Κατίνα Φαρασοπούλου, η δωρική φωνή της Καππαδοκικής μνήμης

Αφιέρωμα στη μεγάλη ερμηνεύτρια

Την Κατίνα Φαρασοπούλου την πρωτογνώρισα το 2014. Ο καθηγητής Γεωπολιτικής στη Σορβόννη Γιώργος Πρεβελάκης διοργάνωνε τότε στη Θράκη ένα καταπληκτικό συνέδριο. Θέμα του η σύγκρουση των πολιτισμών και συμμετέχοντες σπουδαίοι επιστήμονες από την Αμερική, τη Γαλλία, την Τουρκία, τη Βρετανία. Χάρη στη βοήθεια της Αγγέλας Γιαννακίδου, της ιδρύτριας του Εθνολογικού Μουσείου Θράκης, το συνέδριο αυτό ήταν μια αποκάλυψη, με επισκέψεις σε απρόσμενα μέρη και συναντήσεις με ντόπιους.

Το πρώτο βράδυ, σε μια παραδοσιακή θρακιώτικη ταβέρνα, εμφανίστηκε μια ηλικιωμένη γυναίκα για να μας τραγουδήσει. Ήταν μικροσκοπική και τσεμπεροφορεμένη, δεν την έπιανε το μάτι σου. Μόλις όμως βγήκε η φωνή από το στόμα της, ανατριχιάσαμε όλοι. Ξεκίνησε με το «Emimoglou», ένα τραγούδι από το χωριό Άγιοι Ανάργυροι Καππαδοκίας, τον τόπο καταγωγής της, που μιλούσε για τον έρωτα δύο νέων με διαφορετικό θρήσκευμα.

Η Φαρασοπούλου συνέχισε να τραγουδά. Με κινήσεις μετρημένες, μπροστά στο στήθος, τα χέρια συνόδευαν τη φωνή της, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι δεν πρέπει να περνούν τον λαιμό και τον κορμό. Η κινησιολογία αυτή είναι χαρακτηριστική της καππαδοκικής σεμνότητας. Πρώτα δάκρυσαν οι Τούρκοι, μετά οι Ελληνες άρχισαν να χορεύουν πλάι της. Ακόμα και ένας σχεδόν ανάπηρος Αμερικανός σύνεδρος, ζήτησε να τον σηκώσουν από το καροτσάκι για να χορέψει και αυτός, υποβασταζόμενος. Η κ. Κατίνα μπορούσε να κάνει θαύματα. Ένα από αυτά το έζησα τότε και εγώ. Ακόμα και στο Ηρώδειο, όπου εμφανίστηκε το 2018, καταχειροκροτήθηκε.

(paratiritis-news.gr)

Προχθές έμαθα πως «έφυγε» στις 23 Νοεμβρίου 2019, σε ηλικία 86 ετών. Ζήτησα από την Αγγελική Γιαννακίδου, που την ξεπροβόδισε ως την τελευταία κατοικία της, να μου γράψει δυο λόγια γι’ αυτήν την τόσο ξεχωριστή γυναίκα, την οποία γνώριζε καλά. Ιδού:

«Η Κατίνα Φαρασοπούλου γεννήθηκε στο Ιάσιο των Σαπών, το 1933. Ο πατέρας της, ο Παπα-Γαβριήλ, ήταν από τους Αγίους Αναργύρους της Καππαδοκίας. Η μάνα της από το Σκόπελι της Καππαδοκίας. Έκαναν εννέα παιδιά. Όταν η Κατίνα ήταν έξι χρόνων, με τον πόλεμο του ‘40, έφυγαν από το Ιάσιο, όπου ιερουργούσε ο πατέρας της, και πήγαν στους Ασκητές της Κομοτηνής, γιατί εκεί ήταν όλοι οι συγγενείς. Οι Βούλγαροι πήραν αιχμάλωτο τον Παπα-Γαβριήλ και δεν έφθανε που τον τυράννησαν, τους πήραν και το σπίτι και τους έβαλαν στο υπόγειο του σχολείου να μένουν.

Η κ. Κατίνα παντρεύτηκε και έκανε τρία παιδιά, τον Ανανία, τη Δέσποινα και τον Γιώργο. Ήταν αγρότισσα και κτηνοτρόφος. Έβοσκε ζώα και θήλαζε συγχρόνως. Πέρασε πολύ δύσκολα, φτωχικά, ήταν όμως μια αρχόντισσα και η αρχηγός του χωριού. Τραγουδούσε από κοπέλα και το ίδιο έκανε όταν έβοσκε τα ζώα. Έλεγε, μάλιστα, «όταν τραγουδούσα λυπημένα, κάθονταν τα ζώα και μ’ έβλεπαν …». Ο Βασίλης Φαρασόπουλος, ο αδελφός της, ήταν που τη συνόδευε παντού, όπου εμφανιζόταν και ο ίδιος είναι μεγάλος παραμυθάς.

Στους Ασκητές, όπου έγινε η κηδεία της, είχε μια υπέροχη ημέρα. Κόσμος πολύς στο φτωχικό σπίτι, με τους βασιλικούς στα παρτέρια της, και εκείνη εκεί μέσα, στη μικρή καμαρούλα. Αδελφές και συγχωριανές γύρω – γύρω της, την ξεπροβόδιζαν με το τραγούδι. Ήρθε μετά και ο Πετράς με το βιολί και ο Παγοζίδης με τη λύρα και έπαιζαν. Η κ. Κατίνα, εκεί ξαπλωμένη, με ένα σκουφί χασεδένιο με έναν γαλάζιο σταυρό, λες και μας χαμογελούσε. Μόνο στο τέλος έπαιξαν ένα μοιρολόι ποντιακό και ένα καππαδοκικό.

Η κ. Κατίνα ήταν ένας μουσικός θησαυρός του Καππαδοκικού κόσμου. Μιας άλλης κοπής άνθρωπος, που σε εντυπωσίαζε με την αυθεντικότητά της, τη δωρικότητα της παρουσίας της, το ιεροτελεστικό της ύφος όταν τραγουδούσε. Η φωνή της σε πήγαινε στις βυζαντινές μουσικές πηγές του χιτζάζ και του ουσάκ, τα μακάμια της Ανατολής. Τη μνήμη αυτών των αγίων τόπων της Καππαδοκίας τραγουδούσε με σεμνότητα και βαθιά μυσταγωγία». Αιωνία η μνήμη της!

Αξέχαστη και μοναδική θα παραμείνει η ερμηνεία της Κατίνας Φαρασοπούλου – Μισαηλίδου στον περίφημο «Κόνιαλι», τον αγαπημένο παραδοσιακό σκοπό της Καππαδοκίας, ο οποίος χορεύεται αντικρυστά, με μικρές, μετρημένες κινήσεις του σώματος και με τους χορευτές να κρατούν μικρά γυάλινα ποτηράκια ή ξύλινα κουτάλια που τα χτυπούν ρυθμικά συνοδεύοντας τη μελωδία:

Ο Κόνιαλης (Konyalı) είναι παραδοσιακό τραγούδι των Τουρκόφωνων προσφύγων της Καππαδοκίας (κατ’ άλλους των Καραμανλήδων από την Κιλικία, όπου ήταν άλλοι ορθόδοξοι και άλλοι Τούρκοι μουσουλμάνοι καθώς το τραγούδι είναι στα τουρκικά). Το έφεραν μαζί τους από την πατρίδα τους μετά την Μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών. «Κόνιαλι» (Κόνιαλης) στα τουρκικά είναι η ονομασία των κατοίκων της Βυζαντινής πόλης Ικόνιο (Κοnya).

Εκτός από την περιοχή του Ικονίου της Μικράς Ασίας, ο Κόνιαλις χορευόταν σχεδόν σε ολόκληρο τον Πόντο και ιδιαίτερα στην περιοχή της Νικόπολης. Η ποντιακή εκδοχή του ονομάζεται «Το γιατρινκόν» και η κυπριακή «Η βράκα». Ο χορός είναι μια μορφή Καρσιλαμά (αντικριστός). Η διαφορά μεταξύ των καρσιλαμάδων βρίσκεται στον ρυθμό των κινήσεων και στο ύφος τους, που εδώ είναι πολύ συγκρατημένες και δωρικές, απηχώντας την ιερότητα και το μεγαλείο της μικρασιατικής παράδοσης.

Κόνιαλης- Konyalı
(Παραδοσιακό Ικονίου)

Hani ya da benim elli dirhem pastırmam pastırmam
Konyalı’dan başkasına bastırmam yar yar
Konyalım yürü, yürü yavrum yürü, aslan yarim yürü
Aldattılar seni, vermediler beni

Kayseri’den, Karaman’dan Konya’dan Konya’dan
Güzel seven mahrum kalmaz dünyadan yar yar
Konyalım yürü, yürü yavrum yürü, aslan yarim yürü
Aldattılar seni, vermediler beni

Hani ya da benim elli dirhem irakım irakım
İçer içer geçmez benim merakım vay vay
Konyalım yürü, yürü yavrum yürü, aslan yarim yürü
Aldattılar seni, vermediler beni

Yüksek minareden attım kendimi kendimi
Çok aradım bulamadım dengimi yar yar
Konyalım yürü, yürü yavrum yürü, aslan yarim yürü
Aldattılar seni, vermediler beni

Μετάφραση στα Ελληνικά:

Αχ, Κόνιαλή μου σαν σε ιδώ στην αγορά
και με σκέρτσο να μου κόβεις παστουρμά και σουτζουκάκι,
αμάν κόνιαλή μου,
με το μαχαίρι που κρατάς μου πήρες τη ζωή μου
χωρίς εσένα δεν μπορώ να ζήσω Κόνιαλή μου.

Αχ, Κόνιαλή μου θέλω να γλεντήσουμε
στις ταβέρνες με ουζάκι παστουρμά και σουτζουκάκι να μεθύσουμε
ταίρι μου για να σε κάνω να μιλήσουμε
αμάν άμαν Κόνιαλή μου μαζί θα ζήσουμε.

Αχ, Κόνιαλή μου σαν σε ιδώ στην αγορά
και με σκέρτσο να μου κόβεις παστουρμά και σουτζουκάκι,
αμάν κόνιαλή μου,
με το μαχαίρι που κρατάς μου πήρες τη ζωή μου
χωρίς εσένα δεν μπορώ να ζήσω Κόνιαλή μου.

Πηγές:
– Μαργαρίτα Πουρνάρα, σε: kathimerini.gr
– stixoi.info

kimintenia.wordpress.com

Χωρίς κατηγορία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s