Το Κράτος (Λέων Τολστόι)

Λέων Τοστόι
(9 Σεπτ. 1828 – 7 Νοε. 1910)

Οι άνθρωποι που ζουν σε Κράτη, τα οποία ανέκαθεν θεμελιώνονται και διαιωνίζονται με βάση τη βία, έχουν την αντίληψη πως η κατάργηση της εξουσίας της κυβέρνησης θα συνεπάγεται αναγκαστικά και τη μεγαλύτερη καταστροφή.

Όμως ο ισχυρισμός, ότι -ο όποιος- βαθμός ασφάλειας και ευημερίας που απολαμβάνουν οι άνθρωποι διασφαλίζεται από την κρατική εξουσία, είναι εντελώς αυθαίρετος. Γνωρίζουμε αυτές τις συγκεκριμένες καταστροφές και αυτήν την συγκεκριμένη ευημερία που απολαμβάνουν οι άνθρωποι που ζουν υπό την κρατική οργάνωση, αλλά δεν γνωρίζουμε τη θέση στην οποία θα βρίσκονταν οι άνθρωποι εάν κατάφερναν να απαλλαγούν από το Κράτος. Αν λάβει κάποιος υπ’ όψη τη ζωή εκείνων των μικρών κοινοτήτων που τυχαίνει να υπήρξαν και να υπάρχουν, εκτός των ορίων των μεγάλων Κρατών, τέτοιες κοινότητες, ενώ επωφελούνται από όλα τα πλεονεκτήματα της κοινωνικής οργάνωσης, απαλλαγμένες καθώς είναι από τον κρατικό καταναγκασμό, εντούτοις δεν βιώνουν ούτε το ένα εκατοστό των καταστροφών που υφίστανται οι άνθρωποι που υπακούν στην Κρατική εξουσία.

Οι άνθρωποι των κυρίαρχων τάξεων για τους οποίους είναι επωφελής η Κρατική οργάνωση είναι αυτοί που περισσότερο υποστηρίζουν την μη δυνατότητα ζωής χωρίς Κρατική οργάνωση. Αλλά, για ρωτήστε αυτούς που υπομένουν το βάρος της Κρατικής εξουσίας, ρωτήστε τους εργάτες του γεωργικού τομέα, τα εκατό εκατομμύρια αγρότες στη Ρωσία, και θα ανακαλύψετε ότι αισθάνονται μόνο το βάρος της εξουσίας και ότι, ακριβώς επειδή δεν θεωρούν τους εαυτούς τους καθόλου πιο ασφαλείς λόγω της Κρατικής εξουσίας, θα μπορούσαν να την απαρνηθούν ολοκληρωτικά. Σε πολλά από τα κείμενά μου προσπάθησα επανειλημμένα να καταδείξω ότι αυτό που τρομοκρατεί τους ανθρώπους -ο φόβος ότι χωρίς Κυβερνητική εξουσία θα θριάμβευαν οι χειρότεροι άνθρωποι, ενώ οι καλύτεροι θα καταπιέζονταν- είναι ακριβώς αυτό που έχει συμβεί εδώ και πολύ καιρό, και εξακολουθεί να συμβαίνει, σε όλα τα Κράτη, αφού παντού η εξουσία είναι στα χέρια των χειρότερων ανθρώπων. Η κατάσταση, πράγματι, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική, γιατί μόνο οι χειρότεροι άνθρωποι θα μπορούσαν να κάνουν όλες αυτές τις πονηρές, άθλιες και σκληρές πράξεις που είναι απαραίτητες για τη συμμετοχή στην εξουσία. Πολλές φορές προσπάθησα να εξηγήσω, ότι οι βασικότερες συμφορές από τις οποίες υποφέρουν οι άνθρωποι, όπως η συσσώρευση τεράστιου πλούτου στα χέρια ορισμένων ανθρώπων και η βαθιά φτώχεια της πλειοψηφίας, η κατάληψη της γης από αυτούς που δεν δουλεύουν τη γη, οι αδιάκοποι οπλικοί εξοπλισμοί και οι πόλεμοι και οι στερήσεις των ανθρώπων, πηγάζουν μόνο από την αναγνώριση της νομιμότητας του κυβερνητικού καταναγκασμού. Προσπάθησα να καταδείξω, ότι πριν απαντήσει κάποιος στο ερώτημα αν η θέση των ανθρώπων θα ήταν χειρότερη ή καλύτερη χωρίς τις Κυβερνήσεις, θα πρέπει να λύσει το πρόβλημα ως προς το ποιοι απαρτίζουν την Κυβέρνηση. Αυτοί που την αποτελούν είναι καλύτεροι ή χειρότεροι από το μέσο επίπεδο των ανθρώπων; Εάν είναι καλύτεροι από τον μέσο όρο, τότε η Κυβέρνηση θα είναι ευεργετική. Αλλά αν είναι χειρότεροι, τότε θα είναι ολέθρια. Και ότι πράγματι, αυτοί οι άνδρες -ο Ιβάν ο Δ’, ο Ερρίκος ο Η’, ο Μαράτ, ο Ναπολέων, ο Αρακτσέγιεφ, ο Μέττερνιχ, ο Ταλλεϋράνδος και ο Νικόλαος- είναι χειρότεροι από τον μέσο όρο, αποδεικνύεται τελικά από την ιστορία.

Σε κάθε ανθρώπινη κοινωνία υπάρχουν πάντα φιλόδοξοι, αδίστακτοι, σκληροί άνθρωποι, οι οποίοι, όπως έχω ήδη προσπαθήσει να καταδείξω, είναι πάντα έτοιμοι να διαπράξουν κάθε είδους βία, ληστεία ή φόνο για δικό τους όφελος. Και ότι, σε μια κοινωνία χωρίς Κυβέρνηση, αυτοί οι άνθρωποι θα ήταν ληστές, των οποίων οι πράξεις θα καθορίζονταν εν μέρει από τις διαμάχες τους με όσους λαβώθηκαν/αδικήθηκαν από αυτούς (αυτοδικία, λιντσάρισμα), αλλά εν μέρει και κατά κύριο λόγο θα καθορίζονταν από το πιο ισχυρό όπλο επιρροής πάνω στους ανθρώπους -την κοινή γνώμη. Ενώ, σε μια κοινωνία που κυβερνάται από επιβαλλόμενη εξουσία, αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι είναι εκείνοι που θα αρπάξουν την εξουσία και θα την χρησιμοποιήσουν, όχι μόνο χωρίς τον περιορισμό του τι εκφράζει η κοινή γνώμη, αλλά, αντιθέτως, θα υποστηρίζονται, θα επαινούνται και θα εξυμνούνται από μια δωροδοκημένη και τεχνητά διατηρημένη κοινή γνώμη.

Η φράση που επαναλαμβάνεται είναι: «Πώς μπορούν οι άνθρωποι να ζήσουν χωρίς Κυβερνήσεις και εξαναγκασμό;». Αντίθετα, η φράση που θα πρέπει να πει κάποιος είναι: «Πώς μπορούν οι άνθρωποι, αν είναι λογικά όντα, να ζήσουν αναγνωρίζοντας τη βία και όχι τη λογική συμφωνία ως τον εσωτερικό συνδετικό κρίκο της ζωής τους;».

Ένα από τα δύο ισχύει: οι άνθρωποι είτε λογικά είτε παράλογα όντα. Εάν δεν είναι λογικά όντα, τότε όλα τα ζητήματα μεταξύ τους μπορούν και πρέπει να αποφασίζονται με τη βία και δεν υπάρχει λόγος κάποιοι άνθρωποι να έχουν το δικαίωμα να ασκούν βία και άλλοι να μην το έχουν. Αλλά αν οι άνθρωποι είναι λογικά όντα, τότε οι σχέσεις τους πρέπει να βασίζονται, όχι στη βία, αλλά στη λογική.

Θα πίστευε κάποιος, ότι αυτή η σκέψη θα ήταν καθοριστική για να αναγνωρίσουν οι άνθρωποι τον εαυτό τους ως λογικά όντα. Αλλά αυτοί που υπερασπίζονται την Κρατική εξουσία δεν σκέφτονται τον άνθρωπο, τις ιδιότητές του, τη λογική φύση του. Μιλούν για έναν ορισμένο συνδυασμό ανθρώπων στον οποίο αποδίδουν ένα είδος υπερφυσικής ή μυστικιστικής σημασίας.

Τι θα απογίνει η Ρωσία, η Γαλλία, η Βρετανία, η Γερμανία, μας λένε, εάν ο κόσμος πάψει να υπακούει στις Κυβερνήσεις; Τι θα γίνει η Ρωσία; -Η Ρωσία; Τι είναι η Ρωσία; Πού είναι η αρχή ή το τέλος της; Η Πολωνία; Οι επαρχίες της Βαλτικής; Ο Καύκασος με όλες του τις εθνικότητες; Οι Τατάροι του Καζάν; Η Επαρχία Φεργκάνα; Όλα αυτά όχι μόνο δεν είναι η Ρωσία, αλλά είναι ξένες εθνικότητες που επιθυμούν να απελευθερωθούν από τον συνασπισμό που ονομάζεται Ρωσία. Η συγκυριακή αντίληψη, ότι αυτές οι εθνικότητες θεωρούνται τμήματα της Ρωσίας είναι τυχαία και προσωρινή, η οποία εξαρτήθηκε στο παρελθόν από μια ολόκληρη σειρά ιστορικών γεγονότων, κυρίως πράξεων βίας, αδικίας και σκληρότητας, ενώ σήμερα αυτός ο συνασπισμός διατηρείται μόνο από την εξουσία που απλώνεται και ασκείται πάνω σε αυτές τις εθνικότητες. Αν δεν μας απατά η μνήμη μας, η Νίκαια ήταν Ιταλία και ξαφνικά έγινε Γαλλία. Η Αλσατία ήταν Γαλλία και έγινε Πρωσία. Η επαρχία Τρανς – Αμίρ ήταν η Κίνα και έγινε Ρωσία, η Σαχαλίνη ήταν Ρωσία και έγινε Ιαπωνία. Επί του παρόντος, η εξουσία της Αυστρίας απλώνεται στην Ουγγαρία, τη Βοημία και τη Γαλικία, και αυτή της Βρετανικής Κυβέρνησης απλώνεται στην Ιρλανδία, τον Καναδά, την Αυστραλία, την Αίγυπτο και την Ινδία, αυτή της Ρωσικής Κυβέρνησης απλώνεται στην Πολωνία και τη Γκούρια. Αλλά αύριο αυτή η εξουσία μπορεί να σταματήσει. Η μόνη δύναμη που ενώνει όλες αυτές τις Ρωσίες, Αυστρίες, Βρετανίες και Γαλλίες είναι η καταναγκαστική δύναμη, η οποία είναι η δημιουργία ανθρώπων που, αντίθετα με τη λογική τους φύση και τον νόμο της ελευθερίας, υπακούν σε αυτούς που απαιτούν από εκείνους φρικτά έργα βίας. Οι άνθρωποι χρειάζεται μόνο να συνειδητοποιήσουν την ελευθερία τους, φυσική για τα λογικά όντα, και να πάψουν να διαπράττουν πράξεις αντίθετες με τη συνείδησή τους, και τότε αυτοί οι τεχνητοί σχηματισμοί Ρωσίας, Βρετανίας, Γερμανίας, Γαλλίας, που φαίνονται τόσο υπέροχοι, δεν θα υπάρχουν πλέον και θα εξαφανιστεί αυτή η αιτία, στο όνομα της οποίας οι άνθρωποι θυσιάζουν όχι μόνο τη ζωή τους, αλλά και την ελευθερία που ανήκει στα λογικά όντα.

Είναι σύνηθες να λέμε, ότι ο σχηματισμός μεγάλων Κρατών από πολλά μικρά που διαρκώς συγκρούονται μεταξύ τους, αντικαθιστώντας τα μικρής έκτασης σύνορα με ένα μεγάλο εξωτερικό σύνορο, μειώνει τις διαμάχες και την αιματοχυσία και τα συνακόλουθα δεινά τους. Αλλά αυτός ο ισχυρισμός είναι, επίσης, αρκετά αυθαίρετος, καθώς κανείς δεν έχει ζυγίσει το μέγεθος του κακού στη μία και στην άλλη θέση. Είναι δύσκολο να πιστέψει κάποιος, ότι όλοι οι πόλεμοι της συνομοσπονδιακής περιόδου στη Ρωσία, ή της Βουργουνδίας, της Φλάνδρας και της Νορμανδίας στη Γαλλία, κόστισαν τόσα θύματα όσα οι πόλεμοι του Αλεξάνδρου ή του Ναπολέοντα ή ο πόλεμος της Ιαπωνίας που τελείωσε πρόσφατα. Η μόνη δικαιολογία για την επέκταση του Κράτους, είναι ο σχηματισμός μιας οικουμενικής μοναρχίας, η ύπαρξη της οποίας θα αφαιρούσε κάθε πιθανότητα πολέμου. Αλλά όλες οι προσπάθειες σχηματισμού μιας τέτοιας μοναρχίας από τον Αλέξανδρο της Μακεδονίας, από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ή από τον Ναπολέοντα, δεν πέτυχαν ποτέ αυτόν τον στόχο της ειρήνης. Αντιθέτως, ήταν η αιτία των μεγαλύτερων συμφορών για τα έθνη. Έτσι, η ειρήνευση των ανθρώπων δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με το αντίθετο μέσο: την κατάργηση των Κρατών και της καταναγκαστικής ισχύος τους.

Υπήρξαν σκληρές και ολέθριες προκαταλήψεις, ανθρωποθυσίες, καύσεις στην πυρά με την κατηγορία της μαγείας, «θρησκευτικοί» πόλεμοι, βασανιστήρια… αλλά οι άνθρωποι έχουν απελευθερωθεί πλέον από αυτά. Ενώ, αντιθέτως, η προκατάληψη της θεώρησης του Κράτους ως κάτι ιερό, συνεχίζει να επικρατεί ως ιδέα στους ανθρώπους, και σε αυτή τη δεισιδαιμονία προσφέρονται ίσως οι πιο σκληρές και καταστροφικές θυσίες από όλες τις άλλες. Η ουσία αυτής της αντίληψης είναι η εξής: ότι οι άνθρωποι διαφορετικών τοποθεσιών, συνηθειών και ενδιαφερόντων πείθονται ότι όλοι συνθέτουν ένα ενιαίο σύνολο, επειδή σε όλους εφαρμόζεται η ίδια βία (η κρατική βία), και αυτοί οι άνθρωποι πράγματι πιστεύουν και είναι περήφανοι που ανήκουν σε αυτόν τον συνασπισμό. Αυτή η πεποίθηση υπάρχει τόσο καιρό και διατηρείται με τόσο σκληρά μέτρα που, όχι μόνο όσοι επωφελούνται από αυτήν -βασιλείς, υπουργοί, στρατηγοί, στρατιωτικοί και αξιωματούχοι- είναι βέβαιοι ότι η ύπαρξη, η επιβεβαίωση και η επέκταση αυτών των τεχνητών συνασπισμών (κράτη) είναι καλή, αλλά ακόμη και οι διάφορες πληθυσμιακές ομάδες που εντάσσονται με τη βία μέσα στους τεχνητούς συνασπισμούς συνηθίζουν τόσο πολύ σε αυτή την αντίληψη που είναι περήφανοι που ανήκουν στη Ρωσία, τη Γαλλία, τη Βρετανία ή τη Γερμανία, αν και αυτό δεν τους είναι καθόλου απαραίτητο, και δεν τους φέρνει παρά μόνο κακό. Επομένως, εάν αυτοί οι τεχνητοί συνασπισμοί σε μεγάλα κράτη καταργούνταν από ανθρώπους -που τώρα υποτάσσονται σε κάθε είδους βία- καθώς ταυτόχρονα όλοι θα έπαυαν να υπακούν στην Κυβέρνηση, τότε μια τέτοια κατάργηση θα οδηγούσε μόνο στο να υπάρχει μεταξύ αυτών των ανθρώπων λιγότερος καταναγκασμός, λιγότερα δεινά, λιγότερο κακό, και θα γινόταν ευκολότερο για αυτούς τους ανθρώπους να ζουν σύμφωνα με τον ανώτερο νόμο της αμοιβαίας υπηρεσίας, ο οποίος σταδιακά εισέρχεται όλο και περισσότερο στη συνείδηση της ανθρωπότητας.

Γενικά για τον ρωσικό λαό, τόσο για τον πληθυσμό της πόλης όσο και για τον πληθυσμό της επαρχίας, σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο όπως η σημερινή, είναι σημαντικό πάνω απ’ όλα να μην ζουν διαμέσου της εμπειρίας των άλλων, να μη ζουν μέσα από τις σκέψεις, τις ιδέες, τις απόψεις, τα λόγια των άλλων, να μη ζουν μέσα από διάφορες σοσιαλδημοκρατίες, συντάγματα, απαλλοτριώσεις, κατ’ ευφημισμό λεγόμενες δημόσιες υπηρεσίες, αντιπροσώπους, υποψηφιότητες και εντολές, αλλά να σκεφτούν με το δικό τους μυαλό, να ζήσουν τη δική τους ζωή, χτίζοντας μέσα από το δικό τους παρελθόν, από τα δικά τους πνευματικά θεμέλια, νέες μορφές ζωής κατάλληλες για αυτό το παρελθόν και για αυτά τα θεμέλια.

Πηγή: anarchypress.wordpress.com

Λέων Τολστόι: Ο «ιερός γίγαντας» της λογοτεχνίας

Ο Λέων Τολστόι υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες παγκοσμίως κι ένας άνθρωπος, οποίος με την σκέψη και τον τρόπο που έζησε, επηρέασε μεγάλες προσωπικότητες, όπως τον Γκάντι και τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Τα έργα του, μεταφράστηκαν παγκοσμίως, και κάλλιστα μπορούν να θεωρηθούν ως θεμέλιοι λίθοι της κλασικής λογοτεχνίας. Ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως «ο γίγας της ρωσικής γης», και όχι τυχαία, αφού έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του κοντά στη φύση και κοντά στους ανθρώπους της αγροτιάς. Λάτρεψε τη γη και τους ανθρώπους της και αυτό είναι εμφανές στα έργα του, στα οποία περιγράφει γλαφυρότατα τα τοπία και σκιαγραφεί σε βάθος τις ψυχές των ανθρώπων.

Ο Λέων Τολστόι ή κόμης Λεβ Νικολάγεβιτς Τολστόι όπως είναι το επίσημο όνομά του, γεννήθηκε το 1828, στις 9 Σεπτεμβρίου, στην Γιάσναγια Πολιάνα (κτήμα της οικογένειας Τολστόι – επαρχία Τούλα), διακόσια χιλιόμετρα νότια της Μόσχας. Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια και ορφάνεψε σε πολύ μικρή ηλικία. Στην τρυφερή ηλικία των μόλις δύο ετών έχασε την μητέρα του και στα εννιά του χρόνια έφυγε από την ζωή ο πατέρας του. Έτσι την ανατροφή του ίδιου και των τεσσάρων αδελφών του, ανέλαβαν οι συγγενείς. Στα δεκάξι του μόλις χρόνια, ξεκίνησε να σπουδάζει νομικά και ανατολικές γλώσσες, στο πανεπιστήμιο του Καζάν. Οι καθηγητές του τον περιέγραφαν ως ένα παιδί που ήταν «ανίκανο και απρόθυμο να μάθει» κι έτσι δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του.

Ο Λέων Τολστόι στα φοιτητικά και νεανικά του χρόνια

Ο Λέων Τολστόι ήταν φύσει ανήσυχο πνεύμα κι ένα οξυδερκές μυαλό. Αν και δεν συνέχισε ποτέ τα μαθήματά του, και δεν πήρε ποτέ το πτυχίο του, άρχισε να γράφει. Παράλληλα στην νεαρή εκείνη ηλικία, ζούσε έναν τρόπο ζωής, που πολλοί θα χαρακτήριζαν άσωτο, γυρνώντας και χαρτοπαίζοντας στη Μόσχα και στην Αγία Πετρούπολη. Το πάθος του με τον τζόγο εκείνη την περίοδο του στοίχησε αρκετά, χάνοντας ένα μεγάλο κομμάτι της πατρικής του περιουσίας εξ αιτίας των χρεών.

Το 1851, αφού είχε χάσει μεγάλο μέρος της περιουσίας του αποφάσισε να καταταγεί στον στρατό. Έτσι ταξίδεψε στον Καύκασο μαζί με τον μεγαλύτερο αδερφό του γι’ αυτόν τον σκοπό. Ο Τολστόι υπηρέτησε ως αξιωματικός του πυροβολικού κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου που ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1853. Επίσης υπηρέτησε και στη Σεβαστούπολη κατά τη διάρκεια της εντεκάμηνης πολιορκίας της (1854-55). Ως στρατιώτης αναγνωρίστηκε για το θάρρος του και επαινέθηκε για την τόλμη του κι έτσι προήχθη στον βαθμό του υπολοχαγού. Όμως, η σκληρότητα, οι φρικιαστικοί θάνατοι κι ο πόνος που άφηνε πίσω του ο πόλεμος απογοήτευσαν βαθιά τον Τολστόι. Αυτό είχε ως συνέπεια να αποφασίσει να φύγει από τον στρατό το 1856, μετά το τέλος του πολέμου της Κριμαίας.

Ίσως οι απώλειες που βίωσε ο Λέων Τολστόι, στον πόλεμο και ιδιαιτέρως μέσα στην οικογένεια του, να ήταν μια βασική αιτία που του αύξησε την επιθυμία για ζωή και ειδικότερα για τη δημιουργία δικής του οικογένειας. Ο θάνατος του αδερφού του Νικολάι το 1860 τον επηρέασε ακόμη περισσότερο ως προς αυτές τις σκέψεις του. Τότε που αποφάσισε να παντρευτεί. Στις 23 Σεπτεμβρίου του 1862 νυμφεύτηκε την κατά δεκαέξι χρόνια νεότερή του, Σοφία Αντρέγιεβνα Μπερς. Απέκτησαν δεκατρία παιδιά, αλλά δυστυχώς έχασαν τα πέντε από αυτά όταν ήταν ακόμη μικρά. Ο Τολστόι παρά τον πόνο από τον χαμό των παιδιών τους, έζησε μαζί με την Σόνια (όπως αποκαλούσε τη σύζυγό του) μια θαυμάσια οικογενειακή ζωή, ευτυχισμένος «σαν πατριάρχης», όπως κάποτε έγραψε ο ίδιος.

Η σύζυγός του έδειχνε θαυμαστή κατανόηση όταν ο συγγραφέας έγραφε τα μεγάλα του, σε αξία και όγκο, αριστουργήματα, την Άννα Καρένινα και το πολύτομο έργο Πόλεμος και ειρήνη. Η ίδια επίσης υπήρξε η γραμματέας του, και μεταξύ άλλων, αντέγραφε τα κείμενα του συγγραφέα πριν παραδοθούν στον εκδότη. Επίσης είχε αναλάβει την διαχείριση των οικονομικών. Η Σοφία Αντρέγιεβνα Μπερς, υπήρξε επίσης εξαιρετική φωτογράφος και σε αυτήν οφείλεται το υπέροχο αρχείο από φωτογραφίες του συγγραφέα, της οικογενειακής τους ζωής και των διάφορων δραστηριοτήτων του μεγάλου λογοτέχνη. Οι σχέσεις ωστόσο του ζευγαριού επιδεινώθηκαν όταν ο Λέων Τολστόι υιοθέτησε νέες ιδέες και οι πεποιθήσεις του άρχισαν να γίνονται όλο και πιο ριζοσπαστικές.

Από αριστερά: Η Σόφια Αντρέιεβνα, ο Λέων Τολστόι,
η νύφη τους Ντόρα και ο γιός τους Λεβ Νικολάεβιτς,
από την επέτειο του γάμου του συγγραφέα (23/9/1896)

Ο Λέων Τολστόι ανατράφηκε σε ένα περιβάλλον αριστοκρατικό και χριστιανικό. Μεγάλωσε με τις αρχές του χριστιανισμού. Ο χριστιανισμός γι’ αυτόν αποτέλεσε την σημαντικότερη πηγή σκέψης και προβληματισμού ως το τέλος της ζωής του. Πλήρης υλικών αγαθών, είχε την πολυτέλεια του χρόνου να μελετά, να παρατηρεί και να προβληματίζεται πάνω σε θέματα θεολογικά και ανθρωποκεντρικά, και σε ο, τι σχετίζεται με τη ζωή μας πάνω στη γη.

Ο Τολστόι στο κέντρο ανάμεσα σε μέλη της οικογένειάς
του στη Γιάσναγια Πολιάνα (11 Μαΐου 1908)

Έζησε τα πλούτη στην νεότητα του και γεύτηκε τον τρόπο ζωής τον πλουσίων, ωστόσο αυτός ο τρόπος ζωής δεν γέμιζε την ψυχή του, δεν του έδινε απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα που έθετε ο ίδιος και που ήξερε πως και πολλοί άλλοι συνάνθρωποί του είχαν. Πολλές φορές η ζωή μέσα στον κορεσμό των υλικών αγαθών, του προκαλούσε αποστροφή, ιδιαιτέρως όταν ο ίδιος βρέθηκε σε δεινή θέση εξαιτίας του πάθους του με τον τζόγο. Επίσης, βλέποντας την αδικία και την εκμετάλλευση των γαιοκτημόνων σε βάρος των χωρικών, η σύγκριση ήταν αναπόφευκτη, άρα και η σύγκρουση μέσα του. Αργότερα η συμμετοχή του στον πόλεμο και οι καταστάσεις οι οποίες βίωσε κατά την διάρκεια φρικτών ημερών, τον επηρέασαν ακόμη περισσότερο και ενέτειναν την επιθυμία του για έναν άλλον τρόπο ζωής, για μια ουσιαστική μεταστροφή.

Οι εμπειρίες στην ζωή του μεγάλου συγγραφέα στάθηκαν καθοριστικές και διαμόρφωσαν τη σκέψη και τη φιλοσοφία του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της επίδρασης των εμπειριών και των βιωμάτων του συγγραφέα στις πεποιθήσεις και τις ιδέες του είναι ένα τραυματικό γεγονός που έζησε στο Παρίσι. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στην γαλλική πρωτεύουσα το 1857, βρέθηκε μπροστά στο φρικτό θέαμα μιας δημόσιας εκτέλεσης στη γκιλοτίνα. Το θέαμα αυτό τον συγκλόνισε βαθιά και στάθηκε καθοριστικό για το υπόλοιπο της ζωής του.

Σε μια επιστολή σε έναν φίλο του, μετά από αυτό το γεγονός, έγραψε: «Η αλήθεια είναι ότι το κράτος είναι μια συνωμοσία που έχει σχεδιαστεί όχι μόνο για να εκμεταλλευτεί, αλλά πάνω απ’ όλα για να καταστρέψει τους πολίτες του … Στο εξής δεν θα υπηρετήσω ποτέ καμία κυβέρνηση πουθενά». Γρήγορα ο μεγάλος Ρώσος λογοτέχνης βρέθηκε να αντιμετωπίζει μέσα του την μεγαλύτερη σύγκρουση, ανάμεσα στις αρχές έτσι όπως τις διδάχθηκε και στις ίδιες του τις εμπειρίες οι οποίες τον έστρεφαν σε άλλους δρόμους. Αργότερα θα έγραφε: «ο χριστιανισμός στην αληθινή του ουσία θέτει ένα τέλος στο Κράτος» και στην πρόταση αυτή θα συνόψιζε ίσως, την βασική του αρχή η οποία ήταν «Ο χριστιανικός αναρχισμός».

Με την κόρη του Αλεξάνδρα

Διαβάζοντας Σοπενχάουερ, τους Άθλιους του Βίκτωρος Ουγκό, αλληλογραφώντας με τον Μαχάτμα Γκάντι, συνομιλώντας με τον Άντον Τσέχωφ, τον Μαξίμ Γκόρκι κι άλλες μεγάλες προσωπικότητες και κυρίως ζώντας με τους απλούς ανθρώπους, τους καταπιεσμένους και αδικημένους χωρικούς, ο Λέων Τολστόι δημιούργησε την δική του ιδέα για την ζωή. «Μπορεί να υπάρξει μόνο μία μόνιμη επανάσταση – μια ηθική: Η αναγέννηση του εσωτερικού ανθρώπου». Αυτή ήταν η βασική πεποίθηση, η αρχή, του μεγάλου συγγραφέα και αυτό ήταν το μήνυμα που προσπάθησε να περάσει μέσα από τα αξιολογότατα έργα του.

Η θεωρία του βασίζεται στην αρμονική ζωή κοντά στην φύση, όπου οι άνθρωποι θα εργάζονται και θα κερδίζουν μόνοι τους τα προς το ζην, μακριά από την επίβλεψη και την καθοδήγηση των ιεραρχιών και των εξουσιών, που καταντούν να εκμεταλλεύονται τους ανθρώπους. Προτείνει μια ελεύθερη ζωή, μέσα στην οποία ο καθένας θα μπορεί να εκφράζει, να αναπτύσσει και να αξιοποιεί ελεύθερα τα χαρίσματα και τις ικανότητές του. Στο έργο του «Η βασιλεία Του Θεού είναι μέσα σου» γράφει: «…όλες οι υποχρεώσεις προς το κράτος είναι ενάντια στη συνείδηση του Χριστιανού -ο όρκος υποτέλειας, οι φόροι, οι νομικές διαδικασίες, η στρατιωτική θητεία. Και όλη η κυβερνητική ισχύς στηρίζεται πάνω στις υποχρεώσεις αυτές».

Από αριστερά: Άντον Τσέχωφ, Μαξίμ Γκόργκι, Λέων Τολστόι

Πιστεύοντας στην απλή ζωή και στο φως των ανθρώπων, ο Λέων Τολστόι δεν θα μπορούσε να ζει διαφορετικά απ’ ότι πίστευε. Αφήνοντας την διαχείριση όλης του της περιουσίας στη σύζυγό του, η οποία είχε μεγάλες αντιρρήσεις για τις επιλογές και τα πιστεύω του συγγραφέα, ο ίδιος αποφάσισε να ζήσει ασκητικά, και να ακολουθήσει των τρόπο ζωής των απλών χωρικών. Καλλιεργούσε τη γη, περνούσε ώρες στην φύση, έφτιαχνε μόνος του τα παπούτσια του και προσπαθούσε να ζει όπως οι αγρότες, κάνοντας ότι μπορούσε χειρωνακτικά. Ωστόσο δεν κατάφερε ν’ αποποιηθεί παντελώς τις αριστοκρατικές του καταβολές, και γι’ αυτό η πάλη μέσα του ήταν διαρκής.

Με το αγαπημένο του άλογο τον Ντελίρ (1909)

Ο Τολστόι είχε ριζοσπαστικές ιδέες και στο θέμα της εκπαίδευσης. Πίστευε σε ένα αντιαυταρχικό σύστημα όπου ανάμεσα στον δάσκαλο και στον μαθητή πρέπει να υπάρχει ισότητα, οι μαθητές πρέπει να κινούνται και να εκφράζονται ελεύθερα κατά την διάρκεια των μαθημάτων και το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να είναι εναρμονισμένο με την φύση.

Με την εγγονή του Τατιάνα, 1908

Έχοντας αυτές τι αρχές δημιούργησε το πρώτο σχολείο στο ίδιο του το σπίτι, στο κτήμα όπου γεννήθηκε. Ο ίδιος απευθύνθηκε σε φοιτητές στη Μόσχα και διάλεξε τους καλύτερους για δασκάλους των παιδιών των αγροτών. Τα παιδιά διδάσκονταν πρωτίστως λογοτεχνία, μαθηματικά και φυσική μεταξύ άλλων, και μελετούσαν τα ουράνια σώματα. Στο σπίτι του Λέοντος Τολστόι, που σήμερα λειτουργεί ως Μουσείο στη Γιάσναγια Πολιάνα, μπορεί κανείς να βρει διάφορα εκπαιδευτικά εργαλεία και κατασκευές, ιδιαιτέρως σύνθετα για εκείνη την εποχή. Ανάμεσά τους υπάρχει κι ένα μικροσκόπιο. Το παιδαγωγικό σύστημα του Τολστόι βρήκε εξαιρετικά μεγάλη ανταπόκριση στον λαό και στους εκπαιδευτικούς και ως το 1862 είχαν δημιουργηθεί στην περιοχή δεκατρία σχολεία. Η κυβέρνηση ωστόσο δεν βοήθησε να συνεχιστεί αυτή η προσπάθεια, αντιθέτως, μάλλον την εμπόδισε.

Ο Λέων Τολστόι διηγείται στα εγγόνια του ένα παραμύθι

Ο Τολστόι πίστευε πως η λογοτεχνία πρέπει να είναι για όλους γιατί μόνον έτσι θα μπορούσαν όλοι να την διδαχθούν. Ένιωθε απογοητευμένος από τα έργα πολλών συναδέλφων του εκείνη την εποχή, καθώς θεωρούσε πως δεν είναι δυνατόν να γίνουν κατανοητά, ή να βοηθήσουν τους απλούς ανθρώπους. Στα έργα του Τολστόι είναι εμφανής η προσπάθειά του να περιγράψει την πραγματικότητα και τα καταφέρνει τόσο καλά, που συχνά διαβάζοντας μπορείς να μεταφερθείς σε εκείνη την εποχή, να δεις τα τοπία, να νιώσεις τον χώρο και τον χρόνο, να κατανοήσεις και να αισθανθείς όσα βιώνουν οι ήρωες. Αναπόφευκτη φυσικά στις διηγήσεις του είναι και η πάλη, ή μάλλον ή σύγκριση, ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς. Η σκιαγράφηση της ψυχολογικής φυσιογνωμίας των ηρώων είναι κάτι που ο Λέων Τολστόι επιτυγχάνει με μεγάλη μαεστρία και σε βάθος.

Τα έργα του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα, καθώς και ιδέες του, και η ίδια του η προσωπικότητα αγαπήθηκαν πολύ από τους ανθρώπους, οι οποίοι με κάθε ευκαιρία τον επισκέπτονταν για να συνομιλήσουν μαζί του, και για να μάθουν από αυτόν, να τον συμβουλευτούν ή απλώς να τον ακούσουν να αφηγείται μια ιστορία. Η σύζυγός του Σοφία περιέγραφε τους ανθρώπους που επισκεπτόταν τον συγγραφέα στο σπίτι του ως εξής: «παράφρονες αριστοκράτες, ζητιάνοι που περηφανεύονται για την ξεπεσμένη θέση τους, ξεδοντιάρες καλόγριες, ιδεολόγοι φοιτητές, επαναστάτες, εγκληματίες, χορτοφάγοι, αλλοδαποί». Είναι εμφανής στα λόγια της η αντίθεσή της στον τρόπο ζωής και στις ιδέες του συζύγου της.

Διαβάζοντας έργα του σε φίλους

Τα αριστουργήματα του Λέοντος Τολστόι, κοσμούν πολλές βιβλιοθήκες του κόσμου και έχουν διαβαστεί από εκατομμύρια αναγνώστες. Και το ευτύχημα είναι ότι αυτό θα συνεχίσει να γίνεται για πολύ ακόμη, γιατί τα έργα του μεγάλου Ρώσου λογοτέχνη είναι αξεπέραστα σε ποιότητα, αξία, γνώση και λογοτεχνικό ταλέντο. Ο Τολστόι έγραψε επτά εκπληκτικές νουβέλες. Η νουβέλα με τον τίτλο «Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς» είναι πιο γνωστή και η πιο αντιπροσωπευτική ίσως των «χριστιανοαναρχικών» ιδεών του. «Αφέντης και δούλος» είναι ο τίτλος ενός από τα συνολικά εικοσιένα διηγήματα που έγραψε και «Η ρίζα του κακού» είναι ένα από τα οκτώ θεατρικά του έργα.

Έγραψε επίσης έργα αυτοβιογραφικά όπως «Τα παιδικά χρόνια» που υπήρξε και το πρώτο έργο και «Μια εξομολόγηση», καθώς επίσης και εξαιρετικά δοκίμια με πιο γνωστά και πολυδιαβασμένα τα «Περί τρέλας» και το «Ημερολόγιο σοφίας». Τα μεγαλύτερα όμως έργα του, από κάθε άποψη, είναι τα τέσσερα μυθιστορήματά του: «Οι Κοζάκοι», «Πόλεμος και ειρήνη», «Άννα Καρένινα» και «Η Ανάσταση». Το μυθιστόρημά του «Η Ανάσταση», έγινε η αιτία να αφοριστεί ο Λέων Τολστόι από την Ορθόδοξη εκκλησία της Ρωσίας, δύο χρόνια μετά την έκδοσή του. Μέσα από το μυθιστόρημα του ο συγγραφέας εκφράζει με καυστικό τρόπο την κριτική του για την υποκρισία και την τυπολατρία από μέρους της επίσημης εκκλησίας. Ο αφορισμός είχε ως στόχο να πλήξει τη δημοφιλία του λογοτέχνη, ωστόσο η κίνηση αυτή έφερε αντίθετα αποτελέσματα. Ο κόσμος έσπευσε να συμπαρασταθεί στον συγγραφέα, και να εκφράσει εντονότερα την αγάπη και την συμπάθεια προς το πρόσωπό του.

Ο Λέων Τολστόι πέθανε από πνευμονία στις 20 Νοεμβρίου του 1910, σε ηλικία 82 ετών. Τις τελευταίες μέρες του, μιλούσε και έγραφε για τον θάνατο. Αποκηρύσσοντας τον αριστοκρατικό τρόπο ζωής του, έφυγε από το σπίτι ένα χειμωνιάτικο βράδυ κρυφά και η μυστική αυτή αποχώρησή του έμοιαζε με μια κίνηση απελπισίας. Κάποιοι λένε πως έφυγε θέλοντας να ξεφύγει από την συνεχόμενη κριτική και καταπίεση που δεχόταν από την γυναίκα του. Ίσως πάλι οι λόγοι να ήταν άλλοι. Ο Τολστόι κατέρρευσε στο σιδηροδρομικό σταθμό Αστάποβο, αποκαμωμένος μετά από μια ολοήμερη διαδρομή με το τρένο. Ο σταθμάρχης πήρε τον Τολστόι στο διαμέρισμά του και οι προσωπικοί του γιατροί σύντομα κατέφτασαν να τον κουράρουν, με ενέσεις μορφίνης και καμφοράς. Ωστόσο επήλθε το μοιραίο.

Η κηδεία του μεγάλου συγγραφέα θύμιζε διαδήλωση. Η αστυνομία προσπάθησε να περιορίσει την πρόσβαση των ανθρώπων στην τελετή, αλλά μάταια. Χιλιάδες αγρότες βγήκαν στους δρόμους θέλοντας να δουν για τελευταία φορά τον αγαπημένο τους φίλο. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ο Τολστόι πέρασε τις τελευταίες ώρες της ζωής του κηρύττοντας την αγάπη, τη μη – βία και την αξία της γεωργίας και της συνύπαρξης με την φύση σε συνεπιβάτες του στο τρένο.

Ο τάφος του Τολστόι

«Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν η μία με την άλλη, η κάθε δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με τον δικό της τρόπο»

Όποιος έχει διαβάσει το μυθιστόρημα Άννα Καρένινα του Ρώσσου συγγραφέα Λέων Τολστόι θυμάται την άνωθεν φάση ως εναρκτήρια του έργου ή ακόμη και προοιώνισμα των γεγονότων που πρόκειται να εξελιχθούν στην πορεία του μυθιστορήματος. Το μυθιστόρημα αρχικά εκδόθηκε την περίοδο 1875-1877 αποσπασματικά στο κορυφαίο περιοδικό της Ρωσίας του 19ου αιώνα The Russian Messenger, για να εκδοθεί ολοκληρωμένο ως βιβλίο το 1878. Πρόκειται για ένα αρκετά ογκώδες βιβλίο περίπου χιλίων σελίδων, αποτελούμενο από οκτώ μέρη στα οποία παρατηρούμε να εξελίσσεται η ιστορία τόσο της κεντρικής πρωταγωνίστριας Άννα Καρένινα, όσο και των υπολοίπων χαρακτήρων.

Η Γκρέτα Γκάρμπο ως Άννα Καρένινα (1935)

Με φόντο το περιβάλλον της αριστοκρατικής Ρωσίας, όπου οι ανθρώπινες σχέσεις αλλοιώνονται από τις κοινωνικές συμβάσεις, τον καθωσπρεπισμό και την υποκρισία, ο Τολστόι χτίζει την ιστορία της εμβληματικής ηρωίδας του. Η ʼννα Καρένινα θα πληρώσει ακριβά το τίμημα του μετεωρισμού της ανάμεσα στο καθήκον προς τον σύζυγό της, Καρένιν, και το πάθος της για τον εραστή της, κόμη Βρόνσκι. Κάθε επιλογή της, αντί να την οδηγεί σε λύση, φαίνεται να την σπρώχνει βαθύτερα στο αδιέξοδο, και το τραγικό της τέλος μοιάζει αναπόφευκτο.

Ο πατριάρχης του ρωσικής λογοτεχνίας Λεβ Τολστόι, στο πιο γνωστό μυθιστόρημά του, φέρνει στην επιφάνεια τον κόσμο των πλαστών σχέσεων και των καταπιεσμένων συναισθημάτων. Ως αυθεντικός εκπρόσωπος αυτής της σχολής, ο Τολστόι δεν αρκείται μόνο στη δημιουργία ενός συναρπαστικού σε πλοκή και γεμάτου ανατροπές έργου, αλλά διεισδύει με την γραφή του στα πιο δύσβατα μονοπάτια της ψυχής και αναδεικνύει τη γοητεία και την περιπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης. Όταν ο Γουίλιαμ Φώκνερ ερωτήθη ποια θεωρεί ότι είναι τα τρία κορυφαία μυθιστορήματα όλων των εποχών, απάντησε χαρακτηριστικά: «Άννα Καρένινα, Άννα Καρένινα και Άννα Καρένινα».

Η Βίβιαν Λη ως Άννα Καρένινα, 1948

Το πρώτο μέρος ξεκινά με την είδηση πως ο Στιεπάν Αρκαντίγιεβιτς Αμπλόνσκη ή αλλιώς Στίβα απατούσε τη γυναίκα του πριγκίπισσα Ντόλι με την Γαλλίδα παιδαγωγό των παιδιών τους. Η Ντόλι, σαστισμένη και βαθιά πληγωμένη με την απιστία του άντρα της αρνείται να τον αντικρύσει και να του μιλήσει, για αυτό και ο Στίβα καλεί την αδερφή του Άννα Καρένινα από την Αγία Πετρούπολη να ταξιδέψει στο σπίτι τους στη Μόσχα και να πείσει τη γυναίκα του Ντόλι να ξεπεράσει το γεγονός και να επιστρέψουν στην καθημερινότητα τους.

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της προς το σπίτι του αδερφού της, η Άννα συναντά την συνταξιδιώτισσα της Κόμισσα Βρόνσκι, η οποία όδευε προς την Μόσχα για να συναντήσει τον γιό της, τον κόμη και στρατιωτικό Αλεξέι Βρόνσκι. Στο σταθμό θα πραγματοποιηθεί και η πρώτη συνάντηση των δύο πρωταγωνιστών μας της Άννας και του Αλεξέι, η οποία θα αποβεί μοιραία για τη συνέχεια της ιστορίας, αφού και μόνο η στιγμιαία συνάντηση των βλεμμάτων τους υπήρξε αρκετή για να ξυπνήσει την σπίθα μέσα τους. Παράλληλα, βλέπουμε και την ιστορία του φίλου του Στίβα, του Λέβιν, ενός γαιοκτήμονα που προτιμά την ηρεμία και την φυσική αγαλλίαση του εξοχικού του στην επαρχία της Ρωσίας, από την ελιτίστικη και αριστοκρατική ζωή των πόλεων. Είναι, επίσης, βαθιά ερωτευμένος και γοητευμένος με την μικρή αδερφή της Ντόλι, την Κίττη στην οποία αποφάσισε, ύστερα και από παροτρύνσεις του φίλου Στίβα, να κάνει επιτέλους πρόταση γάμου.

Η Σοφί Μαρσώ ως Άννα Καρένινα (1997)

Η πιο εξαίσια σκηνή, βέβαια, του πρώτου μέρους δεν είναι άλλη από την σκηνή του χορού, κατά τον οποίο η ενήλικη πλέον Κίττη όφειλε να επιλέξει ένα σύζυγο αντάξιο της κοινωνικής της τάξης. Σε αυτή τη σκηνή, θα ακολουθήσει και η δεύτερη συνάντηση της Άννας με τον Βρόνσκι, όταν εκείνος θα ζητήσει να την συνοδέψει στο χορό. Η περιγραφή τόσο των σκηνικών όσο και της ενδυματολογίας των γυναικών είναι πραγματικά εκπληκτική.

Το δεύτερο, τέταρτο, πέμπτο και έβδομο μέρος επικεντρώνονται κυρίως στην εξέλιξη του ειδυλλίου ανάμεσα στην Άννα και τον Βρόνσκι. Στο δεύτερο μέρος η Άννα θα επιστρέψει στο σπίτι της στην Αγία Πετρούπολη, όπου διαμένει με τον σύζυγος της, Αλεξέι Καρένιν, που είναι ένας υψηλόβαθμος κυβερνητικός υπάλληλος, και τον γιό τους Σεργκέι. Ο Βρόνσκι, όμως, δεν πτοείται από τον γάμο της Άννας και συνεχίζει να την διεκδικεί στις προσπάθειες του οποίου τελικά ενδίδει η Άννα, αλλά καταφέρνουν ήδη να κινήσουν τις υποψίες τόσο της αριστοκρατίας όσο του και του ίδιου του συζύγου της. Στα επόμενα μέρη, οι συναντήσει της Άννας και του Βρόνσκι πυκνώνουν και η απιστία εξελίσσεται σε κάτι πολύ πιο σοβαρό με την είδηση της εγκυμοσύνης της Άννας από τον Βρόνσκι στο τέταρτο μέρος. Η Άννα θα έρθει αρκετές φορές σε ρήξη με τον Αλεξέι, ο οποίος θα απαιτήσει να έρθει σε ένα τέλος η σχέση της με τον Βρόνσκι προτού πάρει μεγάλες διαστάσεις στον κύκλο τους.

Η Κίρα Νάιτλι ως Άννα Καρένινα (2013)

Ύστερα από τη δύσκολη εγκυμοσύνη που υπέστη η Άννα, αποφασίσει να ταξιδέψει στην Ευρώπη με τον Βρόνσκι κατά το πέμπτο μέρος, ταξίδι που όμως θα σημάνει την κατιούσα πορεία στη σχέση τους, καθώς έρχονται για πρώτη φορά πλήρως αντιμέτωποι με τις συνέπειες των πράξεων τους. Όλη η Ρώσικη αριστοκρατία πλέον τους απομονώνει και τους αντιμετωπίζει ως αντικείμενο κατάκρισης και απαξίωσης, οπότε αδυνατούν να βρούνε άτομα που θα τους αποδεχτούν. Ο Βρόνσκι αισθάνεται να πνίγεται σε αυτή την κατάσταση και αρχίζει να αναθεωρεί και για τον έρωτα του για την Άννα. Η Άννα νοιώθει συντετριμμένη, αφού αριστοκράτισσες που θεωρούσε φίλες της πλέον της γύρισαν την πλάτη, καθώς επίσης και μεγάλη ανασφάλεια πως ο Βρόνσκι ίσως την αφήσει για να παντρευτεί μία άλλη αριστοκράτισσα, με αποτέλεσμα να οξύνεται η ζήλεια της απέναντί του.

Στα υπόλοιπα μέρη, παρατηρούμε να εξελίσσεται η ιστορία του Λιέβιν, ο οποίος βίωσε τεράστια απογοήτευση από την απόρριψη της πρότασης του από την Κίττη και έτσι απέρριψε εντελώς την ιδέα του γάμου, έως ότου βέβαια να την αντικρύσει ξανά στα επόμενα κεφάλαια και να συνειδητοποιήσει πως ο έρωτας του για αυτήν δεν έσβησε ποτέ, παρόλο που εκείνη τον πλήγωσε. Επομένως, στο μυθιστόρημα παρακολουθούμε αλλά και μετέχουμε σε δύο ιστορίες, τόσο της Άννας όσο και του Λιέβιν, οι οποίες θα έχουν τελείως διαφορετική κατάληξη. Παρόλο που πρόκειται για διαφορετικές ιστορίες, και οι δύο ήρωες χαρακτηρίζονται από κάτι κοινό, και αυτό είναι η προσπάθεια τους να ανακαλύψουν τους εαυτούς τους, να φτάσουν στην αυτοπραγμάτωση τους και να γευτούν την ευτυχία σε μία ζωή που ονειρεύονται.

Οι χαρακτήρες του βιβλίου πολυπληθείς, αλλά συγχρόνως και με ψυχολογικό βάθος. Ως αναγνώστες δεν ακολουθούμε απλώς την πορεία τους αλλά και μαθαίνουμε τις πιο ενδόμυχες σκέψεις τους. Τους καταλαβαίνουμε και τους συναισθανόμαστε. Βιώνουμε τις απογοητεύσεις τους, τα αδιέξοδα τους, τις χαρές του και τα συναισθηματικά τους αδιέξοδα. Το μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται από τον γνωστό δίπολο «θέλω-πρέπει», που διέπει όλη τη λογοτεχνία του 19ου αιώνα, ιδίως στην ιστορία της Άννας, αφού η ίδια βρίσκεται σε μία συναισθηματική σύγκρουση, η οποία την βρίσκει απροετοίμαστη. Από τη μία, το «πρέπει» συνιστά την συζυγική πίστη απέναντι στο άντρα και πατέρα του παιδιού της, ενώ το «θέλω» αντικατοπτρίζεται με τον γοητευτικό Βρόνσκι και τα θέλγητρα στου οποίου θέλει να ενδώσει η Άννα. Εν τέλει, νικήτρια θα αποτελέσει η καρδιά της με ολέθριες για την ίδια συνέπιες. Ο Λιέβιν, ντροπαλός και άκρως ρομαντικός και ιδεαλιστής εντοπίζει στο πρόσωπο της Κίττη ένα εξιδανικευμένο πρότυπο γυναίκας που χαρακτηρίζεται από αγνότητα, γοητεία και χάρη. Την αποθεώνει, μάλιστα, σε τέτοιο σημείο που ο ίδιος αισθάνεται ανάξιος της. Μάλιστα, η ιδέα μίας ζωής χωρίς την Κίττη ισούται για αυτόν με τη ζωή ενός εργένη.

Πέραν από ερωτευμένος, ο Λιέβιν διαφέρει αρκετά από τους υπόλοιπους χαρακτήρες του μυθιστορήματος και επιλέγει να εμμείνει στο δικό του σύστημα αξιών και στην δική του πολιτική ιδεολογία, ακόμη και όταν χλευάζεται για αυτήν από άτομα της αριστοκρατίας. Επιπλέον, τα θέματα που πραγματεύεται το μυθιστόρημα συνίστανται από διαχρονικότητα και ξεπερνούν τα όρια του χρόνου και του χώρου. Θέματα όπως η απιστία, η έγγαμη ζωή, ο έρωτας, η ερωτική απογοήτευση, η θρησκευτική πίστη, η ηθική, η αντίθεση της πόλης και της επαρχίας, η κοινωνική κριτική και πολλά άλλα δεν αποτελούν μόνο σύγχρονα ή της εποχής του 19ου αιώνα θέματα, αλλά πλάθουν και παρεισφρέουν στις ανθρώπινες σχέσεις και κοινωνίες όλων των εποχών, για αυτό και συνιστούν και λογοτεχνικά μοτίβα από τα Ομηρικά Έπη που συντέθηκαν τον 8ο π.Χ. αιώνα μέχρι και στην λογοτεχνία του σήμερα.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως το μυθιστόρημα του Τολστόι γνώρισε πολλές κινηματογραφικές μεταφορές, αλλά και εκατοντάδες μεταφράσεις σε όλο τον κόσμο. Η μεταφορά του έργου στον κινηματογράφο έγινε για πρώτη φορά την δεκαετία του 1910, με δύο ρωσικές εκδοχές, μία αμερικανική και μία ουγγρική. Η μεταφορά, όμως, που έκανε πιο γνωστό το μυθιστόρημα στο διεθνές κοινό και απέσπασε πολλές θετικές κριτικές ήταν αυτή του 1935 με πρωταγωνιστές την Γκρέτα Γκάρμπο ως Άννα Καρένινα, τον Φρέντερικ Μάρτς ως Βρόνσκι και τον Μπέιζιλ Ράθμποου και θεωρείται μέχρι και σήμερα μία από τις 100 καλύτερες ρομαντικές ταινίες όλων των εποχών. Ακολούθησαν και άλλες πολλές ακόμη ταινίες και σειρές του μυθιστορήματος, με ιδιαιτέρως εξέχουσες την ταινία του 1997 με πρωταγωνιστές τους Σοφί Μαρσό, Σόν Μπίν και Άλφρεντ Μολίνα, και την πιο πρόσφατη ταινία του 2013 με τους Κίρα Νάιτλι, Άαρον Τέιλορ Τζόνσον και Τζούντ Λο.

Κάτια Δανδουλάκη (Άννα Καρένινα) – Πέτρος Φυσσούν (Βρόνσκυ), 1979

Στις 3 Νοεμβρίου 1979 στην εκπομπή «Πρόσωπα και Πράγματα» της ΥΕΝΕΔ η δημοσιογράφος Μαίρη Παραπονιάρη παρουσίασε το θέμα για την πρώτη θεατρική παράσταση στην Ελλάδα του μυθιστορήματος του Λ. Τολστόι, «Άννα Καρένινα». Η θεατρική μεταφορά παρουσιάστηκε κατά τη χειμερινή περίοδο 1978-1979, στο θέατρο Διονύσια, από το θίασο Διαμαντόπουλου Β. – Δανδουλάκη Κ. – Φυσούν Π., έναν αιώνα μετά την πρώτη έκδοσή του βιβλίου (1878) και έκανε πρεμιέρα στα μέσα Οκτωβρίου του 1979 με πρωταγωνιστές την Κάτια Δανδουλάκη, τον Πέτρο Φυσούν και τον Βασίλη Διαμαντόπουλο.

Η Τατιάνα Λύγαρη ως Άννα Καρένινα, στο Τρένο στο Ρουφ (1996)

Οι πρωταγωνιστές της παράστασης που ανέβηκε στο Θέατρο Rex – Θέατρο Rex «Μαρίκα Κοτοπούλη» (2016): Ευγενία Δημητροπούλου (Κίττυ), Μάξιμος Μουμούρης (Λέβιν), Λάζαρος Γεωργακόπουλος (Καρένιν), Μαρία Ναυπλιώτου (Καρένινα) και Ορφέας Αυγουστίδης (Βρόνσκυ)

Πηγές: www.n-t.gr, www.offlinepost.gr

Σχολιάστε