Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, σαν σήμερα η γέννηση του κορυφαίου της Ισπανίας

Federico García Lorca
(5 Ιουνίου 1898 – 18 Αυγούστου 1936)

Ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα (Federico García Lorca) είναι ο κορυφαίος ισπανός ποιητής και θεατρικός συγγραφέας του 20ού αιώνα. Είναι γνωστός παγκοσμίως για τα ποιήματά του «Ρομανθέρο Χιτάνο» και «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας» καθώς και για τη δραματική του τριλογία «Ματωμένος γάμος», «Γέρμα» και «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα». Η κεντρική θεματική των έργων του, που ισορροπούν μεταξύ παράδοσης και μοντερνισμού, περιστρέφεται γύρω από τον έρωτα, την υπερηφάνεια, το πάθος και τον βίαιο θάνατο. Βίαιος ήταν και ο δικός του θάνατος, όταν εκτελέστηκε από τους Εθνικιστές του Φράνκο, λίγο μετά το ξέσπασμα του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, σε μία ιδιαίτερα δημιουργική περίοδο της σύντομης ζωής του.

O Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα σε νεαρή ηλικία

Ο Φεδερίκο δελ Σαγράδο Κοραθόν ντε Χεσούς Γκαρθία Λόρκα γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου 1898, στην κωμόπολη Φουέντε Βακέρος της Ανδαλουσίας. Ο πατέρας του Φεδερίκο Γκαρθία Ροδρίγκεθ ήταν μεγαλοαγρότης της περιοχής και η μητέρα του Βιθέντα Λόρκα Ρομέρο ήταν δασκάλα. Είχε μια καλή παιδική ζωή και από πολύ μικρός άρχισε να ασχολείται με τις τέχνες. Άλλωστε και οι δυο γονείς του αγαπούσαν τη μουσική που την εμφύσησαν και στα τέσσερα παιδιά τους. Ο πατέρας του έπαιζε κιθάρα και η μητέρα του πιάνο.

Σε ηλικία 10 ετών, η οικογένειά του μετοίκησε στην κοντινή πόλη της Γρανάδα, όπου ο Λόρκα παρακολούθησε μαθήματα σ’ ένα σχολείο Ιησουιτών. Υπό την πίεση του πατέρα του γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Γρανάδα, την οποία τελείωσε ύστερα από εννέα χρόνια στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, καθώς τα ενδιαφέροντά του εστιάζονταν στη λογοτεχνία, τη ζωγραφική και τη μουσική. Σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ο Λόρκα βασανίστηκε από το γεγονός ότι ήταν ομοφυλόφιλος, κάτι που, για τα δεδομένα της εποχής, ήταν μη αποδεκτό. Η κατάσταση αυτή δημιούργησε πολλά προβλήματα στον Λόρκα, ενώ όπως είναι φυσικό τον επηρέαζε ψυχολογικά οδηγώντας τον συχνά στην κατάθλιψη.

Το 1919 στο πιάνο του σπιτιού του

Το 1919 εγκαταστάθηκε στη «Φοιτητική Κατοικία» του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης, που είχε γίνει το πολιτιστικό κέντρο της ισπανικής πρωτεύουσας. Εκεί δημιούργησε φιλίες με μερικούς από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες και λογοτέχνες της γενιάς του αλλά και του 20ού αιώνα, ανάμεσα στους οποίους ο ζωγράφος Σαλβαδόρ Νταλί, με τον οποίο πολλοί θεωρούσαν ότι ο Λόρκα ήταν ερωτευμένος. Εκεί ο Λόρκα συνάντησε και τους ποιητές Χουάν Ραμόν Χιμένεθ και Ραφαέλ Αλμπέρτι, τον κινηματογραφιστή Λουίς Μπουνιουέλ, τον Γκρεγόριο Μαρτίνεθ Σιέρρα και άλλους με τους οποίους συνδέθηκε με ισχυρές φιλίες.

Καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία του ήταν η συνεργασία του με τον διακεκριμένο συνθέτη Μανουέλ ντε Φάγια (ή Φάλια, όπως είναι γνωστός στην Ελλάδα) στο φεστιβάλ λαϊκής μουσικής της Γρανάδας το 1922. Στις παραδόσεις της λαϊκής και τσιγγάνικης μουσικής ο Λόρκα θεώρησε ότι βρήκε λύση στις μουσικές, ποιητικές και πνευματικές αναζητήσεις του. Το ποίημα «Romancero Gitano» (Τσιγγάνικο Τραγουδιστάρι»), που γράφτηκε μεταξύ 1924 και 1927 και δημοσιεύτηκε το 1928, έμελλε να είναι η λυρική έκφραση αυτής της λύσης. Ο Λόρκα ήταν τώρα ο σπουδαιότερος ισπανός ποιητής και ηγετική προσωπικότητα της λεγόμενης «Γενιάς του ‘27».

Ήδη από τα πρώτα χρόνια της παραμονής του στη Φοιτητική Κατοικία η ποίησή του έγινε γνωστή σε όλους τους λογοτεχνικούς κύκλους της Ισπανίας. Δύσκολα όμως δεχόταν ο ίδιος τη δημοσίευση των έργων του. «Η ποίηση δημιουργείται για ν’ απαγγέλλεται», έλεγε, «σ’ ένα βιβλίο είναι νεκρή». Έτσι απήγγειλε την ποίηση και διάβαζε τα θεατρικά του έργα σαν μεσαιωνικός τροβαδούρος. Τα περισσότερα έργα του απέκτησαν μεγάλη φήμη. Παρ’ όλα αυτά δεν ήταν λίγες οι φορές που λογοκρίθηκαν για τα κοινωνικά και πολιτικά μηνύματα που ο ποιητής περνούσε μέσα από αυτά. Η λογοκρισία αυτή των έργων του Λόρκα συνέχισε να υφίσταται στην Ισπανία ακόμη και πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του.

Τη διετία 1929-1930, ο Λόρκα έζησε στη Νέα Υόρκη στη φοιτητική εστία του Πανεπιστημίου Κολούμπια. Οι σπουδές στη Νέα Υόρκη δεν ήταν τόσο αποτέλεσμα ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος, όσο μια προσπάθεια της οικογένειάς του να τον βοηθήσουν να ξεπεράσει την άσχημη ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόταν εκείνη την περίοδο της ζωής του. Στις ΗΠΑ κυρίως έζησε στο Βέρμοντ, ενώ πέρασε ένα διάστημα και στην Κούβα. Η παραμονή και οι σπουδές του Λόρκα στη Νέα Υόρκη άσκησαν σημαντική επιρροή στο έργο του. Μερικά από τα πιο σπουδαία έργα του γράφτηκαν ενόσω ζούσε εκεί και με βάση τα βιώματά του. Μη μπορώντας να μιλήσει αγγλικά, ο Λόρκα στην Αμερική υπέστη πολιτιστικό σοκ, την κατάρρευση του προσωπικού του κόσμου, ενώ ήταν μάρτυρας του οικονομικού κραχ του 1929. Οι εμπειρίες του αυτές μετουσιώθηκαν στο ποιητικό του έργο «Ένας ποιητής στη Νέα Υόρκη» (Poeta en Nueva York), που δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του, το 1940. Η φρίκη του ποιητή για ό,τι θεωρούσε ως θάνατο της ζωής ενός μηχανοποιημένου πολιτισμού μεταφέρεται με τον αντιστικτικό συνδυασμό βάναυσων και βασανιστικών εικόνων.

O Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα με τον νεαρό ζωγράφο Σαλβαδόρ Νταλί, το 1927

Το 1931 ο Λόρκα επέστρεψε μέσω Κούβας στην Ισπανία, όπου συνέχισε να γράφει ποιήματα, αλλά και θεατρικά έργα. Εκφράζοντας το ενδιαφέρον του για το κουκλοθέατρο, που τον είχε συνεπάρει από τα παιδικά του χρόνια, έγραψε τα έργα «Οι Φασουλήδες του Κατσιπόρα» (Los titeres de cachiporra, 1931), μία τραγικωμωδία γεμάτη φαρσικές καταστάσεις και «Η μικρή παράσταση του Δον Κριστόμπαλ» (Retabillo de Don Christobal, 1931). Η έλευση της Δημοκρατίας στην Ισπανία έστρεψε τον Λόρκα ολοκληρωτικά στο θέατρο. Ο υπουργός Παιδείας υποστήριξε τον σπουδαστικό θίασο «Teatro Universitario la Barraca» (Πανεπιστημιακό Θέατρο «Η Παράγκα») που έδινε παραστάσεις, από το 1932 έως το 1935, παρουσιάζοντας αριστουργήματα του κλασικού θεάτρου σε εργάτες και χωρικούς. Ιδρυτής και καθοδηγητής του θιάσου ήταν ο Λόρκα που ανέβασε έργα των Λόπε ντε Βέγα, Καλντερόν ντε λα Μπάρκα, ακόμη και Θερβάντες.

Το 1933 άρχισε να παρουσιάζει τα τρία σπουδαιότερα και δημοφιλέστερα θεατρικά του έργα, μία τριλογία σύγχρονων τραγουδιών, με θέματα παρμένα από την καθημερινή ζωή. Το 1933 ανέβηκε ο «Ματωμένος Γάμος» (Bodas de sangre), τον επόμενο χρόνο η «Γέρμα» (Yerma), ενώ το 1936 έγραψε «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα (La casa de Bernarda Alba) που ανέβηκε μετά τον θάνατό του στο Μπουένος Άιρες. Το 1935 έγραψε το ποίημα «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας» (Llanto por Ignacio Sanchez Mejias), στη μνήμη του φίλου του ταυρομάχου και διανοούμενου που σκοτώθηκε σε μια ταυρομαχία.

Ο Λόρκα πίστευε με πάθος στη δύναμη του θεάτρου να επιφέρει κοινωνικές αλλαγές. Θεωρούσε ότι «είναι ένα σχολείο κλάματος και γέλιου, ένα ελεύθερο φόρουμ, όπου οι άνθρωποι μπορούν να αμφισβητήσουν τις νόρμες που έχουν ξεπεραστεί ή είναι λανθασμένες και να εξηγήσουν με ζωντανά παραδείγματα τις αιώνιες νόρμες της ανθρώπινης καρδιάς». Την αξία αυτή, που διαπνέει έως και σήμερα όλα τα θεατρικά έργα του, προσπάθησε να περάσει και μέσα από τη θητεία του ως διευθυντής του πανεπιστημιακού θεάτρου.

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

Απόβραδο στην Αλάμπρα

Πέντε η ώρα που βραδιάζει
πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει
φέρνει έν’ αγόρι το νεκροσέντονο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Έτοιμος κι ο κουβάς με τον ασβέστη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Θάνατος τ’ άλλα, θάνατος μονάχα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Ψηλά παίρνει ο αγέρας τα βαμπάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Το οξείδιο σπέρνει κρύσταλλο και νίκελ
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Παλεύει η περιστέρα με το αγρίμι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Κι η σάρκα μ’ ένα κέρατο θλιμμένο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Χορδή τυμπάνου αρχίζει να χτυπά
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Αρσενικού καμπάνες κι ο καπνός
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Βουβοί συντρόφοι στ’ άχαρα σοκάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Του ταύρου η καρδιά μονάχα ολόρθη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Όταν ο ιδρώτας χιόνι αργά γινόταν
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Όταν η αρένα γέμισε με ιώδιο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Τ’ αυγά του στην πληγή άφησε ο θάνατος
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει,
πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.

Μια κάσα από καρούλια το κρεβάτι
πέντε η ώρα που βριαδιάζει.
Σουραύλια ηχούν και κόκαλα στ’ αυτί του
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Στο μέτωπό του ο ταύρος μουγκανίζει
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Η κάμαρα ιριδίζει από αγωνία
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Από μακριά σιμώνει κι όλα η σήψη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Σάλπιγγα κρίνου στον χλοερό βουβώνα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Οι πληγές του εκαίγανε σαν ήλιοι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Και το πλήθος να σπάει τα παραθύρια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Αχ! Τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει.
Ήτανε πέντε σ’ όλα τα ρολόγια,
ήτανε πέντε κι έπεφτε το βράδυ.

«Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας», μτφρ. Ν. Γκάτσος (απόσπασμα)

Τον Ιούλιο του 1936 εκδηλώθηκε η ανταρσία του στρατηγού Φράνκο κατά της δημοκρατικής κυβέρνησης της Μαδρίτης, η οποία πυροδότησε τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Ο Λόρκα πήγε στη Γρανάδα για να βρει τους δικούς του. Στις 17 Αυγούστου 1936 συνελήφθη από τους οπαδούς (φαλαγγίτες) του Φράνκο και την επομένη ημέρα εκτελέστηκε. Μερικές ημέρες πριν είχε σημειωθεί και η δολοφονία του συγγενούς του και δημάρχου της Γρανάδα, Μάνιουλ Φερνάντο Μοντεσίνο.

Ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα τον Μάιο του 1935

Ο τάφος του Λόρκα δεν βρέθηκε ποτέ και αποτελεί ένα μυστήριο μέχρι σήμερα. Πολλοί ερευνητές υποθέτουν ότι πρέπει να είναι θαμμένος στον τόπο της εκτέλεσής του στα περίχωρα της Γρανάδας. Οι μέχρι τώρα ανασκαφές δεν έχουν αποδώσει. Στα τέλη του 2008 ο ισπανός δικαστής Μπαλτάθαρ Γκαρθόν άνοιξε τον φάκελο Λόρκα και προχώρησε στις αναγκαίες ανακριτικές πράξεις για τη διαλεύκανση της δολοφονίας. Άλλωστε έχουν αναπτυχθεί κατά καιρούς διάφορες θεωρίες για τα κίνητρα που όπλισαν το χέρι των εκτελεστών του. Η κρατούσα άποψη υποστηρίζει ότι ο Λόρκα δολοφονήθηκε από φαλαγγίτες του Φράνκο που δεν του συγχώρησαν τη συμπόρευσή του με το κυβερνών Λαϊκό Μέτωπο (σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί).

Στον αντίποδα, έχει διατυπωθεί η θεωρία ότι τα κίνητρα της εκτέλεσής του μπορεί να μην ήταν αμιγώς πολιτικά. Η δεδηλωμένη ομοφυλοφιλία του είχε ενοχλήσει πολλούς στη συντηρητική Ανδαλουσία και περισσότερο κάποιους συγγενείς του, που επιζητούσαν έναν τρόπο να «ξεπλύνουν» το οικογενειακό όνειδος. Όσοι ακολουθούν αυτή τη θεωρία στηρίζουν την άποψή τους και στο γεγονός ότι ο Λόρκα δεν είχε κομματικές συμπάθειες και διατηρούσε φιλίες με πρόσωπα και από τις δύο παρατάξεις, όπως με τον αρχηγό των φαλαγγιτών Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ριβέρα με τον οποίο συνήθιζε να γευματίζει κάθε Παρασκευή.

Από τον Ισπανικό Εμφύλιο

Το έργο του Λόρκα έχει μεγάλη απήχηση στη χώρα μας. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί από σπουδαίους ποιητές, όπως ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Νίκος Γκάτσος, και μελοποιήθηκαν από τους Μίκη Θεοδωράκη («Ρομανθέρο Χιτάνο»), Σταύρο Ξαρχάκο («Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας»), Μάνο Χατζιδάκι, Γιάννη Γλέζο, Χρήστο Λεοντή, Νίκο Μαμαγκάκη, Γιώργο Κουρουπό, Δημήτρη Μαραμή, Νίκο Κυπουργό, Τάσο Καρακατσάνη, Νότη Μαυρουδή και Γιάννη Αγγελάκα.

Από τον «Μεγάλο Ερωτικό» η αλησμόνητη ερμηνεία της Φλέρυς Νταντωνάκη στο τραγούδι «Πέρα στο θολό ποτάμι» από το έργο του Λόρκα «Περλιμπλίν και Μπελίσα»:

Πέρα στο θολό ποτάμι
έσκυψε η νύχτα να λουστεί.
Έτσι και η όμορφη Μπελίσα
μ’ ένα φιλί θα δροσιστεί.

Πάνω στο πέτρινο γεφύρι
κάθεται η νύχτα δροσερή.
Έτσι και η όμορφη Μπελίσα
στον κήπο θα τον καρτερεί.

(Στίχοι: Φ. Γκαρθία Λόρκα, Μετάφραφη: Νίκος Γκάτσος,
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις, «Ο Μεγάλος Ερωτικός» 1972,
Ερμηνεία: Φλέρυ Νταντωνάκη)

Πηγές: sansimera.gr, parallaximag.gr

Σχολιάστε