
Στις 5 Οκτωβρίου 1912 η Ελλάδα κήρυξε τον πόλεμο κατά του Οθωμανικού κράτους. Ο Ελληνικός στρατός μετά τη νίκη του στη μάχη του Σαρανταπόρου στις 9-10 Οκτωβρίου, προελαύνει στην πεδιάδα της κεντρικής Μακεδονίας και απελευθερώνει διαδοχικά τη Βέροια και τη Νάουσα. Οι μεν Έλληνες περιμένουν με ανυπομονησία τον Ελληνικό στρατό, ενώ οι Τούρκοι αισθάνονται αγωνία για τη ζωή και τις περιουσίες τους, μιας και ο τουρκικός στρατός εγκατέλειψε την πόλη και κατευθύνθηκε προς την πεδιάδα των Γιαννιτσών, για να δώσει εκεί μια από τις πλέον αποφασιστικές μάχες του πολέμου, στις 19-20 Οκτωβρίου 1912.

Εικόνα της παλαιάς Έδεσσας (Βοδενών) των αρχών του 20ού αι.

Στην Έδεσσα απομένουν μόνο λίγοι άνδρες της τουρκικής εθνοφρουράς, ο φρούραρχος της πόλης Ταγματάρχης Ρασίτ μπέης, ο καϊμακάμης του Καζά Βοδενών (έπαρχος) Γκαλίπ μπέης και ο μουχτάρης (δήμαρχος) της πόλης Αλή Ριζά. Οι Τούρκοι αξιωματούχοι λίγες μέρες πριν την απελευθέρωση της Έδεσσας, ενεργώντας προληπτικά, συνέλαβαν ως ομήρους επιφανείς Εδεσσαίους που είχαν αναπτύξει αξιόλογη δράση στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα και τους μετέφεραν στη Θεσσαλονίκη, στις φυλακές Επταπυργίου μαζί με ομήρους από άλλες περιοχές.
Οι Τούρκοι, όταν πλέον συνειδητοποίησαν ότι ήταν αναπόφευκτη η επικράτηση του ελληνικού στρατού, συγκάλεσαν σύσκεψη στο σπίτι του φρούραρχου Ρασίτ μπέη για να καθορίσουν τις ενέργειές τους, αν δηλαδή θα προέβαλαν αντίσταση στον ελληνικό στρατό ή θα παρέδιδαν την πόλη αμαχητί. Τελικά υπερισχύει η δεύτερη γνώμη και αποφασίζεται να μεταβεί ο Τούρκος διευθυντής του ιεροδιδασκαλείου στην Ιερά Μητρόπολη Εδέσσης για να προετοιμάσει τη συνεννόηση με τους Έλληνες της πόλης.

Η παλαιά Μητρόπολη Έδεσσας αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου (14ος αι. μ.Χ.)
Την επόμενη ημέρα συγκεντρώνονται στην Ιερά Μητρόπολη οι τουρκικές αρχές, ο Μητροπολίτης Κωνστάντιος και οι Δημογέροντες, οι δε Τούρκοι ζητούν την προστασία τους σε περίπτωση που καταληφθεί η πόλη από τον Ελληνικό στρατό. Στις 15 Οκτωβρίου παραιτούνται οι Τουρκικές αρχές και αναλαμβάνουν τη φρούρηση της Έδεσσας οι Έλληνες κάτοικοί της. Στις 16 Οκτωβρίου ο δήμαρχος Αλή Ριζά πηγαίνει στις φυλακές της πόλης, αποφυλακίζει όσους κρατούμενους δεν είχαν μεταφερθεί στη Θεσσαλονίκη και ο Γκαλίπ μπέης εγκαθίσταται στο κτήριο της Μητρόπολης όχι τόσο για να προστατευθεί από τους χριστιανούς, αλλά για ν’ αποφύγει τη οργή όσων από τους Τούρκους αντιδρούσαν στην απόφαση για την παράδοση της πόλης.

Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Έδεσσας
Το βράδυ της 17ης Οκτωβρίου 1912, η έκτη ημιλαρχία υπό τον ανθυπίλαρχο Αργύριο Σταυρόπουλο εξορμά από τη Βέροια και καταλαμβάνει τον σιδηροδρομικό σταθμό της Σκύδρας. Την επομένη, Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 1912, ανήμερα της εορτής του Αγίου Λουκά, τρεις στρατιώτες ως προπομποί του προελαύνοντος ελληνικού στρατού, ο Βρασίδας Λαγωνίκος, ο Νικόλαος Αγγελής και ο Νικόλαος Λιβανός, καταλαμβάνουν τον σιδηροδρομικό σταθμό της Έδεσσας, αφού συνεπλάκησαν με την εκεί ευρισκόμενη τουρκική φρουρά. Από τους πυροβολισμούς σκοτώθηκαν ο ιερέας του χωριού Σωτήρα, ο δεκαπεντάχρονος μαθητής Ψυχογιός και ένας μαθητής του οικοτροφείου. Ήταν οι τελευταίοι νεκροί πριν την απελευθέρωση της πόλης.
Λίγο αργότερα φτάνει στον σταθμό αμαξοστοιχία με έναν λόχο πεζικού του ελληνικού στρατού με επικεφαλής τον αξιωματικό Βασίλειο Γεννηματά, ο οποίος μπαίνει θριαμβευτικά στην Έδεσσα. Την ίδια ώρα από την πόλη έρχεται προς τον σταθμό μια πομπή με επικεφαλής τον Μητροπολίτη και τους Τούρκους μουφτή, υποδιοικητή και δήμαρχο της Έδεσσας, ο οποίος κρατά λευκή σημαία. Στις 11 το πρωί της 18ης Οκτωβρίου 1912 γίνεται η επίσημη παράδοση της πόλης από τον Τούρκο δήμαρχο Αλή Ριζά ο οποίος, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ήταν απόγονος του κελ Πέτρου που είχε παραδώσει τη βυζαντινή Έδεσσα με προδοσία στους Οθωμανούς, μαζί με τη θυγατέρα του, την Αγία Παρθένα, πριν από 530 χρόνια περίπου.
Πηγή: pemptousia.gr