1.400 χρόνια από τη δημιουργία του Ακαθίστου Ύμνου

Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.

Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα) και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.

Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές κ.λπ.). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Φέτος συμπληρώνονται 1.400 χρόνια από τη δημιουργία του Ακαθίστου Ύμνου. Κατά το έτος 626 μ.Χ., ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με τον βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε τον λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε στη συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στον Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια ωδή προς την Υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Βυζαντινή εικόνα της Παναγίας Νικοποιού, Βασιλική Αγίου Μάρκου, Βενετία

Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στον συγκεκριμένο ναό, στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼνἐν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.

Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673 μ.Χ.), Λέοντος του Ισαύρου (717-718 μ.Χ.) και Μιχαήλ Γ’ (860 μ.Χ.). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα κ.λπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.

Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 μ.Χ. δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου (9 Σεπτεμβρίου), που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’. Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος». Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431 μ.Χ., αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε συντεθεί νωρίτερα. Από την άλλη, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527-565 μ.Χ.), πράγμα που αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626 μ.Χ.

Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., Ρωμανό τον Μελωδό (1 Οκτωβρίου). Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και η δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα του 13ου αιώνα μ.Χ. υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα μ.Χ., η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.

Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε’ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι πλησίασε την εορτή του Ευαγγελισμού. Είναι δε ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728 μ.Χ., που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ’ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626 μ.Χ., στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.

Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α’ (715-730 μ.Χ.) (12 Μαΐου), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718 μ.Χ., επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 μ.Χ. από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.

Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του Α’ οίκου του Ακαθίστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό (14 Οκτωβρίου), ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718 μ.Χ., καθώς απεβίωσε το 752 ή 754 μ.Χ.

Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο (6 Φεβρουαρίου), τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ’ μέχρι τον Θ’ αιώνα. Βέβαιο, είναι πάντως ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676-749 μ.Χ.) (4 Δεκεμβρίου), ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου (3 Απριλίου).

Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.

Οι πρώτοι δώδεκα οίκοι του Ακαθίστου Ύμνου (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.

Οι επόμενοι δώδεκα οίκοι (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της ενανθρώπισης του Κυρίου και τον σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.

Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς την Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α’ 28).

Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολίτικης ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου.

Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε και με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου. Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη εορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε’ εβδομάδας. Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο εορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι εορτές της εβδομάδας. Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν την εορτή του Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της ημέρας της γιορτής.

    Η λατρεία της Θεοτόκου κατείχε κεντρική θέση στη θρησκευτική ζωή της Κωνσταντινούπολης. Ήδη από τον 7ο αιώνα, η Κωνσταντινούπολη γίνεται, κατά την έκφραση του C. Mango, «Θεοτοκούπολη», με αυξανόμενη την έμφαση στη λατρεία της Παναγίας, που φαίνεται και στην προσπάθεια συγκέντρωσης σχετικών κειμηλίων στην πρωτεύουσα. Σε μια ομιλία του το 624/625, ο Θεόδωρος Σύγκελλος αναφέρεται στην πυκνότητα ναών και παρεκκλησίων αφιερωμένων στη Θεοτόκο, που βρίσκονται σχεδόν σε κάθε δημόσιο συγκρότημα, ανάκτορο και θρησκευτικό ίδρυμα.

    Το σημαντικότερο προσκύνημα της Παναγίας στην Κωνσταντινούπολη ήταν η εκκλησία των Βλαχερνών. Επρόκειτο στην πραγματικότητα για ένα συγκρότημα που περιλάμβανε τη βασιλική (αναφέρεται και ως Μεγάλος Ναός στο Περί Βασιλείου Τάξεως), την Αγία Σορό, όπου φυλασσόταν το Μαφόριο της Παναγίας και άλλα ιερά κειμήλια, και ένα λουτρό, το επονομαζόμενο «λού[σ]μα». Η χρονολόγηση του οικοδομήματος είναι αβέβαιη. Στο παρελθόν η βασιλική θεωρούνταν ότι ιδρύθηκε από την αυτοκράτειρα Πουλχερία, όμως από την πιο πρόσφατη έρευνα η ανέγερση της βασιλικής αποδίδεται στον Ιουστίνο Α’ (518-527). Η Σορός πιθανότατα ήταν κτίσμα προγενέστερο της βασιλικής και η ανέγερσή της σχετιζόταν με τη μεταφορά του Μαφορίου στην Κωνσταντινούπολη από ένα χωριό κοντά στη Ναζαρέτ, στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Λέοντα Α’ (457-474).

    Οι Βλαχέρνες ήταν συνοικία στις ακτές του Κεράτιου Κόλπου, η οποία έμεινε εκτός του περιβόλου των χερσαίων τειχών του Θεοδοσίου. Δροσερή και δασώδης περιοχή, αποδείχθηκε πρόσφορος τόπος εξοχής, και κάποιοι εύποροι Ρωμαίοι έχτισαν εκεί τις επαύλεις τους. Επιπλέον, στις Βλαχέρνες ανάβλυζε πηγή μεταλλικού νερού, που εξυπηρετούσε τη λειτουργία λουτρού, στο οποίο αποδόθηκαν από κάποιο σημείο και μετά, και ήδη από τον 5ο αιώνα, θεραπευτικές ιδιότητες συνδυασμένες με τη λατρεία της Θεοτόκου στην περιοχή.

      Η μορφή του πρωτοβυζαντινού μνημείου είναι εν μέρει γνωστή από περιγραφές, εφόσον το ίδιο το μνημείο δε σώζεται. Ο Προκόπιος περιγράφει την εκκλησία (γύρω στο 554) ως τρίκλιτη βασιλική, με δύο κιονοστοιχίες από παριανό μάρμαρο. Επρόκειτο για κτίσμα εντυπωσιακών διαστάσεων, με μήκος 50 μ. Κατά τη διάρκεια των επισκευών που έγιναν επί Ιουστίνου Β’ (565-578), προστέθηκαν και δύο κόγχες, στα βόρεια και στα νότια του αρχικού κτίσματος, έτσι ώστε η κάτοψη της βασιλικής να διαμορφωθεί σε κάτοψη βασιλικής με εγκάρσιο κλίτος. Η βασιλική είχε νάρθηκα και υπερώα προσβάσιμα μέσω κλίμακας, καθώς και άμβωνα και σολέα. Στο υπερώο υπήρχε παρεκκλήσιο και κοιτώνας. Στα νότια του Ιερού Βήματος υπήρχε ένα μικρό σκευοφυλάκιο. Ο χώρος του λουτρού φαίνεται ότι βρισκόταν νοτίως της βασιλικής, προς το Παλάτι.

      Το αγίασμα της Παναγίας των Βλαχερνών, Κωνσταντινούπολη

      Στα νοτιοανατολικά της βασιλικής βρισκόταν το κτίσμα της Αγίας Σορού. Το κτίσμα αυτό πρέπει να ήταν προγενέστερο της βασιλικής και είχε κυκλική κάτοψη. Η Αγία Σορός δεν υπήρξε απλώς παρεκκλήσιο, δεδομένου ότι ήταν κτίσμα αξιόλογων διαστάσεων, με ξεχωριστό νάρθηκα, στον οποίο εισερχόταν κανείς από τη βασιλική, από ένα χώρο πίσω από το σκευοφυλάκιο. Η Σορός περιλάμβανε επίσης τρίκλινο για τον αυτοκράτορα. Κάτω από την Αγία Τράπεζα της Σορού υπήρχε λειψανοθήκη, που αναφέρεται στις πηγές ως «επίσκεψις». Από άλλες πηγές μαθαίνουμε ότι στη Σορό υπήρχε και άμβωνας, που σημαίνει ότι ο χώρος προοριζόταν εξ αρχής για την τέλεση λειτουργίας. Κατά πάσα πιθανότητα είχε και υπερώο με παρεκκλήσιο και αποδυτήριο («μετατόριον»). Ένα πέρασμα με κλίμακα εξασφάλιζε την επικοινωνία της Σορού με το παλάτι των Βλαχερνών.

        Στην παλαιότερη βιβλιογραφία η βασιλική των Βλαχερνών θεωρούνταν ότι ιδρύθηκε από την αυτοκράτειρα Πουλχερία και το σύζυγό της Μαρκιανό (450-457) μεταξύ των ετών 450 και 453. Η άποψη αυτή βασιζόταν στη μαρτυρία αρκετών μεταγενέστερων πηγών. Ο Προκόπιος ωστόσο αναφέρει ότι ήταν οικοδόμημα του αυτοκράτορα Ιουστίνου Α’ (518-527). Επί Ιουστίνου Β’ η βασιλική απέκτησε το εγκάρσιο κλίτος που της έδωσε σταυροειδή μορφή, έργο που μαρτυρείται σε δύο επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας (1.2-3)· στο δεύτερο από τα επιγράμματα αυτά, ιδρυτής του ναού εμφανίζεται και πάλι ο Ιουστίνος Α’. Σύμφωνα με το Mango, οι δύο αυτές μαρτυρίες είναι σαφείς και πιο αξιόπιστες από τις αόριστες πληροφορίες που αντλούμε από μεταγενέστερες πηγές και θα πρέπει επομένως να θεωρηθεί ασφαλής η χρονολόγηση της ανέγερσης του ναού στα χρόνια του Ιουστίνου Α’.

        Το «ευκτήριο» των Βλαχερνών υπήρχε σίγουρα το έτος 475, όταν η Βερίνα, σύζυγος του Λέοντα Α’ (457-474) και αδελφή του Βασιλίσκου (475-476), εναντίον του οποίου είχε στραφεί μετά την άνοδό του στο θρόνο, κατέφυγε εκεί. Πρόκειται όμως για τη Σορό και όχι για τη βασιλική, η οποία είναι, όπως είδαμε, μεταγενέστερο οικοδόμημα. Η ίδρυση της Σορού σχετίζεται με τη μεταφορά του Μαφορίου της Παναγίας από τη Ναζαρέτ στην Κωνσταντινούπολη, κατά τη δεκαετία του 460. Ούτε και στην ανέγερση του παλαιότερου αυτού οικοδομήματος όμως θεωρείται βέβαιος ο ρόλος της Πουλχερίας. Σύμφωνα με το Mango, η Σορός χτίστηκε από τη Βερίνα στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Λέοντα.

        Η σχέση της Βερίνας με τη Σορό και το ευκτήριο των Βλαχερνών εν γένει αποσιωπάται στις πηγές. Η μεταγενέστερη παράδοση, την οποία επαναλαμβάνει μεταξύ άλλων ο Θεοφάνης, συνδέει το όνομα της Πουλχερίας όχι μόνο με την Παναγία των Βλαχερνών, αλλά και με τη Θεοτόκο των Χαλκοπρατείων, αποδίδοντας έτσι στην αυτοκράτειρα αυτή σημαντικό ρόλο στην εισαγωγή και εδραίωση της λατρείας της Θεοτόκου στην Κωνσταντινούπολη: γιατί και οι δύο αυτές εκκλησίες, εκτός της αφιέρωσής τους στη Θεοτόκο, στέγαζαν ή θεωρούνταν ότι στέγαζαν σημαντικά κειμήλια της Παναγίας, δηλαδή την Τίμια Ζώνη (Παναγία Χαλκοπρατείων) και το Μαφόριο (Παναγία Βλαχερνών). Κι όμως, για την Παναγία των Χαλκοπρατείων τα στοιχεία συνηγορούν περισσότερο για την ίδρυσή της από τη Βερίνα, παρά από την Πουλχερία. Όσο για την Τίμια Ζώνη, πρόκειται για μια παράδοση αβέβαιης προέλευσης και οπωσδήποτε μεταγενέστερης από αυτήν που αφορά το Μαφόριο· από τη στιγμή πάντως που κάνει την εμφάνισή της, στις αρχές του 8ου αιώνα, παρουσιάζεται συνήθως να συνδέεται με την ιστορία του Μαφορίου, ενώ, μετά την άλωση και τη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης από τους ιππότες της Δ’ Σταυροφορίας, ένα τμήμα της Ζώνης φυλασσόταν πλέον στην Παναγία των Βλαχερνών.

        Σχετικά με τη διακόσμηση της Σορού, μας έχουν σωθεί μαρτυρίες για δύο παραστάσεις: η πρώτη βρισκόταν μάλλον στο τεταρτοσφαίριο της αψίδας και εικόνιζε τη Θεοτόκο ένθρονη, πλαισιωμένη από τον αυτοκράτορα Λέοντα Α’, τη Βερίνα και την κόρη τους Αριάδνη. Η Βερίνα εικονιζόταν σε στάση προσκύνησης με τον εγγονό της, το Λέοντα, στην αγκαλιά. Η δεύτερη παράσταση (ή μεγάλη φορητή εικόνα, δε γίνεται σαφές) βρισκόταν στο διακονικό και εικόνιζε τη Θεοτόκο πλαισιωμένη από δύο αγγέλους και δύο αγίους, τον Ιωάννη Πρόδρομο και τον Κόνωνα. Σε στάση προσευχής παριστάνονταν οι πατρίκιοι Γάλβιος και Κανδιδάτος, οι οποίοι μετέφεραν, σύμφωνα με την παράδοση, το Μαφόριο της Παναγίας στην Κωνσταντινούπολη.

        Μέχρι τις αρχές του 6ου αιώνα, το ευκτήριο της Θεοτόκου φαίνεται ότι είχε ήδη αποκτήσει μεγάλη φήμη ως τόπος θαυματουργών θεραπειών (μια ιδιότητα που συνδεόταν με το κειμήλιο του Μαφορίου και με την πηγή στην τοποθεσία εκείνη). Η αίγλη αυτή παρακίνησε ενδεχομένως τον Ιουστίνο Α’ να οικοδομήσει τη μεγάλη βασιλική των Βλαχερνών, η οποία παρέμεινε και η μεγαλύτερη σε διαστάσεις εκκλησία της Θεοτόκου στην Κωνσταντινούπολη.

        Σύμφωνα πάντως με το Mango, είναι πιθανό η ίδρυση της Σορού και η μεταφορά του Μαφορίου στην Κωνσταντινούπολη να συνδέονταν με μονοφυσιτικούς κύκλους της πρωτεύουσας, υπόθεση βασισμένη στη μαρτυρία των πηγών σχετικά με την καταγωγή των δύο πατρικίων, του Γάλβιου και του Κανδιδάτου. Στην περίπτωση αυτή, η ανέγερση ενός λαμπρού ναού από τον Ιουστίνο Α’ θα μπορούσε να ερμηνευτεί και ως προσπάθεια να συνδεθεί το ήδη περίφημο κειμήλιο με την ορθόδοξη παράδοση. Αυτό θα εξηγούσε επίσης την ανάπτυξη, σε μεταγενέστερους χρόνους, της παράδοσης που συνέδεε τη μεταφορά του Μαφορίου και την ίδρυση των Βλαχερνών με την ορθόδοξη αυτοκράτειρα Πουλχερία.

        Επί Ιουστίνου Β’ (565-578) η βασιλική ανακαινίστηκε και απέκτησε σταυρική κάτοψη. Μεγάλος αριθμός κληρικών υπηρετούσε στο ναό, που υπολειπόταν μόνο της Αγίας Σοφίας ως προς τον κλήρο. Το 588 ο αυτοκράτορας Μαρκιανός καθιέρωσε μια εβδομαδιαία πανήγυρη στην εκκλησία των Βλαχερνών, ενώ μια νεαρά του Ηρακλείου (610-641) προβλέπει τη μείωση του αριθμού σε 74 άτομα: 12 πρεσβύτερους, 18 διακόνους, 6 διακόνισσες, 8 υποδιακόνους, 20 αναγνώστες, 4 ψάλτες και 6 θυρωρούς. Σύμφωνα με το Θεόδωρο Σύγκελλο, τον 7ο αιώνα η Βλαχερνίτισσα θεωρούνταν ήδη ο σημαντικότερος οίκος της Παναγίας στην πρωτεύουσα.

        Το 1070 ο ναός της Παναγίας των Βλαχερνών καταστράφηκε από πυρκαγιά και ανακαινίστηκε από τους αυτοκράτορες Ρωμανό Δ’ (Διογένη) (1068-1071) και Μιχαήλ Ζ’ Δούκα (1071-1078). Το νέο κτίσμα ακολούθησε πιθανότατα το σχέδιο της παλαιότερης βασιλικής με εγκάρσιο κλίτος. Από την περιγραφή του de Clavijo μαθαίνουμε ότι επρόκειτο για τρίκλιτη βασιλική με φωταγωγό, χωρίς τρούλο, με λαμπρή διακόσμηση στο εσωτερικό. Το 1434, λίγο πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, κάηκε δεύτερη φορά. Μετά το 1434 παρέμεινε άθικτος μόνο ο χώρος του αγιάσματος, ενώ η ευρύτερη περιοχή περιήλθε στη συνέχεια, το 1453, στη δικαιοδοσία των Οθωμανών. Ίχνη του κτίσματος ήταν ορατά στα μέσα του 16ου αιώνα, αλλά αμέσως μετά εξαφανίστηκαν και αυτά.

        Το 1867 το οικόπεδο ανήκε σε Τούρκο. Αγοράστηκε από τη συντεχνία των γουναράδων της Κωνσταντινούπολης, η οποία ανήγειρε μικρό ναό στο σημείο που αναβλύζει το αγίασμα. Σταδιακά, με την πάροδο του χρόνου, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ανήγειρε νέα κτίσματα, δίνοντας στο χώρο τη σημερινή του μορφή. Ο ναός ιστορήθηκε το 1964, με θέματα από την ιστορία του προσκυνήματος.

        Ο βυζαντινός ναός της Παναγίας των Βλαχερνών Άρτας

          Δεν είναι σαφές πότε άρχισε να θεωρείται η Παναγία των Βλαχερνών προστάτιδα της Κωνσταντινούπολης. Φαίνεται πάντως ότι πρόκειται για μια εξέλιξη προγενέστερη της μεγάλης πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης από τους Αβάρους το 626. Σύμφωνα με την παράδοση, στην πολιορκία του 626 ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος (610-638) λιτάνευσε το Μαφόριο (και/ή την εικόνα της Παναγίας Βλαχερνίτισσας) στην πόλη και στα τείχη της, ενθαρρύνοντας έτσι τους ολιγάριθμους υπερασπιστές της. Λίγο αργότερα, ενώ οι Άβαροι επιχειρούσαν με μονόξυλα να μεταφέρουν περσικές ενισχύσεις από την απέναντι ασιατική όχθη, ξέσπασε τρικυμία που κατέστρεψε το στόλο τους και τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν την πολιορκία. Μετά τη λύση της πολιορκίας, σύσσωμος ο λαός της Κωνσταντινούπολης συγκεντρώθηκε στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, όπου τελέστηκε ευχαριστήριος αγρυπνία. Κατά τη διάρκειά της εψάλη ο Ακάθιστος Ύμνος, που κατά την παράδοση συνετέθη την ημέρα εκείνη από τον Πατριάρχη Σέργιο, σε ένδειξη ευχαριστίας για τη σωτηρία της Πόλης. Το περιστατικό είχε απεικονιστεί στο εσωτερικό του νεότερου κτίσματος.

          Η παράδοση αυτή είναι μεταγενέστερη· οι πιο κοντινές στα γεγονότα αφηγήσεις του 7ου αιώνα δεν κάνουν λόγο για περιφορά εικόνας της Παναγίας (υπάρχουν αναφορές σε κάποια αχειροποίητη του Χριστού και σε μία εικόνα της Παναγίας που τοποθετείται στα δυτικά τείχη) ούτε για τρικυμία που έπληξε τους Αβάρους. Όσο για το Μαφόριο, στην πραγματικότητα είχε μεταφερθεί ήδη το 623 από την Παναγία των Βλαχερνών, που βρισκόταν εκτός των τειχών, για να μη μείνει εκτεθειμένο στη διάρκεια της πολιορκίας. Ωστόσο, ήδη οι πηγές του 7ου αιώνα αποδίδουν τη λύση της πολιορκίας του 626 σε θαύμα της Θεοτόκου Βλαχερνίτισσας, της οποίας η οπτασία παρουσιάστηκε στον Άβαρο χαγάνο και τον έτρεψε σε φυγή. Ένα επίγραμμα του Γεωργίου Πισίδη στην Παλατινή Ανθολογία υμνεί την Παναγία Βλαχερνών, που προστάτευσε την πόλη από τους βαρβάρους. Σε θαυματουργή παρέμβαση της Παναγίας αποδόθηκε επίσης η σωτηρία της Κωνσταντινούπολης κατά τις πολιορκίες του 676-678 και του 717-718 από τους Άραβες· ο Ακάθιστος Ύμνος έχει συνδεθεί με τη λύση της δεύτερης. Τέλος, η πολιορκία των Ρώσων το 860 έληξε χάρη σε μια καταστροφική για τον εχθρικό στόλο τρικυμία, που αποδόθηκε στο γεγονός ότι ο Πατριάρχης Φώτιος βούτηξε στη θάλασσα το Μαφόριο της Παναγίας. Γενικά, μεταξύ του 6ου και του 9ου αιώνα η Θεοτόκος αναδεικνύεται σε κατεξοχήν προστάτιδα της Κωνσταντινούπολης· στη δοξασία αυτή κεντρική θέση κατείχε η εκκλησία της Παναγίας των Βλαχερνών.

          Τον 11ο αιώνα, ο ιστορικός Μιχαήλ Ατταλειάτης, αναφερόμενος στην εικόνα της Παναγίας που είχε μαζί του ο Ρωμανός Δ’ Διογένης στην εκστρατεία του εναντίον των Σελτζούκων, της έδωσε το όνομα Βλαχερνίτισσα. Η πρώτη φορά που συνδέθηκε εικόνα της Παναγίας με πολεμικές επιχειρήσεις ήταν ήδη στις αρχές του 7ου αιώνα, στην εκστρατεία του Ηρακλείου εναντίον του Φωκά (602-610), ωστόσο μέχρι τον 11ο αιώνα οι εικόνες της Παναγίας που αναφέρονται στο πλαίσιο πολεμικών γεγονότων δεν προσδιορίζονται με συγκεκριμένα ονόματα.

          Ο εικονογραφικός τύπος της Παναγίας που προσδιορίζεται ως Βλαχερνίτισσα σε νομίσματα και σφραγίδες απεικονίζει τη Θεοτόκο με τα χέρια υψωμένα, σε στάση δέησης· η παραλλαγή με την Παναγία δεομένη με το Βρέφος σε προτομή, μέσα σε μετάλλιο μπροστά στο στήθος της, ονομάζεται επίσης Βλαχερνίτισσα, αλλά και Επίσκεψις. Τέλος, μία εικόνα του 11ου αιώνα από τη μονή Σινά εικονίζει τη Θεοτόκο Βρεφοκρατούσα, στον τύπο της Ελεούσας, αλλά την προσδιορίζει ως Βλαχερνίτισσα. Προφανώς εικόνες της Παναγίας στους παραπάνω τύπους βρίσκονταν στην Παναγία των Βλαχερνών, αλλά είναι δύσκολο να διευκρινιστεί ποια θεωρούνταν η θαυματουργή εικόνα που σχετιζόταν με τις τελετές των θριάμβων και την προστασία της πόλης. Μια περιγραφή του Λέοντα Διακόνου για την εικόνα της Παναγίας που χρησιμοποίησε ο Ιωάννης Α’ Τσιμισκής στο θρίαμβό του το 971, για τη νίκη του εναντίον των Βουλγάρων, φαίνεται να ταιριάζει στον τύπο που ονομάζουμε σήμερα Ελεούσα, ενώ και άλλες πηγές υποδεικνύουν ότι μια τέτοια θαυματουργή εικόνα φυλασσόταν στην εκκλησία των Βλαχερνών. Εξάλλου από το 12ο αιώνα μία άλλη εικόνα της Παναγίας, η Οδηγήτρια, εικονογραφικά πολύ κοντινή στον τύπο της Ελεούσας, γίνεται το κατ’ εξοχήν παλλάδιο της Κωνσταντινούπολης. Η εικόνα αυτή, για την οποία υπήρχε και ο θρύλος ότι ήταν έργο του ευαγγελιστή Λουκά, συνδέθηκε με εικονογραφήσεις του Ακάθιστου Ύμνου σε χειρόγραφα του 14ου αιώνα, ενώ κάθε χρόνο μεταφερόταν στο Παλάτι των Βλαχερνών από την Κυριακή των Βαΐων μέχρι την Κυριακή του Πάσχα. Η συγγένεια των δύο εικόνων της Παναγίας που συνδέθηκαν με την προστασία της Κωνσταντινούπολης φαίνεται στην Παναγία της πινακοθήκης Tretyakov, μια κωνσταντινουπολίτικη εικόνα στον τύπο της Ελεούσας του 1130, που δόθηκε ως δώρο στον ηγεμόνα του Κιέβου και θεωρήθηκε ότι κατείχε τις ιδιότητες της Βλαχερνίτισσας, ενώ από το 15ο αιώνα και εξής η συγκεκριμένη εικόνα άρχισε να αποδίδεται στον ευαγγελιστή Λουκά, όπως και αυτή της Οδηγήτριας της Κωνσταντινούπολης.

            Συχνά σε μεσαιωνικά και μεταβυζαντινά παναγιάρια, σε τοιχογραφίες της αψίδας του Ιερού Βήματος των 14ου και 15ου αιώνα, συναντάμε την Παναγία Βλαχερνίτισσα με την επιγραφή «Μεγάλη Παναγία». Σε σχέση με την παρατήρηση αυτή αξίζει να σημειωθεί ότι μονές με την ονομασία Μεγάλη Παναγία υπήρχαν ήδη το 10ο αιώνα στην Αθήνα και στο Ιρτάκιον, κοντά στην Κύζικο. Η χρήση του επιθέτου, που συνδεόταν με την αυτοκρατορική λατρεία, θα πρέπει όμως να μας οδηγήσει στην Κωνσταντινούπολη, επειδή εκεί πολλά κτίσματα είχαν την προσωνυμία «μεγάλος», ενώ η Παναγία Βλαχερνίτισσα ήταν προστάτιδα της Πόλης.

            Είναι πολύ πιθανό η «Μεγάλη Παναγία» να αποτελούσε την καθημερινή ονομασία της εκκλησίας της Θεοτόκου των Βλαχερνών, επειδή, πέρα από τις σχέσεις των εικονογραφικών τύπων της Μεγάλης Παναγίας και της Βλαχερνίτισσας, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι πρόκειται για έναν τρόπο να προσδιορίζεται ο ναός των Βλαχερνών σε αντιδιαστολή με μικρότερους ναούς της Θεομήτορος στη βυζαντινή Κωνσταντινούπολη. Εξάλλου, πέρα από το μέγεθος, η Παναγία των Βλαχερνών ήταν, όπως είπαμε, ο πλέον περίφημος ναός της Παναγίας στην Κωνσταντινούπολη, που είχε ήδη πριν από τον 7ο αιώνα συνδεθεί και με θαυματουργική ίαση αρρώστων. Επιπλέον, η ύπαρξη άλλων εκκλησιών αφιερωμένων στη Βλαχερνίτισσα εκτός της Πόλης, κυρίως στη Ραβένα και στον ελλαδικό χώρο, πιθανότατα ώθησε τους Βυζαντινούς να ονομάσουν την αυθεντική Παναγία των Βλαχερνών Μεγάλη Παναγία.

            Σύμφωνα με την πορεία της υπόθεσης αυτής, θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι η Ακολουθία της Ύψωσης της Παναγίας τελέστηκε πρώτη φορά στο ναό των Βλαχερνών, αφού οι παραστάσεις της Μεγάλης Παναγίας έχουν σχέση με την αυτοκρατορική ιδεολογία, και δεν είναι απαραίτητο αυτή η ευχαριστιακή ακολουθία να σχετίζεται μόνο με τις τραπεζαρίες των μονών κατά το 10о αιώνα. Έτσι είναι πιθανό στην Παναγία Βλαχερνών, τον πλέον σημαντικό ναό της Κωνσταντινούπολης από τους αφιερωμένους στη Θεοτόκο, να εισήχθη η Ακολουθία της Ύψωσης της Παναγίας, καθώς ο κλήρος που υπηρετούσε εκεί είχε το κύρος και την ισχύ, λόγω των στενών σχέσεων με την αυτοκρατορική αυλή, να εισαγάγει νεωτερισμούς στη λειτουργία.

            Τους τελευταίους αιώνες της παρακμής της Αυτοκρατορίας (14-15ος αι.), σε ναούς της δικαιοδοσίας της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος εμφανίζονται τοιχογραφίες με την επιγραφή ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΝΑΓΙΑ, που, πέρα από τη διάδοση του εικονογραφικού τύπου, ίσως μαρτυρούν μια προσπάθεια προβολής της αρχιεπισκοπής ως θεματοφύλακα των λειτουργικών παραδόσεων που απειλούνταν, στην παρηκμασμένη πρωτεύουσα, από μη χριστιανούς επίδοξους κατακτητές. Από την άλλη πλευρά, η ονομασία Μεγάλη Παναγία, που συνοδεύει παραλλαγές του εικονογραφικού τύπου της Βλαχερνίτισσας σε εγκόλπια, μετάλλια και γενικώς σε αντικείμενα προσωπικής χρήσης, θα μπορούσε να συνδυαστεί με τη θαυματουργική φήμη της Θεοτόκου Βλαχερνών· επομένως, κατά τη Μεταβυζαντινή περίοδο έχει αποτροπαϊκό και σωτηριολογικό χαρακτήρα, και όχι τόσο ευχαριστιακό.

            Στα βορειοδυτικά της Κέρκυρας σε μια τοποθεσία με πανοραμική θέα βρίσκεται η μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου Βλαχέρνας. Η θέση της μονής είναι λίγο μετά το χωριό Σκριπερό στους πρόποδες του Κορακίου όρους. Απέχει από την πόλη της Κέρκυρας μόλις 18 χλμ. Πρόκειται για μονή διαφορετική από την ομώνυμη Μονή που είναι κτισμένη σε νησίδα στην Κέρκυρα απέναντι από τη θέση Κανόνι. Η Εφέστια Εικόνα της Μονής είναι η Παναγία η Βλαχερνα στον εικονογραφικό τύπο της εστεμμένης Θεοτόκου Αγιοσορίτισσας σεβίζουσας με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος ,κατά παράδοση φερμένη από την Κωνσταντινούπολη. Η ονομασία Βλαχέρνα ή Βλαχέραινα προέρχεται από την ομώνυμη εκκλησία στη Κωνσταντινούπολη.

            Παναγία Βλαχερνών Σκριπερού Κέρκυρας

            Πανηγυρίζει στις 2 Ἰουλίου, ὁπότε ἑορτάζεται ἡ κατάθεση τῆς τιμίας Ἐσθῆτος τῆς Θεοτόκου και στις 23 Απριλίου εορτής του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου δεύτερου προστάτου της Μονής. Η Ιερά Μονή κατέχει μικρή συλλογή Ιερών Λειψάνων τα οποία οι Πατέρες θέτουν σε προσκύνηση και ευλογία των ευλαβών προσκυνητών όπως λείψανα του Αγίου Μερκουρίου, Αγίου Τρύφωνος, Αγίας Βαρβάρας, Αγίου Λουκά του Ιατρού, Αγίας Αγάθης, μικρό παπουτσάκι – ευλογία από τον Άγιο Σπυρίδωνα και τμήμα της Τιμίας Ζώνης της Παναγίας μας, ευλογημένη δωρεά από την Μονή Βατοπαιδίου! Πολλές γυναίκες που δεν μπορούν να τεκνοποιήσουν και αφού δεν μπορούν να επισκεφθούν το Άγιον Όρος, προσέρχονται στη μονή στο Σκριπερό για να προσκυνήσουν το ευλογημένο μικρό τμήμα της Αγίας Ζώνης της Παναγίας μας που είναι δωρεά της Μονής Βατοπαιδίου Αγίου Όρους.

            Πρόκειται για ένα από τα παλαιότερα ιστορικά Μοναστήρια της Κέρκυρας καθώς οι πρώτες αναφορές για την ίδρυση ενός μικρού ναού, αφιερωμένου στην Παναγία των Βλαχερνών και στον Άγιο Γεώργιο, στη θέση της σημερινής Μονής, ξεκινούν από το 1473 μ.Χ. με πρώτο Κτήτορα τον Άρχοντα Ιωάννη Λαρνακά, πρόσφυγα και γόνο της Βυζαντινής οικογένειας των Λαρνακέων (Λαρνακάδων) από την περιοχή των Βλαχερνών της Κωνσταντινουπόλεως.

            Ι.Μ. Παναγίας Βλαχέρνας Σκριπερού

            Η Μονή παρέμεινε στην οικογένεια των Λαρνακάδων μέχρι το 1537. Μετά τον εξανδραποδισμό των Λαρνακάδων και την μερική καταστροφή της Μονής από τους Τούρκους, οι Βενετοί και συγκεκριμένα ο Άρχοντας διοικητής της Βόρειας Κέρκυρας Μισέρ Ερρίκος Νοβαγέρ παρέδωσαν στους Ευγενείς Μάρκο Τσιλιμπάρη και στους δυο γιούς του Κωνσταντίνο και Ιωάννη από την περιοχή του Καμπιέλου των «Κορφών» «το περί αυτού Μονύδριον της Παναγίας του Λαρνακά» καθώς και των κτημάτων που κατείχε η οικογένεια των Λαρνακάδων έναντι «ρεγάλου» και ονομάζει αυτούς «Ισόβιους Προστάτες» της Μονής. Η Οικογένεια των Τσιλιμπαρέων κράτησε την ιδιοκτησία της Μονής μέχρι το 1930 και όρισε ένας γόνος της οικογένειας από κάθε γενιά θα μονάζει σε αυτήν και θα προβαίνει στην αναστήλωσή της.

            Η Μονή δίνεται με ενοικιαστήριο σε μικρές Μοναστικές αδελφότητες Ιερομονάχων μέχρι το 1704, οπότε ο Γόνος της Οικογένειας Ιερομόναχος Άνθιμος Τσιλιμπάρης προερχόμενος από την Μονή Παντοκράτορος του Αγίου Όρους, ανέλαβε την ανακαίνιση της Μονής που ήταν «αποσαθρωμένη» και έγινε ο ίδιος Ηγούμενός της με μικρή αδελφότητα, μετατρέποντας την σε κοινόβιο και δίνοντάς της τη σημερινή της κτηριακή μορφή.

            Η Μονή παραμένει ανδρόα μέχρι το 1930 με τελευταίο Ηγούμενο τον Ζωσιμά Τσιλιμπάρη, ο οποίος παρέδωσε το Μοναστήρι στη Μοναχή Χαριτίνη (κατά κόσμον Χριστίνα Βιτουλαδίτη εξ Αλιματάδων Κερκύρας). Η Γερόντισσα Χαριτίνη με αγάπη και αυτοθυσία γηροκόμησε τον Ηγούμενο Ζωσιμά, ο οποίος ήταν κατάκοιτος και πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο σε ηλικία μόλις 43 ετών. Μετά την κοίμηση του Ιερομονάχου Ζωσιμά η μονή έπαψε να είναι ανδρόα και μετατράπηκε σε γυναικεία με την εγκαταβίωση σε αυτήν της νεαρής ακόμα τότε μοναχής Χαριτίνης.

            Η Γερόντισσα Χαριτίνη ασκήθηκε φιλότιμα και απέκτησε φήμη αγίας γυναίκας σε ολόκληρη την Κέρκυρα, όπου με την χάρη της θαυματουργής εφεστίου εικόνας της Παναγίας της Βλαχέρενας θεράπευε πολλούς πιστούς που ζητούσαν τη βοήθειά της. Η φήμη της προσέλκυσε και άλλες νεαρές κοπέλες, οι οποίες αφιερώθηκαν εκεί ακολουθώντας τη γερόντισσα Χαριτίνη, μετά τον θάνατο της οποίας, τον Μάιο του 1979, η Μονή άρχισε να παρακμάζει και αργότερα ερήμωσε.

            Το 1975 ο τότε Μητροπολίτης Κερκύρας Πολύκαρπος Βαγενάς έφερε μαζί με την αδελφότητα της Γερόντισσας Χαριτίνης στην Βλαχέρενα τα πνευματικά του τέκνα και έκειρε Μοναχές: Την Γερόντισσα Ευφημία καθώς και τις Αδελφές Κερκύρα και Θεοδώρα. Την περίοδο εκείνη φιλοξενήθηκε στο Μοναστήρι ο άγνωστος τότε Γέροντας Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, ο οποίος σχετιζόταν πνευματικά με τον Μακαριστό Πολύκαρπο και στήριξε πνευματικά τις νέες Αδελφές. Η Μονή ευλαβικά κρατά την μνήμη του και τον τιμά ως προστάτη της. Τελικά δεν ευοδώθηκε η ανακήρυξη της Μονής σε Ανεξάρτητη Μητροπολιτική και οι αδελφές αναχώρησαν το 1977 στην Μονή Παντοκράτορος Αγρού που ήταν τότε Μετόχι της Μονής Παλαιοκαστρίτσας.

            Από το 2005 και εν τοις εφ’ εξής, με την ευλογία του Μητροπολίτου Κερκύρας κ. Νεκταρίου, στο Καθολικό της αντηχούν ξανά δεήσεις μετά από δεκαετίες απόλυτης σιωπής. Η μονή ιδρύθηκε πλέον ως ανδρική με προεδρικό διάταγμα και γίνεται προσπάθεια ανοικοδόμησής της. Το 2017 εγκαταστάθηκε μικρή αδελφότητα με Ηγούμενο τον Αρχιμανδρίτη Αρσένιο Πεππέ προερχόμενο από την Ιερά Μονή Δοχειαρίου του Αγίου Όρους όπου μόνασε για 16 συναπτά έτη. Τώρα η Παναγία Βλαχέρνα τον φροντίζει και τον βοηθάει ως πραγματική μητέρα, ηγουμένη και στήριγμα στη ζωή του στη Μονή της. Θα πρέπει να του δοθούν συγχαρητήρια για το μεγάλο ανακαινιστικό έργο της ιεράς μονής, αλλά κυρίως για το πνευματικό έργο, το οποίο αθόρυβα προσφέρει στην περιοχή εκείνη. Πάντοτε η παρουσία της Παναγίας να τον ενισχύει, ώστε να πορεύεται στον σταυροαναστάσιμο μοναχικό δρόμο.

            Η Παναγία των Βλαχερνών στην Κέρκυρα

            Ἀπολυτίκιον (Ἦχος πλ. δ’)
            Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει, ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσὴφ σπουδῇ ἐπέστη, ὁ ἀσώματος λέγων τῇ Ἀπειρογάμω· ὁ κλίνας ἐν καταβάσει τοὺς οὐρανούς, χωρεῑται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοι· Ὃν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου, λαβόντα δούλου μορφήν, ἐξίσταμαι κραυγάζων σοι· Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

            Κοντάκιον (Ἦχος πλ. δ’)
            Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε· ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον, ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοί· Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

            Μεγαλυνάριον
            Ὕμνοις ἐν αΰπνοις οἱ εὐσεβεῖς, ἀκαθίστῳ στάσει, ἀνυμνοῦμεν πανευλαβῶς, τὴν πρὸς τὸν λαόν σου, θερμήν σου προστασίαν, Παρθένε Θεοτόκε, ἡμῶν βοήθεια.

            Ἄγγελος πρωτοστάτης,
            οὐρανόθεν ἐπέμφθη,
            εἰπεῖν τῇ Θεοτόκω τὸ Χαῖρε·
            καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ,
            σωματούμενόν σε θεωρῶν, Κύριε,
            ἐξίστατο καὶ ἵστατο,
            κραυγάζων πρὸς Αὐτὴν τοιαῦτα·
            Χαῖρε, δ’ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει,
            χαῖρε, δι’ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.
            Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις,
            χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.
            Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀθρωπίνοις λογισμοῖς,
            χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.
            Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα,
            χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.
            Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον,
            χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.
            Χαῖρε, δι’ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις,
            χαῖρε, δι’ ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.
            Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

            Βλέπουσα ἡ Ἁγία,
            ἑαυτήν ἐν ἁγνείᾳ,
            φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως·
            τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς,
            δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῇ φαίνεται·
            ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως,
            τὴν κύησιν πὼς λέγεις κράζων·
            Ἀλληλούια.

            Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι,
            ἡ Παρθένος ζητοῦσα,
            ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα·
            ἐκ λαγόνων ἁγνῶν,
            υἷον πῶς ἔσται τεχθῆναι δυνατόν;
            λέξον μοι.
            Πρὸς ἥν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ,
            πλὴν κραυγάζων οὕτω·
            Χαῖρε, βουλῆς ἀπορρήτου μύστις,
            χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις.
            Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον,
            χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον.
            Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι’ ἧς κατέβη ὁ Θεός,
            χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα ἀπὸ γῆς πρὸς οὐρανόν.
            Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα,
            χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα.
            Χαῖρε, τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα,
            χαῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα.
            Χαῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν,
            Χαῖρε, πιστῶν καταυγάζουσα φρένας.
            Χαῖρε, Νύμφη Ἀνύμφευτε.

            Δύναμις τοῦ Ὑψίστου,
            ἐπεσκίασε τότε,
            πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμω·
            καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδύν,
            ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν ἅπασι,
            τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν,
            ἐν τῷ ψάλλειν οὕτως·
            Ἀλληλούια.

            Ἔχουσα θεοδόχον,
            ἡ Παρθένος τὴν μήτραν,
            ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ.
            Τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθὺς ἐπιγνόν,
            τὸν ταύτης ἀσπασμὸν ἔχαιρε,
            καὶ ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν,
            ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον·
            Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμάραντου κλῆμα,
            χαῖρε, καρποῦ ἀκήρατου κτῆμα.
            Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον,
            χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἠμῶν φύουσα,
            Χαῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν,
            χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν.
            Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις,
            χαῖρε, ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις.
            Χαῖρε, δεκτὸν πρεσβείας θυμίαμα,
            χαῖρε, παντός τοῦ κόσμου ἐξίλασμα.
            Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία,
            χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παρρησία.
            Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

            Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων,
            λογισμῶν ἀμφιβόλων,
            ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη·
            πρὸς τὴν ἄγαμόν σὲ θεωρῶν,
            καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε·
            μαθὼν δέ σου τὴν σύλληψιν,
            ἐκ Πνεύματος Ἁγίου,
            ἔφη·
            Ἀλληλούια.

            Ἤκουσαν oἱ ποιμένες,
            τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων,
            τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν·
            καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα,
            θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον,
            ἐν γαστρὶ τῆς Μαρίας βοσκηθέντα,
            ἥν ὑμνοῦντες εἶπον·
            Χαῖρε, Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος Μῆτερ,
            χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων.
            Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον,
            χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.
            Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ,
            χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.
            Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα,
            χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.
            Χαῖρε, στερρὸν τῆς πίστεως ἔρεισμα,
            χαῖρε, λαμπρὸν τῆς Χάριτος γνώρισμα.
            Χαῖρε, δι’ ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης,
            χαῖρε, δι’ ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.
            Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

            Θεοδρόμον ἀστέρα,
            θεωρήσαντες Μάγοι,
            τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ·
            καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν,
            δι’ αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα,
            καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον,
            ἐχάρησαν αὐτῷ βοῶντες·
            Ἀλληλούια.

            Ἴδον παῖδες Χαλδαίων,
            ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου,
            τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους·
            καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν,
            εἰ καὶ δούλου μορφὴν ἔλαβεν,
            ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι,
            καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ·
            Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ,
            χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας.
            Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα,
            χαῖρε, τῆς Τριάδος τοὺς μύστας φωτίζουσα.
            Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς,
            χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν.
            Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας,
            χαῖρε, ἢ τοῦ βορβόρου ρυομένη τῶν ἔργων.
            Χαῖρε πυρὸς προσκύνησιν παύσασα,
            χαῖρε, φλογὸς παθῶν ἀπαλλάττουσα.
            Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης,
            χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη.
            Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

            Κήρυκες θεοφόροι,
            γεγονότες οἱ Μάγοι,
            ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα,
            ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμόν,
            καὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν,
            ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη,
            μὴ εἰδότα ψάλλειν·
            Ἀλληλούια.

            Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ,
            φωτισμὸν ἀληθείας ἐδίωξας,
            τοῦ ψεύδους τὸ σκότος·
            τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ,
            μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχὺν πέπτωκεν,
            οἱ τούτων δὲ ρυσθέντες,
            ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον·
            Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων,
            χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων.
            Χαῖρε, τὴν ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα,
            χαῖρε, τῶν εἰδώλων τὴν δόξαν ἐλεγξασα.
            Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν,
            χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωὴν.
            Χαῖρε, πύρινε στῦλε ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει,
            χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.
            Χαῖρε, τροφὴ τοῦ μάνα διάδοχε,
            χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε.
            Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας,
            χαῖρε, ἐξ ἧς ρέει μέλι καὶ γάλα.
            Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

            Μέλλοντος Συμεῶνος,
            τοῦ παρόντος αἰῶνος,
            μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος,
            ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ,
            ἀλλ’ ἐγνώσθης τούτω καὶ Θεὸς τέλειος·
            διόπερ ἐξεπλάγη σου τὴν ἄρρητον σοφίαν,
            κράζων·
            Ἀλληλούια.

            Νέαν ἔδειξε κτίσιν,
            ἐμφανίσας ὁ Κτίστης,
            ἡμῖν τοῖς ὑπ’ αὐτοῦ γενομένοις·
            ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός,
            καὶ φυλάξας ταύτην,
            ὥσπερ ἦν ἄφθορον,
            ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες,
            ὑμνήσωμεν αὐτὴν βοῶντες·
            Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας,
            χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.
            Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα,
            χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.
            Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί,
            χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ’ οὗ σκέπονται πολλοί.
            Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις,
            χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.
            Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις,
            χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.
            Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παρρησίας,
            χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.
            Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

            Ξένον τόκον ἰδόντες,
            ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες·
            διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός,
            ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος·
            βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος,
            τοὺς αὐτῷ βοώντας·
            Ἀλληλούια.

            Ὅλως ἦν ἐν τοῖς κάτω,
            καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν,
            ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος·
            συγκατάβασις γὰρ θεϊκή,
            οὐ μετάβασις τοπικὴ γέγονε,
            καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου,
            ἀκουούσης ταῦτα·
            Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα,
            χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.
            Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα,
            χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.
            Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ,
            χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ.
            Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα,
            χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα.
            Χαῖρε, δι’ ἧς ἐλύθη παράβασις,
            χαῖρε, δι’ ἧς ἠνοίχθη παράδεισος.
            Χαῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ βασιλείας,
            χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.
            Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

            Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων,
            κατεπλάγη τὸ μέγα,
            τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον·
            τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν,
            ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον,
            ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα,
            ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως·
            Ἀλληλούια.

            Ρήτορας πολυφθόγγους,
            ὡς ἰχθύας ἀφώνους,
            ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε·
            ἀποροῦσι γὰρ λέγειν,
            τὸ πῶς καὶ Παρθένος μένεις,
            καὶ τεκεῖν ἴσχυσας·
            ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριο ν θαυμάζοντες,
            πιστῶς βοῶμεν·
            Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον,
            χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.
            Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα,
            χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.
            Χαῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί,
            χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.
            Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα,
            χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.
            Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα,
            χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.
            Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι,
            χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.
            Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

            Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον,
            ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ,
            πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε·
            καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός,
            δι’ ἡμᾶς ἐφάνη καθ’ ἡμᾶς ἄνθρωπος·
            ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας,
            ὡς Θεὸς ἀκούει·
            Ἀλληλούια.

            Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων,
            Θεοτόκε Παρθένε,
            καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων.
            Ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς,
            κατεσκεύασέ σε ποιητής, Ἄχραντε,
            οἰκήσας ἐν τῇ μήτρα σου,
            καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας·
            Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας,
            χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτήριας.
            Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως,
            χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.
            Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς,
            χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.
            Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα,
            χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.
            Χαῖρε, παστάς ἀσπόρου νυμφεύσεως,
            χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.
            Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων,
            χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων.
            Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

            Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται,
            συνεκτείνεσθαι σπεύδων,
            τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου·
            ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ὠδάς,
            ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε,
            οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον,
            ὧν δέδωκας ἡμῖν τοῖς σοὶ βοῶσιν·
            Ἀλληλούια.

            Φωτοδόχον λαμπάδα,
            τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν,
            ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον·
            τὸ γὰρ ἄυλον ἅπτουσα φῶς,
            ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας,
            αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα,
            κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα·
            Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου,
            χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.
            Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα,
            χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.
            Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν,
            Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύρρυτον ἀναβλύζεις ποταμόν.
            Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον,
            χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ρύπον.
            Χαῖρε, λουτὴρ ἔκπλυνων συνείδησιν,
            χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
            Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας,
            χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.
            Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

            Χάριν δοῦναι θελήσας,
            ὀφλημάτων ἀρχαίων,
            ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων,
            ἐπεδήμησε δι’ ἑαυτοῦ,
            πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ Χάριτος·
            καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον,
            ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως·
            Ἀλληλούια.

            Ψάλλοντές σου τὸν τόκον,
            ἀνυμνοῦμέν σε πάντες,
            ὡς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε.
            Ἐν τῇ σῇ γὰρ οὶκήσας γαστρί,
            ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος,
            ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοὶ πάντας·
            Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου,
            χαῖρε, Ἁγία ἁγίων μείζων.
            Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι,
            χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.
            Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν,
            χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.
            Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος,
            χαῖρε, τῆς Βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
            Χαῖρε, δι’ ἧς ἐγείρονται τρόπαια,
            χαῖρε, δι’ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
            Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία,
            χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.
            Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

            Ὦ πανύμνητε Μῆτερ,
            ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων,
            ἁγιώτατον Λόγον·
            δεξαμένη γὰρ τὴν νῦν προσφοράν,
            ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας,
            καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως,
            τοὺς σοὶ βοῶντας·
            Ἀλληλούια.

            Ο Εν Αθήναις Σύλλογος Μουσικοφίλων Κωνσταντινουπόλεως διοργάνωσε συναυλία για τη συμπλήρωση 1.400 ετών από τον Ακάθιστο Ύμνο και 50 ετών λειτουργίας της χορωδίας του, την Κυριακή 22/3/2026 ώρα 19.00 στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δημαρχιακού Μεγάρου Παλ. Φαλήρου (Τερψιχόρης 51 και Αρτέμιδος, Π. Φάληρο).

            Πηγή: saint.gr, constantinople.ehw.gr

            Σχετικά:

            Οι Χαιρετισμοί στην Παναγία

            Ο «Ακάθιστος Ύμνος» είναι ένα σπουδαίο ποίημα του 6ου μ.Χ. αι., που απευθύνεται στην Παναγία και της αποδίδει επαίνους, ευχαριστίες και προσευχές. Στους στίχους του, σε ποιητική μορφή με πανέμορφα λόγια, υπάρχουν όλες οι βασικές διδασκαλίες της Ορθοδοξίας για τον Χριστό, την ενανθρώπισή του, τον ρόλο της Παναγίας στη σωτηρία του ανθρώπου, την αγνότητα και…

            Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός

            Ύμνησε όλους σχεδόν τους Αγίους και τις εορτές της Χριστιανικής Εκκλησίας, ανεξάντλητος στις συλλήψεις και στον πλούτο ιδεών, γνωρίζοντας τον τρόπο να προσδίδει πρωτοτυπία ακόμη και στα πιο κοινά θέματα. Ο Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός έλαβε το χάρισμα της υμνογραφίας από την ίδια την Παναγία, θεωρούμενος ως ο κορυφαίος υμνογράφος της Εκκλησίας μας

            Η Παναγία των Βλαχερνών

            Ο Ιερός Ναός της Παναγίας των Βλαχερνών είναι από τα σημαντικότερα Ορθόδοξα προσκυνήματα της Κωνσταντινούπολης. Η εικόνα της Βλαχερνίτισσας είναι η Υπέρμαχος Στρατηγός που το 626 μ.Χ. έσωσε την Πόλη, οπότε εψάλη ενώπιόν της για πρώτη φορά ο Ακάθιστος Ύμνος. Ο ναός φιλοξενούσε το ωμοφόριο της Θεοτόκου και την Τίμια Ζώνη Της

            Σχολιάστε