Ο άγιος Νικόλαος έζησε στα χρόνια των τυράννων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού και διέπρεψε πρώτα ως μοναχός. Έπειτα λόγω της μεγάλης αρετής του δέχτηκε την αρχιερωσύνη. Επειδή όμως πίστευε στον Χριστό και κήρυσσε ελεύθερα την χριστιανική πίστη και ζωή, συνελήφθη από τους άρχοντες της πόλεως κι αφού υπεβλήθη σε βασανιστήρια και στρεβλώσεις του σώματός του, ρίχτηκε στη φυλακή μαζί με άλλους χριστιανούς. Όταν όμως ο μεγάλος και ευσεβής Κωνσταντίνος απέκτησε τη βασιλεία των Ρωμαίων με το θέλημα του Θεού, ελευθερώθηκαν οι φυλακισμένοι, και μαζί με αυτούς και ο Νικόλαος, ο οποίος πήγε στα Μύρα της Λυκίας. Μετά από λίγο διάστημα, συγκροτήθηκε με τη βοήθεια του Κωνσταντίνου και η πρώτη εν Νικαία Σύνοδος, της οποίας μέλος ήταν και ο θαυμαστός Νικόλαος.
Γιορτάζει σήμερα ένας πολύ, πάρα πολύ μεγάλος άγιος. Ο άγιος Σάββας ο ηγιασμένος είναι σπλάχνο της Καππαδοκίας, αφού γεννήθηκε εκεί, το 431 μ.Χ. Μεγαλώνοντας, επισκέφτηκε την αγία πόλη της Ιερουσαλήμ, προσκύνησε τους Αγίους Τόπους κι ύστερα πήγε στην έρημο της Ανατολής, στον άγιο Ευθύμιο τον μεγάλο. Εκείνος τον έστειλε στον άγιο Θεόκτιστο, όπου παρέμεινε αρκετά χρόνια, ασκήθηκε πολύ, κι ανέβηκε ψηλά. Έλαμψε το πρόσωπο του. Η χάρη του Θεού τον είχε από κοντά. Κι ύστερα πήγαινε και στην έρημο και προσευχόταν κι αγωνιζόταν κι αργότερα έφτιαξε και τη μονή του αγίου Σάββα, την περίφημη, που ‘ναι κοντά στην Ιερουσαλήμ, απέκτησε πολλούς, αναρίθμητους μοναχούς.
Αιματοβαμένη περιοχή η συνοικία των Προσφυγικών της Πάτρας, από το Μπλόκο των κατοχικών δυνάμεων το 1943. Πλήρωσε με τις ζωές των παλληκαριών της το μερίδιό της στον αγώνα ενάντια στους ναζιστές στην περίοδο της κατοχής. Με τις εκδηλώσεις τιμής και μνήμης να πραγματοποιούνται κάθε χρόνο, ελάχιστος φόρος τιμής, είναι να κρατάμε άσβεστη την ιστορική μνήμη και να την περνάμε στις επόμενες γενιές.
Xριστός γεννάται δοξάσατε, Xριστός εξ ουρανού απαντήσατε, Xριστός επί γης υψώθητε. Άσατε τω Kυρίω πάσα η γη και εν ευφροσύνη, ανυμνήσατε λαοί, ότι δεδόξασται.
«Όχι άλλο σαν εγύρισε ο νους σου σαν ανέμη, εμένα μια μελαχροινή στέκει και μ’ ανημένει. Σα θέλεις Άη Γιάννη μου να σ’ άφτω τα κεριά σου κάνε με γειτονόπουλο με τη γειτόνισσα σου…» (Χορός Πρινιώτης, Κρήτη)
Γεννήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου του 1860, στην Ιθάκη. Πατέρας του ήταν ο Παύλος Μαβίλης, πρόεδρος των Δικαστηρίων της Ιονίου Πολιτείας και μητέρα του η Ιωάννα Καποδίστρια – Σούφη, ανεψιά του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Από την πλευρά του πατέρα του ο Λορέντζος Μαβίλης είχε Ισπανική καταγωγή. Το εξελληνισμένο όνομά του ήταν Λαυρέντιος. Ξεκίνησε τις σπουδές του από το Εκπαιδευτήριο «Καποδίστριας» που είχε ιδρυθεί στην Κέρκυρα από το 1873.
Τοιχογραφία του Αγίου Γεωργίου του Χιοπολίτου στον Ι.Ν. Αγ. Νικολάου Κάτω Πατησίων (οδού Αχαρνών) Αθηνών – Έργο του αγιογράφου Φωτίου Κόντογλου του Κυδωνιέως
Μαρτυρήσας εν Κυδωνίαις εν έτει αωζ’, μηνός Νοεμβρίου κς’ Συνεγράφη παρά Φωτίου Νικ. Κόντογλου, Κυδωνιέως, αγιογράφου
Πανελλήνια συγκίνηση έχει προκαλέσει η είδηση της εκδημίας της Βέφας Αλεξιάδου, σε ηλικία 91 ετών, τα ξημερώματα της Δευτέρας (25/11/2024) στη Θεσσαλονίκη
Ο Όσιος Στυλιανός ήταν γιος πλουσίων γονέων. Μολονότι αυτό δεν είναι επιβεβαιωμένο, θεωρείται ότι γεννήθηκε στην Παφλαγονία, διότι εκεί φυλασσόταν και ιερό λείψανό του. Διδάχτηκε νωρίς από τους γονείς του να είναι εγκρατής και να θεωρεί το χρήμα μέσο για την ανακούφιση και περίθαλψη των φτωχών και των αρρώστων. Αφού έτσι ανατράφηκε και οι γονείς του πέθαναν, διαμοίρασε όλη την κληρονομιά του και έφυγε ως ασκητής στην έρημο.
Ο Άγιος Μερκούριος σε αγιογραφία του Πρωτάτου του Αγίου Όρους, 1290
Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια αρκετοί Χριστιανοί υπηρετούσαν ως αξιωματικοί στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού και πολλοί από αυτούς αναδείχτηκαν Μεγαλομάρτυρες, για την πίστη τους στο Χριστό. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Μερκούριος.
Η Αγία Αικατερίνη γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, το 294 μ.Χ. Θεωρείται ότι είχε βασιλική καταγωγή καθώς ήταν απόγονος της δυναστείας των Πτολεμαίων. Η οικογένειά της ήταν ειδωλολατρική, οι δε γονείς της, της έδωσαν το όνομα Δωροθέα. Η αγία σπούδασε στις εθνικές σχολές της εποχής της φιλοσοφία, ρητορική, ποίηση, μουσική, μαθηματικά, αστρονομία και ιατρική. Στα δεκαοκτώ της χρόνια γνώριζε τέλεια την Ελληνική και Ρωμαϊκή παιδεία και επιστήμη και είχε σπουδάσει τους μεγάλους ποιητές, Όμηρο και Βιργίλιο. Κατά τις ιατρικές σπουδές της μελέτησε τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό, τους δύο κορυφαίους ιατρούς της αρχαιότητας. Περισσότερο όμως έδειξε κλίση προς την φιλοσοφία. Μελέτησε τα έργα όλων των αρχαίων φιλοσόφων. Θαύμαζε τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη και μπορούσε ν’ αναπτύξει διάλογο με οποιονδήποτε πάνω στα φιλοσοφικά θέματα. Σπούδασε επίσης τη ρητορική τέχνη και γνώριζε πολλές γλώσσες.
Γεννήθηκε το 1899 στο Γυαλί Τσιφλίκι της Μ. Ασίας. Μετά τον ξεριζωμό των Ελλήνων από την Μικρασία, ήρθε ως πρόσφυγας στο χωριό Βατοπέδι Χαλκιδικής. Όταν ήρθε σε ηλικία γάμου νυμφεύθηκε και από τον γάμο του απέκτησε μία κόρη και εγγόνια. Η σύζυγός του είχε δύσκολο χαρακτήρα καθώς και ο γαμπρός του. Τους αντιμετώπιζε όμως με ηρεμία. Ήταν γενικά ήρεμος άνθρωπος. Ζούσε σαν ασκητής, νήστευε πολύ, μελετούσε βιβλία εκκλησιαστικά και ασκητικά, που έφερε από την «πατρίδα», και συμβούλευε τα εγγόνια του δίνοντάς τους εφόδια για την ζωή. Όλη την εβδομάδα βοσκούσε τα πρόβατα. Το Σάββατο το απόγευμα επέστρεφε στο σπίτι και ετοιμαζόταν για την θ. Λειτουργία της Κυριακής.
Στην Εκκλησία διακονούσε ανάβοντας τα καντήλια και βοηθώντας τον ιερέα. Έκανε αγαθοεργίες. Στην περίοδο της Κατοχής έκρυψε έναν Άγγλο για να του σώσει την ζωή, τον περιποιήθηκε όταν αρρώστησε, και τον φιλοξένησε όσο διάστημα χρειάστηκε. Όταν πέθανε ένας συγχωριανός του, που η οικογένειά του ήταν φτωχή και δεν είχε χρήματα για την κηδεία, ο Νικόλαος πήγε κρυφά στο σπίτι τους και άφησε χρήματα. Οι άνθρωποι του σπιτιού ποτέ δεν έμαθαν ποιός «καλός άγγελος» τους έστειλε την βοήθεια. Φιλοξενούσε συχνά στο σπίτι του ανθρώπους περαστικούς που νυχτώνονταν στο χωριό.
Τον Νικόλαο Σαββούδη είχε γνωρίσει και ο γέροντας Γρηγόριος, Πνευματικός της Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου Μεταμορφώσεως, ο οποίος αναφέρει:
«Βρισκόμουν στο χωριό Βατοπέδι Χαλκιδικής. Μόλις είχα φθάσει και στην σκιά κάποιου πεύκου συζητούσα με 5-6 χωρικούς. Σε λίγο έφθασε εκεί και κάποιος μεσόκοπος, πενηντάρης περίπου, χαιρέτησε και στάθηκε σιωπηλός παραπέρα. Ένας εκ των χωρικών μου είπε: Αυτός πάει τα μεσάνυχτα στην Εκκλησία και ανάβει τα κανδήλια για να βλέπουν οι Άγιοι. Έτσι γνώρισα τον μπαρμπα-Νικόλα Σαββούδη. Επειδή πήγαινα συχνά στο χωριό Βατοπέδι Χαλκιδικής, πάντοτε τον έβλεπα σιωπηλό, ήρεμο και γαλήνιο. Πάντα πρώτος στην Εκκλησία. Στεκόταν δίπλα στο ψαλτήρι και ψιθύριζε παρακολουθώντας τον ιεροψάλτη. Μόνον εκεί άκουγες την φωνή του σε πολύ χαμηλό τόνο. Μόλις καταλάβαινες ότι έψελνε. Έλεγε και το Πάτερ ημών, πάντοτε ήταν δικό του.
Μυστήριο ο μπαρμπα-Νικόλας. Κάποια μέρα πήγα στο σπίτι του -ένα ημιυπόγειο, απλό, απέριττο, για πάτωμα είχε τσιμέντο, ασκητικότατο- για να τον γνωρίσω καλύτερα. Στον πάνω όροφο έμενε ο γαμπρός του που, όπως αργότερα έμαθα, τον κακομεταχειριζόταν. Ήταν πολύ νευρικός αλλά ο μπαρμπα-Νικόλας κουβέντα δεν έλεγε γι’ αυτόν. Νόμιζες πως δεν είχε μιλιά. Όμως ο μπαρμπα-Νικόλας όχι μόνον ήξερε να μιλά μα και διάβαζε Πατέρες. Εκεί είδα εκτός από τον άγιο Δαμασκηνό και άλλους Πατέρες, φιλοκαλικούς και μη. Όλα αυτά τα βιβλία τα μελετούσε ο μπαρμπα-Νικόλας και φαίνεται πως προσπαθούσε να βάλει σε εφαρμογή την πατερική διδασκαλία, γι’ αυτό εκτός από την σιωπή ήταν στολισμένος και με άλλες αρετές. Ποτέ δεν ασχολείτο με τους άλλους. Αν και τον περιέπαιζαν οι συγχωριανοί του, αυτός τους αντιμετώπιζε με την σιωπή του και μ’ έναν ελαφρό μειδίαμα.
Από όσα είδα πρέπει να έκανε άσκηση μεγάλη και να αγαπούσε την προσευχή. Κανείς όμως δεν γνώριζε τι προσευχές έκανε μόνος μόνω Θεώ. Πολλά μυστικά πήρε μαζί του, γιατί ήταν πολύ σιωπηλός. Από τους χωρικούς έμαθα ότι ζούσε με τα χρήματα που του έστελνε κάποιος Άγγλος πρώην αξιωματικός, από ευγνωμοσύνη γιατί στην Γερμανική Κατοχή ο μπαρμπα-Νικόλας με κίνδυνο ζωής τον έκρυψε στο σπίτι του και τον γλύτωσε από τους Γερμανούς.
Στις 24 Νοεμβρίου 1969 με ειδοποίησαν ότι ο αγαθός και ήσυχος Νικόλαος έκλεισε τα μάτια του. Τα άφησα όλα και πήγα στο Βατοπέδι. Τον διαβάσαμε και «τον φυτέψαμε» (θάψαμε), όπως λένε οι χωρικοί, για να ανθίση στην αιωνιότητα. Το πρόσωπό του ήταν γαλήνιο μέσα στο φέρετρο, νόμιζες πως κοιμόταν. Πέρασαν τρία χρόνια από την κοίμησή του και τρεις ευλαβείς γυναίκες, πολύ γνωστές μου, πήγαν να τον ξεθάψουν, να κάνουν ανακομιδή. Όταν βρήκαν το λείψανό του τάχασαν. Ήταν ακέραιο, ολοκίτρινο και ανέδιδε απαλή ευωδία! Η κ. Βαρβάρα, μία από τις τρεις, το σήκωσε λίγο με τα χέρια της και είδε ότι ήταν πολύ ελαφρό. “Σαν να ήταν μόνο κόκαλα με το δέρμα”, όπως έλεγε. «Έκπληκτες μπροστά στο πρωτοφανές και απροσδόκητο γεγονός, μη γνωρίζοντας τι να κάνουν, θεώρησαν καλό να θάψουν πάλι το τίμιο λείψανο του μακαρίου Νικολάου Σαββούδη».
Αιωνία του η μνήμη. Αμήν.
«Οι γνήσια σιωπηλοί άνθρωποι ζουν το άρωμα μιας άλλης ζωής…»
* Από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο», Άγιον Όρος 2008, Ι. Ησυχαστήριον Άγ. Ιωάννης ο Πρόδρομος, Μεταμόρφωσις Χαλκηδικής.
Η σιναϊτική Χερσόνησος του Σινά είναι σημείο συναντήσεως δύο ηπείρων και διαχωριστική γραμμή δύο θαλασσών. Είναι η πύλη μεταξύ Αφρικής και Ασίας και η γέφυρα μεταξύ Μεσογείου και Ερυθράς θαλάσσης, δηλαδή του συντομότερου δρόμου από την Ευρώπη προς τον Ινδικό ωκεανό και την άπω Ανατολή.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]