Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας

Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας
του φθινοπώρου μήνας, χελιδονάκι, γεια!

Γιάννης Ξανθούλης

(φωτογραφία: Κίρα Αλεξάκου)

Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας,
το αριστούργημα του Γιάννη Ξανθούλη

Μνήμη και συναισθήματα. Μνήμη ακόμα νωπή, χαραγμένη ανεξίτηλα μέσα μας από την πρόσφατη ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, και φλογερά συναισθήματα -ένας χείμαρρος ζωής και θανάτου, φωτός και σκότους, και πάνω απ’ όλα, αγάπης. Ένα πλούσιο δώρο στα χέρια του αναγνώστη που θα διαβάσει, είτε για πρώτη φορά, είτε για πολλοστή, αυτό το αριστουργηματικό βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη, με τίτλο «Ο Χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας», που πρωτοκυκλοφόρησε το 1989.

Ο απίστευτος θάνατος ενός αγγελουδιού δύο χρόνων από καρδιοπάθεια, της μικρής Χαράς, τον Ιούλιο του συγκλονιστικού για την πατρίδα μας καλοκαιριού του 1974, γίνεται η θρυαλλίδα για να θρυμματιστεί, ή καλύτερα για ν’ αποκαλυφθεί σε όλη της την έκταση, η ήδη θρυμματισμένη ζωή τριών ανθρώπων, που η μοίρα της επιστήθιας φιλίας και του φλογερού έρωτα, τους ένωσε σ’ ένα δυνατό τρίγωνο με άρρηκτους δεσμούς από τα παιδικά τους χρόνια: Του ανώνυμου αφηγητή της ιστορίας, της συζύγου του Φανής και του εραστή της Αντώνη Τομπάζη.

Μετά τον θάνατο της μικρής Χαράς, το ζευγάρι χωρίζει, καθώς η ερωτική αγάπη προσφέρεται μονάχα από την μια πλευρά και ο δυστυχισμένος πατέρας καταδύεται στο παρελθόν της προσωπικής του ζωής, για να το προσφέρει στον αναγνώστη με τρόπο καθηλωτικό. Η αφήγηση περιπλανιέται μέσα στον τόπο και τον χρόνο, τόσο στις λεπτομέρειες της ζωής των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος, όσο και στα γεγονότα που σημαδεύουν την πορεία της μεταπολεμικής Ελλάδας από τη δεκαετία του ’50 μέχρι και την μεταπολίτευση του 1974, σχηματίζοντας ένα αδιάρρηκτο πλέγμα ιστορίας και προσωπικών δραμάτων. Η Αλεξανδρούπολη και η Αθήνα γίνονται οι πόλεις-μάρτυρες της απόλυτης φιλίας, του έρωτα, του πάθους, της τραγικής απώλειας, του μίσους και του πένθους, με όλα τα απρόοπτα που αυτά μπορούν να εμπεριέχουν.

Με ξεχωριστή ευαισθησία και δύναμη, ο Γιάννης Ξανθούλης ανασυνθέτει μέσω του αφηγητή, ένα-ένα τα κομμάτια του μωσαϊκού της ζωής των τριών ηρώων του -τα αγγίζει θα ’λεγε κανείς με λατρευτική ιεροτελεστία- και τα αγαπά. Αγαπά τους φορείς τους, και αγαπά την πολύπαθη Ελλάδα που εκτείνεται στις τρεις δεκαετίες που προαναφέραμε, περνώντας μέσα από την επτάχρονη δικτατορία και καταλήγοντας στην αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974 και την τραγωδία της Κύπρου:

Ιούλιος. Κατακαλόκαιρο. Και εκεί στο νεκροταφείο η ζέστη μετατρέπεται σε καύσωνα γύρω του και μέσα του. Γίνεται και μια άλλη κηδεία λίγο πιο κει. Περνούν από κοντά του οι συγγενείς και μυρίζουν αντηλιακό. Αμέσως μετά θα γυρίσουν και πάλι στις διακοπές τους -σκέφτεται. Αυτός νιώθει να καταρρέει. Η γυναίκα του η Φανή είναι πιο μακριά. Αισθάνεται χαμένος. Στέκεται μπρος από τη Χαρά. Μέσα στο κουτάκι της μοιάζει σαν κούκλα στολισμένη με μαργαρίτες. Ακίνητη. Παγωμένη. Το κοριτσάκι του. Η χαρά του!

Κοντά είναι η μητέρα του και η θεία Ευτέρπη. Βλέπει τις ηλικιωμένες κυρίες γύρω και μια έκρηξη θυμού τον πλημυρίζει για την αδικία. Η Χαρά, ήταν μόνο δύο χρόνων. Όταν οι γιατροί την είχαν ξεγράψει, ο περιορισμένος χρόνος τον έκανε να μισήσει τα ρολόγια. Μισούσε αυτό που επρόκειτο να συμβεί. Όμως, γιατί αργούσε;

Ανάμεσα σε αυτούς που έρχονται για την τελετή της Χαράς, αναγνωρίζει τον Αντώνη. Ο πρώτος έρωτας της Φανής, από τα φοιτητικά τους χρόνια. Αυτός, τότε, ήταν ο καλύτερός της φίλος. Μόνο μέχρι εκεί μαζί του. Ο Αντώνης, όμως… Τώρα, της πιάνει και τα δύο χέρια και την κοιτά στα μάτια.

Πώς το έμαθε ο Αντώνης;

Ένας κόσμος ολόκληρος γύρω του και αυτός νιώθει μόνος. Χωμένος σε εικόνες του τότε. Σαν να βλέπει τη ζωή του σε φωτογραφίες, όμοιες με αυτές που είχε η θεία Ευτέρπη στους τοίχους. Μέσα του ανάμεικτα συναισθήματα λύπης, θυμού, ανυπομονησίας και ένα τεράστιο κενό. Και τώρα πώς θα είναι πια χωρίς τη Χαρά να τον ενώνει με τη Φανή; Την ίδια στιγμή, συνειδητοποιεί πως ο αφηγηματικός του χρόνος αλλάζει πια. Ήταν, έμοιαζε, γελούσε, έπαιζε… Σε αυτό τον χρόνο των ρημάτων θα αφηγείται πλέον.

Στον καβγά του με τη Φανή μετά την τελετή, μπλέκεται και το όνομα του Αντώνη. Έτσι πάντα λειτουργούσαν, σαν τρίγωνο. Με ασαφείς σχέσεις. Ίσως να μην κατάφερε να την κάνει να τον ερωτευθεί ποτέ. Τώρα που έφυγε αυτός ο κοινός πόνος, τι μπορεί πια να τους κρατά σαν ζευγάρι. Όλα καταρρέουν/κατέρρευσαν, σαν ένας χάρτινος πύργος.

Οι ήρωες πνίγονται μέσα στα πλαίσια που τους βάζει η κοινωνία αλλά και αυτοί οι ίδιοι στους γύρω τους. Εφιαλτικές νύχτες χωρίς ύπνο με τον ήρωα να μη χωρά μέσα στο σώμα του. Ενώ ένα υπόγειο συναίσθημα θυμού γεννιέται, γιγαντώνεται και μετατρέπεται σε εκδίκηση. Ταυτόχρονα, η προδοσία υπάρχει απ’ όλους προς όλους.

Οι ήρωες, οι μεταξύ τους σχέσεις και το γεγονός αποτελούν σύμφωνα με τον συγγραφέα Γιάννη Ξανθούλη τον πυρήνα της πλοκής. Έχει τοποθετηθεί σε δύο ομόκεντρους κύκλους. Κέντρο τους η νεκρή πλέον Χαρά και γύρω της: αυτός, η Φανή και ο Αντώνης. Οι πρωταγωνιστές. Στον άλλον, ευρύτερο κύκλο η μητέρα του και η θεία Ευτέρπη -εναλλάξ σαν κορυφαίες χορού- και δίπλα τους ο θείος της Φανής, οι λοιποί συγγενείς, φίλοι. Ένας κύκλος γεμάτος από ρωγμές και κενά για να μπορούν οι ήρωες ή ο συγγραφέας να μεταπηδούν και να χρωματίζουν το κείμενο, με ποίηση, μουσική, λογοτεχνικούς ή θεατρικούς ήρωες να συμπάσχουν μαζί τους. Στον κύκλο αυτόν και οι πολιτικές εξελίξεις μετά τον Εμφύλιο, Χούντα και Μεταπολίτευση που διαφοροποιούν τις αποστάσεις επηρεάζοντας τις σχέσεις. Η ελληνική κοινωνία εμφανίζεται να διατηρεί τούρκικες επιρροές, κουβαλώντας ταυτόχρονα βιώματα αυταρχισμού και συντηρητισμού. Κινείται εντός των πλαισίων του «πρέπει», ασφυκτιά και από εκδίκηση θέλει να υποτάξει τους νεότερους, που αντιστέκονται με το γέλιο στη ζωή, επαναστατώντας στη βία, στην άσκηση εξουσίας και στην επιβολή της έλλειψης χαράς από τη ζωή. Αυτό αφαιρούν οι σοβαροφανείς, γεμάτοι υποκρισία, χωρίς γέλιο άνθρωποι.

Ο Γιάννης Ξανθούλης στο βιβλίο του «Ο Χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας», όπως και στον προφορικό του λόγο πληθωρικός, αναφέρεται στα γεγονότα που στιγμάτισαν εκείνη την εποχή δίνοντας την πληρότητά της. Μια ολόκληρη Ελλάδα βηματίζει μαζί του σε κάθε αράδα προβάλλοντας την εξέλιξή της.

Θεατρικός στις εκφράσεις του, ρομαντικός, μελαγχολικός, νοσταλγικός, ανατρεπτικός, με μουσικότητα, έχει μια δική του γραφή αναγνωρίσιμη. Το κείμενο δείχνει την υπογραφή του, Γιάννης Ξανθούλης. Όπως και οι παρομοιώσεις του. Όπως και ο προφορικός του λόγος. Υποδόριο χιούμορ, ειρωνικό και ενίοτε πικρό. Τα αντίθετα των λέξεων δίνουν μια ασάφεια και παράλληλα μια πληρότητα διευρύνοντας την γκάμα των συναισθημάτων. Ενώ η αμφισβήτηση προς όλα προεκτείνει το κείμενο δίνοντάς του το εύρος του μη συγκεκριμένου ορίζοντα. Η λογοτεχνία, παρούσα με τους ήρωές της, συμπίπτει με τον συναισθηματικό κόσμο των ηρώων του βιβλίου προεκτείνοντας τα πάθη τους στον χρόνο. Λέξεις, λέξεις, λέξεις έχουν και αυτές πρωταγωνιστικό ρόλο. Του αφηγητή ή του ερμηνευτή. Δεν αφήνουν τίποτα που να μην το πουν, με όλες τις αποχρώσεις των συναισθημάτων και όλους τους ήχους. Επίσης, λεπτομερείς εικόνες κάνουν κάθε σελίδα να μετατρέπεται σε ομιλούσα. Αυτά αποτελούν τα στοιχεία του κολάζ που ο Γιάννης Ξανθούλης ντύνει το κείμενό του, με τον ήρωά μας να προσπαθεί μονολογώντας να φύγει από το συναίσθημα είτε μέσα από τις λέξεις είτε μέσα από τη μουσική…

Ένα συνταρακτικό γεγονός ανατρέπει εύθραυστες ισορροπίες της ζωής των ηρώων, δείχνει τα κενά, τις αποστάσεις, τις ψευδαισθήσεις και τις αυταπάτες των σχέσεών τους. Ο έρωτας εμφανίζεται σαν ο μόνος παράγοντας που χρωματίζει τη ζωή. Ίσως να είναι η μόνη στιγμή να ενωθείς, να μη νιώθεις μόνος. Ίσως! Έστω και στιγμιαία, πληρωμένος, για διαφυγή.

Το κείμενό του ένα περιβόλι μαγικό που τα έχει όλα. Η μουσική ηχεί. Ρεαλισμός και συναίσθημα ένας παράξενος συνδυασμός που εκφράζεται συνεχώς. Κινηματογράφος, παιδική ηλικία και πάλι κινηματογράφος. Μπλέκει τον κινηματογράφο, τις ταινίες με την πραγματικότητα και ζει στο τότε που ήταν παιδί. Τότε οι ήρωες ήταν πιο ακίνδυνοι γι’ αυτόν. Βάζει τον Αντώνη στη θέση τους, ενώ οι ήρωες ζωντανεύουν και στο μυαλό του αναγνώστη από τους ήρωες της λογοτεχνίας και αντίστροφα. Ο αναγνώστης μπλέκεται από τη ζωντάνια των διαλόγων και σαν να είναι παρών συζητά μαζί τους, όπως ακριβώς ο χρόνος μπλέκει το τότε με το τώρα και το πραγματικό με το φανταστικό. Παρομοιώσεις και εικόνες αντανακλούν όλες τις αποχρώσεις των συναισθημάτων, ενώ η μελαγχολία υποβόσκει συνεχώς. Κι η απελπισία στα όρια της εμμονής και της τρέλας. Οι ήρωες πνίγονται μέσα στα πλαίσια που τους βάζει η κοινωνία αλλά και αυτοί οι ίδιοι στους γύρω τους. Εφιαλτικές νύχτες χωρίς ύπνο με τον ήρωα να μη χωρά μέσα στο σώμα του. Ενώ ένα υπόγειο συναίσθημα θυμού γεννιέται, γιγαντώνεται και μετατρέπεται σε εκδίκηση. Ταυτόχρονα, η προδοσία υπάρχει απ’ όλους προς όλους. Προδοσία, ο Αντώνης, του πήρε τον παιδικό/εφηβικό/φοιτητικό έρωτά του, τη Φανή, και ο θάνατος της Χαράς τού πήρε τη χαρά από τη ζωή.

Από το 1957 και μετά καταγράφονται πολλές ημερομηνίες προδοσίας των προσδοκιών, λέει κάπου ο ήρωας, χωρίς να κάνει σαφές να αναφέρεται στις προσωπικές σχέσεις ή γενικώς. Το 1974 εκλογές μετά από δέκα χρόνια. Υποψήφιοι… Όμως και ο έρωτας δεν είναι κάποιες εκλογές με υποψήφιους; Τα τραγικά γεγονότα που η ζωή αποφασίζει να στείλει στον «τυχερό» δεν μοιάζουν σαν αυτός που θα του τύχει να έχει εκλεγεί γι’ αυτό;

Αίθουσες κινηματογραφικές και δωμάτια σπιτιού ηχούν το κενό του ήρωα. Η φυγή διέξοδος. Και όταν η απελπισία του φτάνει σε κρεσέντο εμφανίζεται η σκέψη της αυτοκτονίας. Η μουσική, στο μυαλό του και στο κείμενο, ένα μαχαίρι στην καρδιά. Αγάπη και μίσος τούς τρέφουν. Λεπίδα, ξυράφι, φεγγάρι μοιάζουν το ίδιο κοφτερά. Και μέσα σε όλα αυτά τα συναισθήματα που δεν εκφράζονται ακριβώς, ο συγγραφέας αφήνει να υποβόσκουν ο έρωτας και η φιλία. Ήταν τελικά έρωτας; Ή όχι; Ωστόσο, ο θάνατος της μάνας του τον αυτονομεί από κάθε γυναικεία παρουσία που αγάπησε. Έτσι γεννά έναν καινούριο εαυτό. Η ζωή φέρνει τη λύση και τη λήθη, δίνοντας τη δύναμη να συνεχίζεις και να θυμάσαι.

Ο Γιάννης Ξανθούλης, στον «Χάρτινο Σεπτέμβρη της καρδιάς μας», με πληθωρικότητα στην αφήγηση και με αναγνωρίσιμη γραφή, κάνει το χιούμορ να φαίνεται σαν μια πικρή περιγραφή της πραγματικότητας. Συνδυάζει το κωμικό με το τραγικό, παραμερίζοντας το θλιβερό γεγονός της Χαράς από τα μάτια του αναγνώστη. Ένα παιδί δύο χρονών, η Χαρά, που έφερε τη δυστυχία με τη γέννησή της. Μια χαρά/Χαρά που χάθηκε για πάντα.

Ωστόσο, η ζωή συνεχίζεται για όλους. Μέσα από άλλα μονοπάτια. «Η ζωή τραβά την ανηφόρα», μοιάζει να λέει ο συγγραφέας.

Ο Γιάννης Ξανθούλης, ένας ρεαλιστικός συγγραφέας, μέσα από φύση, κοινωνία, πολιτική, κινηματογράφο, λογοτεχνία, μουσική και συναίσθημα φτάνει τους ήρωές του στα άκρα, τους ξεγυμνώνει στα μάτια του αναγνώστη και, προβάλλοντας κάθε αδυναμία τους, δίνει μέσα από το πιο σκληρό γεγονός της ζωής -τον θάνατο- το μήνυμα πως η ζωή συνεχίζεται και αναγεννάται με πρωταγωνιστές πάλι εμάς. Τους ήρωες της ζωής μας.

Ο Γιάννης Ξανθούλης

Ο συγγραφέας Γιάννης Ξανθούλης γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη, στον Έβρο, το 1947, από γονείς πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Σπούδασε δημοσιογραφία, σχέδιο και ενδυματολογία θεάτρου. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και χρονογράφος σε εφημερίδες, περιοδικά και στο ραδιόφωνο. Το πρώτο του μυθιστόρημα, «Μεγάλος Θανατικός», κυκλοφόρησε το 1981 και το 1982 ξεκίνησε να γράφει τα «Σαββατιάτικα» στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Έγραψε αρκετά σατιρικά κείμενα και θεατρικά έργα από τα οποία τα περισσότερα παρουσιάστηκαν στο ελληνικό θέατρο. Ασχολήθηκε και με το παιδικό θέατρο, καθώς επίσης έγραψε και εικονογράφησε παιδικά βιβλία. Βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της ΕΣΗΕΑ.

Εργογραφία:

Πεζά

«Ο μεγάλος θανατικός» (εκδ. Καστανιώτης, 1981), «Οικογένεια Μπες – Βγες» (εκδ. Καστανιώτης, 1982), «Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα (εκδ. Καστανιώτης, 1984), «Ο Σόουμαν δεν θα ‘ρθει απόψε» (1985), «Το πεθαμένο λικέρ» (εκδ. Καστανιώτης), «Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας» (εκδ. Καστανιώτης, 1989), «Το ροζ που δεν ξέχασα» (εκδ. Καστανιώτης, 1991), «Η εποχή των καφέδων» (εκδ. Καστανιώτης), «Η Δευτέρα των αθώων» (εκδ. Καστανιώτης, 1994), «Το τρένο με τις φράουλες» (εκδ. Καστανιώτης, 1996), «…Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες» (εκδ. Καστανιώτης, 1998), «Ο Τούρκος στον κήπο» (εκδ. Καστανιώτης, 2001), «Το τανγκό των Χριστουγέννων» (εκδ. Καστανιώτης, 2003, 2011), «Ο Χρήστος Κοντοχρήστος» (εκδ. Ιανός, 2005), «Ο θείος Τάκης» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2005, Τόπος, 2011), «Του φιδιού το γάλα» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2007), «Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων» (εκδ. Μεταίχμιο, 2008, 2011, Διόπτρα 2014), «Η εκδίκηση της Σιλάνας» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2009), «Δεσποινίς Πελαγία» (εκδ. Τόπος, 2010), «Ο γιος του δάσκαλου» (εκδ. Διόπτρα, 2012), «Την Κυριακή έχουμε γάμο» (εκδ. Διόπτρα, 2015), «Εγώ, ο Σίμος Σιμεών» (εκδ. Διόπτρα, 2017), «Ζωή μέχρι χθες» (εκδ. Διόπτρα, 2020).

Θέατρο για παιδιά

«Τύμπανο, τρομπέτα και κόκκινα κουφέτα» (εκδ. Κάκτος, 1979), «Πλανήτης Φουρ» (εκδ. Αστάρτη, 1980), «Ένα καλοκαίρι – καλοκαιράκι» (εκδ. Αστάρτη, 1980), «Ανέβα στη στέγη να φάμε το σύννεφο» (εκδ. Αστάρτη, 1980), «Ο μάγος με τα χρώματα» (εκδ. Καστανιώτης, 1994), «Μέσα στο νερό δασκάλα» (εκδ. Καστανιώτης, 1994) και «Μια τρελή τρελή πολυκατοικία» (εκδ. Καστανιώτης, 1998).

* Το βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη «Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα (σελ. 184, ISBN 978-960-605-103-6).

Πηγή: diastixo.gr, bookbar.gr, el.wikipedia.org

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s