψε και κοίταξε άγρια τον κόσμο κ’ είπε σιγανά, χτενίζοντας με τα δάχτυλα τα γένια του: «Ολέν, μπου γκιαουρλάρ νε ιστερλέρ;». «Μωρέ, τούτοι οι γκιαούρηδες τι θέλουνε;».

Κοντά στην πλάκα στεκότανε ο μπόγιας, μ’ ακόμα δυο-τρία ζεϊμπέκια, για να του κάνουνε γιαρντίμι[21], ούλοι τους αγριαθρώποι που δε γέννησε η φύση. Ο μπόγιας ήτανε ένας Ατσίγγανος Χασάν λεγόμενος, απ’ τα μέρη της Προύσας. Η δουλειά του ήτανε γύφτος, μα επειδής δούλευε και στο σαλαχανά[22] τις μερες που ‘χανε πολλά βόδια για σφάξιμο, ήτανε πρώτος μάστορας στο μαχαίρι. Το κορμί του το ‘χε φασκιωμενο μέσα σ’ ένα κόκκινο ζουνάρι, πόπιανε απ’ τα βυζιά του κ’ έφτανε ίσαμε τη φύση του, κι από πάνου ήτανε ζωσμένος με πλατιά λουριά ένα σαλαχλίκι παραγιομισμενο μ’ ένα σωρό μαχαίρια και πιστόλες και μασάτια[23] και τσιμπούκια, που φτανανε για ν’ αρματωθούνε γερά τρεις και τέσσερες νομάτοι. Τα μεριά του τα σκέπαζε ένα σουρωτό βρακί ίσαμε μια πιθαμή, δεμένο απάνου στα γοφά του, π’ άφηνε γυμνά τα μαυραγανιασμένα του τα γόνατα. Τα ποδάρια του ήτανε μελανά και κοκκαλιάρικα, με ροζασμενα γόνατα σαν της καμήλας. Απάνου φορούσε ένα τσιπκένι πλουμισμένο, στενό σαν το βρακί, που κατέβαινε λίγο πιο κάτου απ’ την αμασκάλη. Ούλο το σουλούπι του ήτανε ίδιος δαίμονας, μα πιότερο το μαυροπράσινο το μούτρο του, πόδειχνε πως ήτανε απ’ αράπη κι απ’ άσπρη μάννα, κόσκινο απ’ την ανεμοβλογιά. Ανάμεσα στα δόντια του δάγκανε ένα γυμνό χαντζάρι παραπόνου από μισή οργυιά. Το κεφάλι του ήτανε γυαλιστερό, ξουρισμένο ως το πετσί, έχοντας αφησμένη μονάχα μια φούντα μαλλιά απάνου στην κορφή, τον λεγόμενο τσαμπά, όπως συνηθίζουνε οι ζεϊμπέκηδες. Οι άλλοι σύντροφοί του είχανε και κείνοι το ίδιο σκέδιο, μόνο που δεν ήτανε ξεσκούφωτοι, μα φοράγανε στο κεφάλι κάτι μπασλίκια ψηλά τρεις πιθαμές κ’ οι μαρχαμάδες[24] πέφτανε απάνου στα μαύρα μούτρα τους και τα κάνανε πιο άγρια.

Το χτυποκάρδι πλήθαινε όσο σίμωνε η ώρα, ως που σηκώθηκε ένα σούσουρο μέσα στον κόσμο κατα τη μεριά της φυλακής: «Τον φέρνουνε! Τον φέρνουνε!».

Τρεις αρματωμένοι τον είχανε περιζωσμένον, μα δεν είχανε ολότελα χέρι απάνω του. Κείνος περπατούσε με τα χέρια μπαγλαρωμένα πιστάγκωνα, με τα στήθια μπρος, το κεφάλι ριγμένο κατά πίσω. Τα ρούχα του ήτανε άσπρα και κατακάθαρα, γιατί του τα ‘χανε στείλει στη φυλακή οι χριστιανοί, να ‘ναι συγυρισμένος. Φορούσε μόνο το πουκάμισό του και το σώβρακο, δίχως ζουνάρι, ξυπόλητος και ξεσκούφωτος. Τα μάτια του γελαζούμενα, το μαύρο μουστάκι του στριμμένο αλαφρά-λαφρά, τα γένια του μπαρμπερισμένα. Το πρόσωπό του είχε μια τέτοια ημερότη, πόλεγες πως έβλεπε κιόλας τον Θεό. Το πουκάμισό του ήτανε κουμπωμένο σεμνά στο λαιμό του, κ’ η φλέβα του λαιμού φούσκωνε, όπως ήτανε τραβηγμένες οι πλάτες του κατά πίσω απ’ το δέσιμο. Μπροστά του πάγαινε ένα φανάρι.

(christianvivliografia.wordpress.com)

Σαν έφταξε στη μέση, τον σταματήσανε μπροστά στον κριτή. Κι ο αγάς θέλησε να του πει κατιτίς, μα δεν πρόφταξε, γιατί ο Γιώργης, δίχως να στήσει αυτί στο τι θα του ‘λεγε ο κόπρος, για καλό, για κακό, πήγε και γονάτισε απάνου στην πλάκα κ’ έσκυψε το κεφάλι του. Ο αγάς απόμεινε με βουλωμένο στόμα, κι ούλοι οι Τούρκοι σταθήκανε ντροπιασμένοι. Μέσα στον κόσμο σηκώθηκε ένα μούρμουρο απ’ τους χριστιανούς, που καταχαρήκανε για την αντρεία του και δοξάζανε τον Θεό. Μάλιστα ένας από τους φίλους του, που παραστέκανε κοντά στην πλάκα, δε βάσταξε και του φώναξε δυνατά: «Άφεριμ, Γιώργη!». Μα τότες κάποιος Τούρκος στρατιώτης χύθηκε και του κατέβασε μία καμουτσιά κατάμουτρα και τον πήρανε τα αίματα.

Σκηνές από το μαρτύριο του Αγίου νεομάρτυρος Γεωργίου Χιοπολίτου

Σε τούτο το μεταξύ ο μπόγιας σίμωσε τον Γιώργη όπως ήτανε γονατισμένος και τον έβαλε μέσα στα σκέλια του, κ’ ένας άλλος ζεϊμπέκης έφεγγε με το φανάρι απάνου απ’ το κεφάλι που θέλανε να κόψουνε. Κ’ εκεί πολύ ο μπόγιας ακόνιζε με το μασάτι τη μαχαίρα του κάμποση ώρα χρατς-χρουτς ξεπίτηδες για να τον φοβερίξει, σηκώθηκε ο μουφτής που καθότανε δίπλα στον αγά και, ζυγώνοντας το μελλοθάνατο, τον ρώτηξε αν μετάνοιωνε, για να του χαριστεί η ζωή. Αλλά εκείνος κούνησε με φούρια το κεφάλι του πως όχι.

Τότες ο Χασάνης ξέσκισε βλαστημώντας το πουκάμισο του Γιώργη ένα γύρω στο λαιμό του κ’ έχωσε τα δάχτυλα μέσα στα μαλλιά του, λες κ’ ήθελε να τον χαδέψει, και με τ’ άλλο χέρι χάραξε γλήγορα-γλήγορα το λαιμό μ’ ένα μικρό μαχαίρι. Τόσο σβέλτα κι άξαφνα το ‘κανε, π’ όσοι βλέπανε ένα γύρο ξαφνιαστήκανε σαν είδανε τ’ άλικο αίμα πόσταξε απάνου στην πλάκα.

Το κορμί τίναξε, μα το στόμα μουρμούριζε ακόμα: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξου το πνεύμα μου!» -επειδής το μαχαίρι δεν είχε κόψει το λαρύγγι.

Ωστόσο, ίσαμε να παίξει το μάτι, ο Τούρκος πήρε το μεγάλο το χαντζάρι και το τράβηξε μια και δυο με μαστοριά, σαν το δοξάρι που τραβά ο βιολιτζής απάνου στις κόρδες. Ένα μουγκρητο βγήκε απ’ τη φριχτή πληγή. Το αίμα γιουργιάρισε απάνω στα στήθια του και στα βρακιά του, τέτοιος ντούναβρος, πούσανε τα μάτια. Το κορμί έγειρε μονοκόμματο, να πέσει μπρούμυτο απάνου στην πλάκα. Μα ο σκύλος το σήκωσε απ’ τα μαλλιά κι άλλοι δυό τρέξανε κι αδράχνοντάς το από τους νώμους το βαστάξανε στυλωμένο. Οι χοχλιοί τ’ Άγιου αναποδογυριστήκανε μέσα στις ματότρυπες και το μαυράδι κρύφτηκε ολότελα. Τα νεύρα παίζανε απάνου στα μάγουλα, το στόμα ανοιγόκλεινε κ’ έβγαζε ματωμένον αφρό. Και κείνος ο δαίμονας τον έσφιγγε ανάμέσα στα ποδάρια του μεθυσμένος απ’ το αίμα κ’ έπαιζε με τέχνη τρομερή το μαχαίρι σα να κλάδευε κανένα δέντρο.

Μα το μαχαίρι ήτανε στομωμένο ξεπίτηδες για να τον τυραγνήσει, και δεν έκοβε, μόνο πριγιόνιζε το λαιμό. Κ’ έβλεπες νά πέφτουνε μαζί με το αίμα κομμάτια κρέατα, που πηδούσανε ακόμα απάνου στην πλάκα, και το κορμί τίναζε ανάμεσα στα χέρια και στα ποδάρια που το σφίγγανε σα να ‘θελε να φύγει. Τέλος ο τζελάτης[25] ακούμπησε στην πλάτη του κουρμπανιού[26] το ‘να γόνατο και, βάζοντας τα δυνατά του, του ‘χωσε το μαχαίρι όσο μπόρεσε πιο βαθιά. Ο σφαμένος τέντωσε μονομιάς σαν άλογο που σηκώνεται στα πισινά του, σηκώθηκε στα ποδάρια του ολόρτος, κ’ ύστερα ρίχτηκε μπρος με τέτοιαν ορμή, που τους κωλόσυρε και τους τρεις μαζί του. Ο μπόγιας έπεσε λαχανιασμένος από πάνω του δίχως να παρατησει το μαχαίρι, επειδής είχε σφηνώσει τόσο γερά μέσα στο κόκκαλο, που μάταια πάσκιζε να το βγάλει, και πέρασε κάμποσο ως να μπορέσει να το τραβήξει χτυπώντας το με μια πέτρα.

(users.sch.gr)

Ποια καρδιά μπορεί να βαστάξει σ’ έναν τέτοιον αγώνα; Τίνος μάτια δε θα σφαλούσανε για να μη βλέπουνε πλιά; Και κείνη η άψυχη πέτρα λες κι ανετρίχιαζε από τ’ άγριο πάλεμα που γινότανε απάνου της. Ο κόσμος με μπαμπάκια στα χέρια χύμιζε ολοένα κατά την πλάκα, να πάρει αίμα για φυλαχτό, μα οι Τούρκοι τον κωλώνανε πίσω.

Ώρες ολάκερες τον τυράγνησε ως να τον τελειώσει. Και, σαν πάνιασε πλιά το κορμί κ’ η ψυχή είχε πάγει στον ουρανό, ο μπόγιας το παράτησε για μια στιγμή, να σφουγγίζει τα χέρια του, κ’ ύστερα χώρισε το κεφάλι απ’ το κορμί βαρώντας απ’ το σβέρκο. Τέλος σηκώθηκε απάνου βαστώντας το αψηλά, κι αφού πρώτα το ‘δειξε στον αγά, το τριγύρισε ύστερα να το δούνε κ’ οι χριστιανοί.

Τότες ούλος εκείνος ο κόσμος χύθηκε σαν παλαβός απάνου στο ζεστό κορμί. Κι άλλος σφούγγιζε το αίμα, άλλος ανεσπαζότανε τ’ άγιο λείψανο για την πλάκα, άλλος ξέσκιζε ένα κομμάτι απ’ το ρούχο του, άλλος δόξαζε τον Θεό. Μάταια τα Τουρκιά τους χτυπούσανε με τα ραβδιά και τους κλωτσούσανε. Ο αγάς πρόσταζε να τους βαρέσουνε στα καλά, κ’ οι Τούρκοι βάλανε τις φωνές και πέσανε με γυμνά σπαθιά απάνου στους χριστιανούς. Οι κακόμοιροι οι χριστιανοί σκορπίσανε, φωνάζοντας: «Κύριε, ελέησον! Κύριε, έλέησον!» -κι άλλος έχασε το φανάρι του, άλλος το ραβδί του, άλλος τα παπούτσια του, άλλος το καλπάκι του.

Στο μεταξύ ο μπόγιας έκοψε το σκοινί που ήτανε δεμένα τα χέρια τ’ Άγιου-Γιώργη, κ’ ένας άλλος Τούρκος φορτώθηκε το κορμί για να το πάγει μέσα στο Κονάκι. Με το πάλεμα και με το τίναμα που τράβηξε τ’ αγιασμένο λείψανο, λύθηκε η βρακοζώνα του, κι όπως το σήκωνε στην πλάτη του ο Τουρκος, έπεσε το βρακί και κατέβηκε στα μεριά του. Τότες εκείνο το κορμί δίχως κεφάλι λένε πως άδραξε με τα χέρια του το βρακί του κ’ έδεσε έναν κόμπο στη βρακοθελιά για να μη φανεί η γυμνότη του!

Έτσι μαρτύρησε για την πίστη ο Άγιος Γιώργης ο Χιοπολίτης, τελευταίος στρατιώτης του Χριστού, γιατί αυτός έκλεισε το ματωμένο βιβλίο που πρωτάνοιξε ο πρωτομάρτυρας Στέφανος.

Βασίλειος Γερμενής, Προσευχή (gr.pinterest.com)

Σαν αύριο, οι χριστιανοί γυρέψανε το κορμί να το θάψουνε. Μα οι Τούρκοι δεν το δώσανε, μόνο το πετάξανε μέσα σε μιά ρεματιά όξ’ απ’ την πολιτεία, να τον φαν οι σκύλοι. Μ’ όλα ταύτα δυο-τρεις Αϊβαλιώτες το σηκώσανε κρυφά τη νύχτα και, βάζοντάς το μέσα σ’ ένα πέραμα, πήγανε και το θάψανε απάνου σ’ ένα μικρό ρημονήσι, Νησοπούλα λεγόμενο, σ’ έναν κόρφο κοντά στου Δαιμόνου την Τράπεζα, ως τέσσερα μιλιά μακριά απ’ τ’ Άϊβαλί.

Με χρόνια στρέξανε οι Τούρκοι, κ’ οι χριστιανοί κάνανε ανακομιδή τ’ άγιο λείψανο, κι αφού τ’ ασημώσανε μαζί με την άγια κάρα, το θέσανε μέσα στη μεγάλη εκκλησιά, που χτίσανε στ’ όνομα τ’ Άγιου Γιώργη του Νεομάρτυρα.

Η αρραβωνιαστικιά του έζησε και γέρασε. Λένε πως τον έβλεπε κάθε λίγο στον ύπνο της και την ξόρκιζε να μην παντρευτεί μ’ άλλον, μόνο να φυλάξει το δαχτυλίδι του. Και πως κάθε βράδυ έβαζε κι από ‘να φλουρί απάνου στο τζάκι για συντήρησή της, μην τύχει και τη στενέψει η φτώχεια να κάνει τέτοιο πράμα. Και πως απ’ τη μέρα που δε στάθηκε πιστή, μόνο αρραβωνιάστηκε, κόπηκε και το φλουρί πόβρισκε θεμένο κάθε πουρνό. Κάτι ντόπιοι ζουγράφοι στορήσανε και το κόνισμά του.

Τον πρωτοζουγράφισε ένας πραχτικός, Νταντινάς λεγόμενος, άνθρωπος ταπεινός και θεοφοβούμενος, πόλαχε νά ‘ναι παρών τη νύχτα που τον σφάξανε. Στο κόνισμα τον παράστησε παλληκάρι ως εικοσιπέντε χρονώ, λιγομούστακο και παραπονεμένο, μαυρομάλλη, λιγνόκορμο, φορεμένον όπως στα ζωντανά του, πουκάμισο και σώβρακο άσπρα σα χιόνι, μ’ ένα γερανί ζουνάρι, δυό δάχτυλα στενό. Στο ζερβί του χέρι βαστούσε την κομμένη κεφαλή του, και το δεξί το ‘χε απλωμένο κι ανοιχτοπάλαμο, σκήμα πως παραδίνει τη νιότη του κουρμπάνι για την πίστη μας. Τα γυμνά ποδάρια του πατούσανε σ’ ένα βουνό σπανοχορταριασμένο, και παραπίσου θαμπόφεγγε ένας κόρφος θάλασσα κ’ η πολιτεία. Στο κάτου μέρος χώρισε τέσσερα χωρίσματα κ’ ιστόρησε μέσα στο κάθε ένα τα μαρτύριά του: α’) που τον κρίνει ο αγάς, β’) που μεταλαβαίνει στη φυλακή, γ’) που τον σφάζουνε, δ’) που πάνε με το πέραμα να θάψουνε το λείψανό του στη Νησοπούλα.

Στα στερνά χρόνια τον ιστόρησε σε μεγάλο σκήμα ένας ξακουσμένος τεχνίτης, ο Γιώργης Αγραφιώτης, σπουδασμένος στην Ιταλία. Αυτός τον παράστησε ντυμένον μ’ αρχαία ρούχα σαν τους άγιους του παλιού καιρού και, μ’ όλο πόβαλε απάνου ούλη τήν τέχνη του, το χειροτέχνημά του δεν είχε την κατάνυξη και το αίστημα πού ‘χε κείνο το παλιό, το κανωμένο από τ’ άμαθο χέρι του Νταντινά.

Εικόνες του Αγίου Γεωργίου Χιοπολίτου στους ιερούς ναούς αφιερωμένους στη χάρη Του στο Άκτιο και στις Νέες Κυδωνίες Λέσβου (katounanews.blogspot.gr, fb)

Ένας άλλος Αϊβαλιώτης, ένας παπάς πολύ γέρος και σοφός άνθρωπος, Κατσαρέλι λεγόμενος, έγραψε την ακολουθία του στ’ αρχαία, και στο τέλος-τέλος ταίριαξε και τούτο τ’ όμορφο απολυτίκι:

«Πληθύς Κυδωνιέων, εν ωδαίς ευφημήσωμεν ημών τον πολιούχον και της Χίου το βλάστημα, της πίστεως πρόμαχον θερμόν, Γεώργιον οπλίτην τον στερούν, επλάκη γαρ γενναίως τω δυσμενεί και τούτω κατηκόντισεν όθεν εν ουρανοίς στεφηφορών μάρτυσι σνναγάλλεται και ημίν εξευμενίζεται τον μόνον φιλάνθρωπον».

Ιεροί ναοί αφιερωμένοι στον Άγιο νεομάρτυρα Γεώργιο Χιοπολίτη στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τον Πιτυό Χίου και στον Διόνυσο Αττικής (averoph.wordpress.com, orthodoxianewsagency.gr)

Παραπομπές: [1] Τοπούζι = μπάλα, [2] Αλάμ-ταρλάμ = φύρδην-μίγδην, [3] Βερέμικο = αρρωστιάρικο, [4] Τάβλα = στάβλος, αχούρι, [5] Κάνω ριτζά = παρακαλώ, [6] Άμετ-μουχαμέτ: με κάθε τρόπο, [7] Τεπτίλι = μ’ άλλα ρούχα, [8] Τον σουνετέψανε = του κάνανε περιτομή, [9] Βαλμαριά = κοπάδια, [10] Ζαναάτι = επάγγελμα, [11] Κερεστές = ξυλεία, [12] Μεζαρλίκι = τουρκικό νεκροτραφείο, [13] Τσακάς = σουγιάς, [14] Φακίρ-φουκαρά = η φτωχολογιά, [15] Λεύκα = σκαρί χιώτικο, [16] Ζαχερές = θροφές, [17] Αμπατζής = ράφτης για βρακιά, [18] Μιτζιλίσι = συμβούλιο, [19] Λουμπούτι = ραβδί, [20] Καζάρμα = στρατώνας, [21] Γιαρντίμι = βοήθεια, [22] Σαλαχανάς = σφαγείο, [23] Μασάτι = ατσάλι π’ ακονίζουνε τα μαχαίρια, [24] Μαρχαμάδες = φούντες, [25] Τζελάτης = μπόγιας, [26] Κουρμπάνι = τ’ αρνί που σφάζουνε στο Μπαϊράμι.

Ο Άγιος Γεώργιος ο Χιοπολίτης, δια χειρός Φωτίου (paterikiorthodoxia.blogspot.com)

* Από το βιβλίο του Φώτη Κόντογλου, «Το Αϊβαλί η Πατρίδα μου» (απόσπαμα)

Ο συγγραφέας με την οικογένειά του τον καιρό που άρχισε να γράφει τούτο το βιβλίο (paterikiorthodoxia.blogspot.com)

ΤΟ ΑΪΒΑΛΙ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ

Θρηνητικός πρόλογος. Ο Άγιος Γιώργης ο Χιοπολίτης. Τ’ Αϊβαλί, τα Μοσχονήσια κ’ η αρχαία Ποροσελήνη. Μοιρολόγι. Τα μπουγάζια τ’ Αϊβαλιού. Αρχαίοι άνθρωποι της Ανατολής. Οι Λωτοφάγοι. Η Νησοπούλα. Παραμονή Χριστούγεννα. Χριστούγεννα στη σπηλιά. Αγιασμένες μέρες. Ο καπεταν-Τέλιος κι ο Βασίφ-εφέντης. Πρωτοχρονιά στην Αγία Παρασκευή. Το βλογημένο το μαντρί. Τα Φώτα ς’ Αϊβαλί. Οι Αποκριές κ’ οι Δώδεκα Θεοί. Πρωτομαγιά. Ο Τριγκάρος. Κι άλλα ιστορικά.

ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ Και πλουμισμένα με ζωγραφιές από το χέρι του.

Το Αϊβαλί (pinterest.it)

Πηγές:
– Κόντογλου Φωτίου, «Μαρτύριον τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Χιοπολίτου», εκδ. Κιβωτός, Ἀθῆναι 1953.
– Σωτηρίου Γ.Π., «Ὁ Νεομάρτυς Ἅγιος Γεώργιος ὁ Χιοπολίτης, πολιοῦχος Κυδωνιῶν», Μυτιλήνη 1955.
– Χαλκιᾶ – Στεφάνου Πόπη, «Οἱ Ἅγιοι τῆς Χίου, εκδ. Ἑπτάλοφος, β’ έκδ., Ἀθῆναι 2008.
– «Μαρτύριον του Αγίου Γεωργίου του Χιοπολίτου – Φώτης Κόντογλου», σε: paterikiorthodoxia.blogspot.com

kimintenia.wordpress.com

2 σκέψεις σχετικά με το “Το Αϊβαλί και ο πολιούχος άγιός του Γεώργιος ο Χιοπολίτης (Φώτης Κόντογλου)

  1. Ιωαννης Πατσωνης 30 Νοεμβρίου 2020 / 13:10

    Με συγκινητική , εν αφελοτητι καρδιας, γραμμένο συναξαρι, στην καθομιλουμενη της εποχης

    Μου αρέσει!

  2. Ιωαννης Πατσωνης 30 Νοεμβρίου 2020 / 13:32

    Συναρπαστική αφηγηση στην καθομιλουμενη της εποχής με συγκινητική απλότητα και μαστορια, από τον Ανατολίτη Φώτη Κόντογλου, τέκνο ευκλεους ριζης, πιστό στην παράδοση των πατέρων, που μεταφέρει στα Γραφτα του, την αγάπη για τηνΡωμιοσυνη, μα νοιάζεται να γίνεται αντιληπτός και από τους αθώους και ταπεινούς, μιλώντας την γλώσσα της εποχης….

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s