Ερωτικό
Τάσος Λειβαδίτης

Ναι αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω, εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα. Σαν ήμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου, έσκυβε και με ρωτούσε: τι έχεις αγόρι μου; Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της έναν κόσμο άδειο από σένα, και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι ήταν για να μάθω να σου γράφω τραγούδια. Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής ήταν που αργούσες ακόμα. Όταν τη νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια ήταν γιατί μου λείπανε τα μάτια σου. Κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα δεν ήτανε κανείς.
Κάπου όμως μες στον κόσμο ήταν η καρδιά σου που χτυπούσε. Έτσι έζησα, πάντοτε. Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά, θυμάσαι; Μου άπλωσες τα χέρια τόσο τρυφερά σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου, είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου, αγαπημένη μου… Αλήθεια εκείνη η άνοιξη, εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή κάμαρα της ευτυχίας, αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό, αυτά τα δάκρυα που δε μπόρεσα στο τέλος να κρατήσω, πόσο σου πήγαιναν. Κι ύστερα ξαφνικά εκείνο το βράδυ… έβρεχε. Ανέβηκα τέσσερα-τέσσερα τα σκαλιά, κανείς στην κάμαρα. Έτρεμε στ’ ανοιχτό παράθυρο η κουρτίνα. «Φεύγω, μη ζητήσεις να με βρεις», έγραφε. Η χτένα της ξεχασμένη πάνω στο τραπέζι ανάμεσα στις χυμένες πούδρες, σαν ένα μικρό παιδικό φέρετρο μέσα στη σκόνη. Πού είσαι λοιπόν; πες μου, πού είσαι; σ’ αναζητάω σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας σ’ ένα σπίτι που ‘πιασε φωτιά.
Τις νύχτες σηκώνομαι αλαφιασμένος, ντύνομαι και σε περιμένω. Δε θα χτυπούσες καν την πόρτα. Θα πέταγες με βιάση το παλτό σου στην καρέκλα. Η κάμαρα όλη θα λιποθυμούσε όπως θα ‘λυνες ξαφνικά εκείνα τ’ ασύγκριτα τυραννικά μαλλιά σου. Η παλιά ντουλάπα θα ‘τρεχε και σαν μια ταπεινή υπηρέτρια θα σου ‘βγαζε τα παπούτσια. Θα γελούσαν οι καθρέφτες, θα ξυπνούσαν οι γείτονες… Όλα έχουν μείνει όπως τα ‘φησες θα σου ‘λεγα. Κι η χτένα σου, να τη εκεί. Η μαύρη μεγάλη χτένα σου, σαν ένας έρημος κατασκότεινος δρόμος που τον περνάω κάθε νύχτα. Άσε με τώρα να κοιτάζω τα παράθυρά σου ξέροντας πως μέσα ένας άλλος σε παίρνει. Ένας άλλος βυθίζεται μες στη μεγάλη σου άνοιξη. Εγώ και ποδοπατημένη από χιλιάδες άντρες σ’ αγαπώ. Άσε με εδώ στη γωνιά, δεν πειράζει ας χιονίζει. Αυτό το μικρό τετράγωνο φως που ρίχνει το παράθυρό σου πάνω στο χιόνι, εμένα είναι ο κόσμος μου.
Δε θα σου πω τίποτα μόλις βγεις. Θα περπατάω δίπλα σου αμίλητος, κι αν αυτό σε πειράζει μπορώ να ‘ρχομαι πίσω σου σα σκυλί. Κι όταν πεθάνω, το χώμα που θα με σκεπάσει δε θα ‘ναι για μένα το σκληρό χώμα των νεκρών, μα η απαλή τρυφερή γη, που κάποτε πλαγιάσαμε γυμνοί πάνω της. Ποδοπάτησέ με να ‘χω τουλάχιστον την ευτυχία να μ’ αγγίζεις…

Ο Τάσος Λειβαδίτης (Αθήνα, 20 Απριλίου 1922 – 30 Οκτωβρίου 1988) είναι από τους πιο δημοφιλείς και αγαπημένους ποιητές της Μεταπολεμικής Ελλάδας. Το πλήρες μικρό του όνομα είναι Αναστάσιος – Παντελεήμων. Με τη συγγραφική του πένα άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του στη νεοελληνική ποίηση και μια σπουδαία ποιητική παρακαταθήκη, η οποία σήμερα βρίσκει καταφύγιο και απήχηση στις καρδιές των ανθρώπων. Θεωρείται ο ποιητής του οποίου τους στίχους το κοινό μοιράζεται και αναδημοσιεύει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον.
Ο Τάσος Λειβαδίτης γεννήθηκε στην Αθήνα, σαν σήμερα, στις 20 Απριλίου 1922 και είχε καταγωγή από την Κοντοβάζαινα Γορτυνίας από την πλευρά του πατέρα του, Λύσανδου. Είχε τέσσερα ακόμη αδέρφια -ένα κορίτσι και τρία αγόρια- και ο ίδιος ήταν το νεότερο μέλος της οικογένειάς του. Ο αδερφός του Αλέκος Λειβαδίτης είχε επίσης καλλιτεχνική φλέβα και ήταν ηθοποιός.
Ο ποιητής σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά τελικά η Ποίηση ήταν αυτή που τον κέρδισε. Το 1943, όταν δηλαδή η Ελλάδα βρισκόταν εν μέσω Κατοχής, ο Τάσος Λειβαδίτης υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά Μέλη της Ένωσης Νέων Ελλήνων Λογοτεχνών. Πολιτικά ήταν ενταγμένος στον χώρο της Αριστεράς, κάτι που είναι αισθητό και στο ποιητικό του έργο.
Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών ανήκε σε ομάδα της ΕΠΟΝ που διοργάνωνε εράνους και πολιτιστικές εκδηλώσεις. Αν και δεν ήταν μάχιμο μέλος της ΕΠΟΝ, συνελήφθη και εξορίστηκε μέχρι να υπογραφεί η Συμφωνία της Βάρκιζας. Μετά την υπογραφή και έχοντας ζήσει ως εξόριστος αρκετό καιρό, αφέθηκε ελεύθερος.
Το 1948 συνελήφθη και εξορίστηκε στο Μούδρο, στη συνέχεια δε έζησε ως εξόριστος για έναν χρόνο στη Μακρόνησο, όπου ξεκίνησε να γράφει το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου». Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στον Αη-Στράτη και έπειτα, στις φυλακές Χατζηκώστα, στην Αθήνα. Τελικά, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών τον άφησε ελεύθερο, στις 10 Φεβρουαρίου 1955, λόγω αμφιβολιών.
Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1946, δηλαδή δύο χρόνια πριν εξοριστεί, μέσα από τις στήλες του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα» (τεύχ. 55,15-11-46) με το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη». Έναν χρόνο αργότερα συνεργάστηκε στην έκδοση του περιοδικού «Θεμέλιο», ενώ το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας». Παράλληλα ασχολήθηκε με την κριτική ποίησης στην εφημερίδα «Αυγή» από το 1954-1980 (με εξαίρεση τα έτη 1967-74 που η εφημερίδα είχε κλείσει λόγω δικτατορίας) και το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» (1962-1966), όπου δημοσίευσε πολιτικά και κριτικά δοκίμια.
Το 1946 ο Τάσος Λειβαδίτης νυμφεύτηκε τη Mαρία Στούπα, με την οποία απέκτησε μία κόρη. Η αγάπη του για τη σύζυγό του τον έκανε να γράψει ένα από τα ελάχιστα ηχογραφημένα ποιήματα με τον ίδιο στην απαγγελία. Πρόκειται για το «Ερωτικό», το οποίο είναι και ένα από τα πιο γνωστά και αγαπημένα ποιήματά του.
Στο διάστημα της Χούντας των Συνταγματαρχών ο ποιητής μετέφραζε ή διασκεύαζε λογοτεχνικά έργα για λαϊκά περιοδικά ποικίλης ύλης, με το ψευδώνυμο «Pόκκος», για να εξασφαλίσει τα προς τα ζην.
Ο Τάσος Λειβαδίτης άφησε την τελευταία του πνοή στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 1988, από ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Μετά τον θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο «Χειρόγραφα του Φθινοπώρου».
Πηγή: neolaia.gr