Η Οσία Συγκλητική – Βίος και διδαχές

5 Ιανουαρίου

Η Οσία Συγκλητική γεννήθηκε περί το 270 μ.Χ., στη Μακεδονία. Οι γονείς της, ήταν πλούσιοι και ευσεβείς Χριστιανοί. Προτίμησαν να εγκατασταθούν μόνιμα στην Αλεξάνδρεια, γιατί εκεί υπήρχαν περισσότεροι Χριστιανοί. Εκείνη την περίοδο Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας ήταν ο Μέγας Αθανάσιος. Η γνωριμία τους μαζί του βοήθησε να γνωρίσουν καλύτερα τις Χριστιανικές αλήθειες, αλλά και η κόρη τους Συγκλητική, να διδαχθεί σωστά το δρόμο της αρετής. Κατάφεραν να τη μορφώσουν όσο καλύτερα μπορούσαν, δίδοντάς της συγχρόνως και Χριστιανική ανατροφή. Από νωρίς άρχισαν να φαίνονται τα πλούσια ψυχικά της χαρίσματα, που την έκαμαν να ξεχωρίζει από τους συμμαθητές της.

Όμως, και η σπάνια σωματική της ομορφιά, ήταν για τους νέους της εποχής, μια διαρκής πρόκληση. Τα προξενιά, έφθαναν στους γονείς της το ένα μετά το άλλο και πολλοί ήταν οι νέοι, που τη ζητούσαν σε γάμο. Την ίδια άποψη είχαν και οι γονείς της, που τη θεωρούσαν έτοιμη για γάμο και άρχισαν διακριτικά να την πιέζουν. Μάλιστα δε, για να την πείσουν, χρησιμοποιούσαν το επιχείρημα, ότι θέλουν απογόνους στην οικογένειά τους. Η κατά πάντα, όμως, άψογη Συγκλητική, δε συμφωνούσε καθόλου με την άποψη των γονιών της. Την ενδιέφερε ο Ουράνιος Νυμφίος Χριστός και Αυτόν, ήθελε να υπηρετήσει. Έτσι, τα δάκρυα των γονιών και των συγγενών, δεν τη συγκινούσαν ιδιαίτερα. Ζούσε ασκητική ζωή, με συνεχή προσευχή, αλλά και νηστεία. Μάλιστα δε, για τη νηστεία έλεγε, ότι είναι το μοναδικό γιατρικό, για το σώμα και την ψυχή. Τη θεωρούσε δε μια, από τις μεγαλύτερες αρετές.

Όταν, μετά από λίγο διάστημα πέθαναν οι γονείς της, χάρισε την περιουσία της στους πτωχούς και στα ορφανά της Αλεξάνδρειας και έφυγε από την πόλη. Εγκαταστάθηκε σε έρημη τοποθεσία ιδρύοντας Μοναστήρι, που εφάρμοζε τους δικούς της ασκητικούς κανόνες. Πλήθος δε γυναικών την ακολούθησαν, που επέλεξαν να μονάσουν μαζί της. Ήταν για όλες παράδειγμα και υπόδειγμα Μοναχής και τις ευχαριστούσε να συνομιλούν μαζί της και να ασκούνται στην υπακοή και την ταπείνωση. Φρόντιζε πάντα, να μη βλέπει κανείς την προσωπική της ζωή και τα έργα της, γιατί δεν ήθελε καμιά ανθρώπινη διαφήμιση. Ο στόχος της ήταν, όχι μόνο πώς θα κάνει το καλό, αλλά πώς, θα το κρύψει από τους άλλους. Ήταν, έτσι, γεμάτη από πίστη και έλαμπε από χαρά και ταπείνωση. Όσο δε περνούσε ο χρόνος, άρχισαν να ανθίζουν οι αρετές της και οι ευωδίες τους έφθαναν, σε όλους τους ανθρώπους. Ήταν δε πάντα πρόθυμη να συμβουλέψει, αλλά και να διδάξει τις μοναχές, όταν εκείνες της το ζήταγαν.

Έτσι, όταν, κάποια στιγμή τη ρώτησαν πώς πρέπει να πολεμούμε το διάβολο, εκείνη τους έδωσε την εξής απάντηση: «Πρέπει να γνωρίζουμε, ότι όσο ανεβαίνουμε τα πνευματικά σκαλοπάτια, τόσο ο διάβολος προσπαθεί να μας πολεμήσει με τις παγίδες του. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε πάντοτε άγρυπνες στους λογισμούς, που συχνά μας πολεμούν. Ο εχθρός μας, προκειμένου να γκρεμίσει τον οίκο της ψυχής μας, ή από τα θεμέλια τον γκρεμίζει, ή από τη σκεπή. Δένει πρώτα το νοικοκύρη και μετά κυριεύει, όλα τα πράγματα του οίκου. Το θεμέλιο της ψυχικής μας οικίας είναι τα καλά έργα. Η σκεπή είναι η πίστη μας και τα παράθυρα είναι οι αισθήσεις μας. Αυτά χρησιμοποιεί, προκειμένου να μας πολεμήσει ο εχθρός μας. Γι’ αυτό, όποιος στέκει να προσέχει να μην πέσει. Γιατί αυτός που έπεσε, έχει μόνο μια φροντίδα, πώς να σηκωθεί. Ενώ, αυτός που στέκει πρέπει να φυλάγεται συνέχεια, για να μην πέσει. Κανείς από μας δεν πρέπει να κατηγορεί τον πεσμένο, αλλά να φοβάται για τον εαυτό του, μήπως γλιστρήσει και πέσει στο βάθος του γκρεμού. Όμως, για εκείνο που στέκει, υπάρχει διπλός ο φόβος, αλλά και ο κίνδυνος. Όταν τον πολεμά ο εχθρός του, να μην ολιγοψυχήσει και επανέλθει στα παλιά του πάθη, αλλά και να προσέχει, να μην εξαπατηθεί από την υπερηφάνειά του. Ο εχθρός μας, αφού μεταχειριστεί όλα του τα όπλα, αφήνει τελευταίο την υπερηφάνεια. Είναι το μεγαλύτερο καταστρεπτικό δηλητήριο, με το οποίο, ποτίζει την ψυχή μας. Την κάνει να φαντάζεται, ότι γνωρίζει εκείνα, που δε ξέρουν οι άλλοι και να πιστεύει, ότι ξεπερνά τους άλλους στις νηστείες και ότι έχει περισσότερες αρετές. Το χειρότερο δε, την κάνει να ξεχνά, τις δικές της αμαρτίες. Η αιτία της υπερηφάνειας είναι η παρακοή και το γιατρικό της, είναι η υπακοή».

Γι’ αυτή της τη διδασκαλία, αλλά και τη συμπεριφορά γενικότερα, τη φθόνησε θανάσιμα ο διάβολος, που προσπαθούσε να βρει τους δικούς του τρόπους, να την εξοντώσει. Έβλεπε, ότι η Οσία Συγκλητική είχε χωθεί για τα καλά στα δικά του χωράφια, αφαιρώντας του καθημερινά τμήματα, από την ανθρώπινη περιουσία του. Έπρεπε να βρει γρήγορα τρόπους, να την βγάλει από τη μέση, χτυπώντας την στο σώμα κατάλληλα. Της έδωσε τέτοιο πόνο στα εντόσθιά της, που δε μπορούσε κανείς να τη βοηθήσει. Στη συνέχεια της πλήγωσε τον πνεύμονα και θα μπορούσε εάν ήθελε, να τη θανατώσει. Όμως αυτό ήθελε να το πετύχει με αργούς ρυθμούς, προκειμένου να την τυραννήσει περισσότερο.

Οι πόνοι για την Οσία ήταν ανυπόφοροι και ο πυρετός της κρατούσε συνέχεια συντροφιά. Έτσι, καθημερινά υπόφερε και έλιωνε σαν κερί. Την αρρώστια της την αντιμετώπιζε μεγαλόψυχα και δεν κατάπεσε, αλλά ούτε και λιποψύχησε. Όμως, είχε το κουράγιο και τη δύναμη να συμβουλεύει τις μοναχές, που έδειχναν να τα έχουν χαμένα. Μάλιστα δε τους έλεγε ότι: «Δεν πρέπει ποτέ να είναι αμέριμνες οι ψυχές, που είναι αφιερωμένες στο Θεό, γιατί βοηθούν τον εχθρό, να ακονίζει τα δόντια του. Δεν υπάρχει κακός άνθρωπος τους έλεγε, που να μην έχει μέσα του μια σπίθα από καλοσύνη. Όπως, δεν υπάρχει και καλός, που να μην έχει μέσα του κάποια κακία. Πάντοτε συμβαίνει να βρίσκεται μέρος του καλού στους κακούς ανθρώπους, όπως υπάρχει και μέρος κακού στους καλούς ανθρώπους».

Είχε, έτσι, το κουράγιο και τη δύναμη να συμβουλεύει τις μοναχές, οι οποίες την άκουγαν με ανοιχτό το στόμα. Όμως, κάποιος ενοχλούνταν και ήθελε να της το κλείσει, αφαιρώντας της έτσι τη δυνατότητα να ομιλεί. Τα σωτήρια λόγια της Οσίας εξόργιζαν περισσότερο το διάβολο, που, όσο την έβλεπε να ανδρειώνεται, του κακοφαίνονταν. Έβλεπε, ότι την τυραννική του εξουσία συνέχεια τη νικούσε η Οσία και αυτός να κάθεται με σταυρωμένα τα χέρια, δεν το δέχονταν. Αποφασίζει να της χτυπήσει τα όργανα της φωνής, προκαλώντας της ολική αφωνία. Έτσι, δεν ήταν δυνατόν να χρησιμοποιεί πλέον, το προφορικό λόγο και να συμβουλεύει τις μοναχές.

Όμως και απ’ αυτή τη πληγή, υπήρξε όφελος για τις μοναχές. Οι σωματικές της πληγές, τις δυνάμωνε περισσότερο στην αρετή και τους γιάτρευε, τις πληγωμένες τους ψυχές. Τέλος, και αυτές τις σχέσεις της Οσίας με τις μοναχές, ήθελε να κλονίσει ο διάβολος, γιατί τον ενοχλούσαν αφάνταστα. Καταστρώνει λοιπόν το διαβολικό του σχέδιο, χτυπώντας με νέα πληγή την Οσία. Της σαπίζει ένα δόντι, και το σάπισμα επεκτείνεται σε όλο της το σαγόνι. Μια βαρεία δυσοσμία, έβγαινε από το στόμα της. Οι μοναχές που την φρόντιζαν, δε μπορούσαν να την πλησιάσουν.

Σκέφτηκαν να καλέσουν γιατρό, μήπως και μπορέσει και την βοηθήσει. Εκείνη, δεν ήθελε να το ακούσει και τους έλεγε με νοήματα: «Να μη βλέπεται αυτό που φαίνεται, αλλά να ζητάτε αυτό, που κρύβεται». Τρεις ολόκληρους μήνες, αγωνίστηκε η Οσία, με τις ανυπόφορες πληγές της. Η σωματική της δύναμη χαλάρωνε κάθε μέρα, γιατί δε μπορούσε να βάλει τίποτα στο στόμα της, αλλά και να κοιμηθεί από τους πόνους. Μάζεψε τις μοναχές και τους είπε, ότι σε τρεις μέρες, θα φύγει από κοντά τους. Έτσι την τρίτη μέρα και σε ηλικία 80 ετών, εγκατέλειψε την παρούσα ζωή και κέρδισε την αιώνια, που είναι η Βασιλεία των Ουρανών.

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα) (Ἦχος δ’ – Ταχὺ προκατάλαβε)
Σοφίᾳ καὶ χάριτι, κεκοσμημένη σεμνή, ἀκλόνητος ἔμεινας, ὡς ὁ Ἰὼβ ὁ κλεινός, ἐχθροῦ ἐπίθεσιν· ὅθεν Συγκλητική σε, ἡ οὐράνιος δόξα, δέδεκται μετὰ τέλος, ὡς παρθένον φρονίμην· ἐν ᾗ τῶν μεμνημένων σου ἀεὶ μνημόνευε.

Διδαχὲς τῆς Ὁσίας Συγκλητικῆς

«Ὅλοι ξέρουμε νὰ σωθοῦμε, ἀλλὰ ἀπὸ ἀμέλεια χάνουμε τὴ σωτηρία. Ἡ σωτηρία βρίσκεται στὴ διπλὴ ἀγάπη: στὸ Θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο».

«Ἡ κενοδοξία ἀποφεύγεται μὲ τὴν ἀπόκρυψη τῶν ἀρετῶν καὶ τὴν φανέρωση τῶν ἐλαττωμάτων».

«Τὸ θεμέλιο τῆς ψυχικῆς οἰκίας μας εἶναι τὰ καλὰ ἔργα. Ἡ σκεπὴ εἶναι ἡ πίστη. Τὰ παράθυρα εἶναι οἱ αἰσθήσεις. Διὰ μέσου ὅλων αὐτῶν μᾶς πολεμεῖ ὁ ἐχθρός. Ἐπαγρύπνηση στοὺς ἐσωτερικοὺς λογισμοὺς ἀπαιτεῖται».

«Ὅποιος στέκει, ἂς προσέχει νὰ μὴν πέσει. Γιατὶ ἐκεῖνος ποὺ ἔπεσε ἔχει μία φροντίδα: Πῶς νὰ σηκωθεῖ. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ στέκει πρέπει νὰ προσέχει νὰ μὴν πέσει, εἴτε ἐπιστρέφοντας στὰ παλιὰ πάθη καὶ λιποψυχώντας, εἴτε νὰ ὑπερηφανευθεῖ».

«Ἀντίδοτο τῶν ὑπερήφανων λογισμῶν τὰ λόγια τοὶ Ψαλμωδοῦ Δαβίδ: «Ἐγώ εἰμι σκώληξ καὶ οὐκ ἄνθρωπος» (Ψαλμ. 21, 7)».

«Ὁ θησαυρὸς τῆς ταπεινοφροσύνης ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν ἀπόρριψη κάθε δόξας».

«Ὁ θυμὸς συμφέρει νὰ ἐκτοξεύεται ἐναντίον τῶν δαιμόνων καὶ ποτὲ ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων».

«Γιὰ κάθε πτώση δὲν ἀπελπιζόμαστε, αὐτοκατακρινόμαστε καὶ μετανοοῦμε εἰλικρινά».

«Θλίβεσαι; Πονεῖς; Σκέψου, ὅτι ὑποφέρεις ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες σου. Συλλογίσου τὴ μελλοντικὴ αἰώνια τιμωρία καὶ νὰ χαίρεις».

Ἡ ὀργή

Ἡ ὀργὴ εἶναι μικρὸ ἁμάρτημα. Τὸ πιὸ βαρὺ ὅμως ἁμάρτημα ἀπ᾽ ὅλα εἶναι ἡ μνησικακία. Διότι ὁ θυμὸς διαλύεται σὰν τὸν καπνό, ποὺ θολώνει γιὰ λίγο τὴν ψυχή, ἡ μνησικακία ὅμως ὡς μόνιμη κατάσταση ἐξαγριώνει τὴν ψυχὴ περισσότερο κι ἀπὸ θηρίο. Καὶ ὁ σκύλος, ὅταν χτυπήσῃ κάποιο μὲ μανία, μὲ λίγη τροφὴ μαλακώνει, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα θηρία, ποὺ πραΰνονται μὲ τὴν ἀγάπη. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ κυριεύεται ἀπὸ μνησικακία, οὔτε μὲ παρακλήσεις ἀλλάζει, οὔτε μὲ τροφὴ μαλακώνει, οὔτε μὲ τὸν χρόνο, ποὺ μεταβάλλει τὰ πάντα, μπορεῖ νὰ θεραπευθῇ. Οἱ μνησίκακοι εἶναι οἱ πιὸ ἀσεβεῖς καὶ παράνομοι ἀπ᾽ ὅλους, διότι δὲν ὑπακούουν στὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ ποὺ λέει, «Ὕπαγε πρῶτον διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ σου καὶ οὔτω προσάγαγε τὸ δῶρον» (Ματθ. 5,24) καὶ «μὴ ἐπιδυέτω ὁ ἥλιος ἐπὶ τῷ παροργισμῷ ὑμῶν» (Ἐφεσ. 4,26).

Ἡ ταπεινοφροσύνη

Τὸ πόσο καλὴ καὶ σωστικὴ εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη, φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τὴν ἐνδύθηκε γιὰ νὰ οἰκονομήσῃ τοὺς ἀνθρώπους, ἀφοῦ μάλιστα εἶπε: «Μάθετε ἀπ᾽ ἐμοῦ ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. 11,29). Πρόσεχε ποιός εἶναι αὐτός, ποὺ μιλεῖ καὶ γίνε τέλειος μαθητής Του. Ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος στὰ καλὰ ἔργα ἂς εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη, ἐννοῶ τὸ ταπεινὸ φρόνημα καὶ ὄχι μόνο τὰ σχήματα λόγου. Ὅταν ἡ ψυχὴ σκέπτεται ταπεινά, ταπεινὲς θὰ εἶναι καὶ οἱ ἐξωτερικὲς ἐκδηλώσεις. Ἔχεις ἐφαρμόσει ὅλες τὶς ἀρετές; Ὁ Κύριος τὸ ξέρει, ἀλλὰ ὁ ἴδιος μᾶς λέει, ν᾽ ἀρχίζουμε πάλι ἀπὸ τὴν ταπείνωση, λέγοντας, «ὅταν πάντα ποιήσητε, εἴπατε. Δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν» (Λουκ. 17,10).

Ἡ ταπεινοφροσύνη ἀποκτᾶται μὲ ὀνειδισμούς, μὲ ὕβρεις καὶ πόνους, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ σὲ ποῦν τρελλὸ καὶ ἀνόητο, πτωχό, ἀδύνατο καὶ τιποτένιο, ἀπρόκοπτο σὲ καλὰ ἔργα, ἀνίκανο νὰ μιλᾶς, ἀνυπόληπτο, ἐξουθενωμένο. Αὐτὰ εἶναι τὰ νεῦρα τῆς ταπεινοφροσύνης. Κι ὁ Κύριος τὰ ἴδια ἄκουσε καὶ ἔπαθε. Καὶ Σαμαρείτη τὸν εἶπαν καὶ δαιμονισμένο. Πῆρε τὴν μορφὴ δούλου, μαστιγώθηκε καὶ γέμισε στὸ σῶμά του πληγές. Πρέπει λοιπὸν κι ἐμεῖς νὰ μιμούμεθα τὶς πράξεις τῆς ταπεινοφροσύνης. Εἶναι μερικοί, ποὺ μὲ ἐξωτερικὰ σχήματα ὑποκρίνονται τὸν ταπεινὸ ἀπὸ φιλοδοξία, ἀλλὰ φανερώνονται ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα. Ὅταν τύχη νὰ ὑβριστοῦν ἐλαφρά, δὲν ὑπομένουν, χύνοντας ἀμέσως τὸ δηλητήριό τους, σὰν τὰ δηλητηριώδη φίδια.

Η λύπη

Παιδιά μου, ὅλοι ξέρομε, πῶς θὰ σωθοῦμε, ἀλλὰ χάνομε τὴν σωτηρία μας ἀπὸ τὴν πνευματική μας ἀμέλεια. Πρέπει λοιπόν, ἀρχικά, νὰ τηροῦμε μὲ ἀκρίβεια τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου» καὶ «τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν» (Ματθ. 22, 37-39). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νόμου καὶ τὸ πλήρωμα τῆς χάριτος. Λίγα λόγια, ἀλλὰ μὲ πολλὴ καὶ μεγάλη δύναμι. Ὅλες οἱ ἀρετὲς ἐξαρτῶνται ἀπ᾽ αὐτή, γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπ. Παῦλος ὀνομάζει τὴν ἀγάπη τέλος τοῦ νόμου. Αὐτὴ εἶναι ἑπομένως ἡ σωτηρία μας, ἡ διπλῆ ἀγάπη, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος κάθε καλοῦ ἔργου τῶν ἀνθρώπων. Ὑπάρχει λύπη ὠφέλιμη καὶ λύπη καταστρεπτική. Γνωρίσματα τῆς καλῆς λύπης εἶναι ἡ θλῖψι γιὰ τὰ δικά μας ἁμαρτήματα, ἡ λύπη γιὰ τὴν ἄγνοια, ποὺ ἔχουν οἱ ἀδελφοί μας καὶ ὁ φόβος μήπως χάσουμε τὴν ἀγαθὴ προαίρεσι καὶ δὲν φθάσουμε στὸν σκοπὸ τῆς σωτηρίας. Ἐνῶ τῆς ἄλλης, ποὺ δημιουργεῖ ὁ ἐχθρός, εἶναι ἡ παράλογη καὶ ὑπερβολικὴ θλῖψι, ποὺ οἱ πατέρες τὴν ὀνομάζουν ἀκηδία. Τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς ἀκηδίας καὶ τῆς λύπης, πρέπει νὰ τὸ διώχνουμε μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ψαλμωδία.

Ἂς προσέχῃ, λοιπόν, ὅποιος νομίζει πὼς στέκεται, γιὰ νὰ μὴ πέσῃ. Γιατὶ αὐτὸς ποὺ ἔπεσε, ἔχει μία μόνο φροντίδα, νὰ σηκωθῇ, ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ στέκεται, ἂς προσέχῃ νὰ μὴ πέσῃ, γιατὶ οἱ πτώσεις εἶναι διάφορες. Αὐτοὶ ποὺ ἔπεσαν ἔχουν στερηθῆ τὴ θεία χάρι κι ὅταν σηκώθηκαν, ἡ ζημιά τους δὲν ἦταν μικρή. Αὐτὸς ποὺ στέκεται, ἂς μὴν ἐξευτελίζη τὸν ἄλλον ποὺ ἔπεσε, μήπως πάθῃ κι αὐτὸς τὰ ἴδια καὶ βρεθῆ σὲ χειρότερο βάραθρο. Εἶναι πολὺ φυσικό, ἡ φωνὴ ποὺ ἔρχεται ἀπὸ βαθὺ πηγάδι καὶ καλεῖ σὲ βοήθεια, νὰ μὴν ἀκουσθῇ, ὅπως λέει καὶ ὁ ψαλμωδός: «Μὴ καταπιέτω με βυθός, μηδὲ συσχέτω ἐπ᾽ ἐμὲ φρέαρ τὸ στόμα αὐτοῦ» (Ψαλμ. 68,16). Ὁ πρῶτος ποὺ ἔπεσε, ἔμεινε (μέσα στὸ πηγάδι), σὺ ὅμως πρόσεχε τὸν ἑαυτό σου, μήπως, ὅταν πέσῃς, δὲν μπορέσῃς νὰ σηκωθῇς καὶ γίνῃς τροφὴ στὰ θηρία. Ἐκεῖνος, ποὺ πέφτει δὲν μπορεῖ νὰ κλείσῃ τὴν πόρτα στὸν πονηρό. Ἀλλὰ σὺ μὴ νυστάξῃς καθόλου καὶ ψάλλε πάντοτε τὸ θεῖο ῥητό: «Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον» (Ψαλμ. 22,4). Τέλος νὰ ἀγρυπνῇς συνέχεια, διότι ὁ διάβολος σὰν λέοντας ὠρύεται κοντά σου.

Ἕτερες διδαχές

«Ἐκείνους ποὺ πλησιάζουν πρὸς τὸν Θεὸ στὴν ἀρχὴ τοὺς περιμένει ἀγώνας καὶ πολὺς κόπος, ὕστερα ὅμως χαρὰ ἀνείπωτη. Διότι ὅπως ἀκριβῶς αὐτοὶ ποὺ θέλουν νὰ ἀνάψουν φωτιὰ στὴν ἀρχὴ καπνίζονται καὶ δακρύζουν καὶ μόνον τότε κατορθώνουν αὐτὸ ποὺ γυρεύουν νὰ κάνουν -διότι βέβαια λέει πὼς ὁ Θεός μας εἶναι φωτιὰ ποὺ κατατρώει- ἔτσι κι ἐμεῖς πρέπει νὰ ἀνάψουμε μέσα μας τὴ θεία φωτιὰ μὲ δάκρυα καὶ πόνους».

«Ἐμεῖς ποὺ διαλέξαμε τὴ μοναχικὴ ζωὴ ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε ἄκρα σωφροσύνη. Βέβαια καὶ ἀνάμεσα στοὺς κοσμικοὺς φαίνεται νὰ ὑπάρχει ἡ σωφροσύνη, ὅμως μαζὶ μ᾿ αὐτὴν συνυπάρχει καὶ ἡ ἀφροσύνη, ἐπειδὴ αὐτοὶ ἁμαρτάνουν μὲ ὅλες τὶς ὑπόλοιπες αἰσθήσεις, ἀφοῦ καὶ βλέπουν ἄπρεπα καὶ γελοῦν ἄτακτα».

«Καθὼς τὰ πολὺ ἰσχυρὰ φάρμακα διώχνουν τὰ δηλητηριώδη ἑρπετά, ἔτσι καὶ ἡ προσευχὴ μαζὶ μὲ τὴ νηστεία ἐξαφανίζει τοὺς πονηροὺς λογισμούς».

«Πολλὲς εἶναι οἱ παγίδες τοῦ διαβόλου. Μὲ τὴν φτώχεια δὲν κατάφερε νὰ κλονίσει μιὰ ψυχή; Τότε φέρνει σὰν δόλωμα τὸν πλοῦτο. Ἂν οὔτε μὲ τὶς ὕβρεις καὶ τοὺς ὀνειδισμοὺς δὲν μπορέσει, χρησιμοποιεῖ τοὺς ἐπαίνους καὶ τὴ δόξα. Σὰν νικηθεῖ μὲ τὴ σωματικὴ ὑγεία, φέρνει ἀρρώστιες στὸ κορμί. Ὅταν δὲν κατορθώσει νὰ μᾶς ξεγελάσει μὲ τὶς ἡδονές, προσπαθεῖ νὰ μᾶς κάνει νὰ ξεστρατίσουμε μὲ ἀθέλητες ταλαιπωρίες. Φέρνει -ὕστερα ἀπὸ παραχώρηση- βαρύτατες ἀσθένειες, ὥστε ἐξαιτίας αὐτῶν νὰ ὀλιγοψυχήσουμε καὶ ἔτσι νὰ νοθευτεῖ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό. Ἀκόμη κατατρώγει τὸ κορμὶ μὲ σφοδρότατους πυρετοὺς καὶ τὸ θλίβει μὲ ἀκατάσχετη δίψα».

«… Ἂν λοιπὸν τὰ παθαίνεις αὐτὰ ἐπειδὴ ἔχεις ἁμαρτήσει, ὑπενθύμισε στὸν ἑαυτό σου τὴν μέλλουσα κόλαση καὶ τὸ αἰώνιο πῦρ καὶ τὶς καταδικαστικὲς ποινὲς καὶ δὲν θὰ ὀλιγοψυχήσεις γιὰ αὐτὰ ποὺ σοῦ συμβαίνουν. Νὰ χαρεῖς διότι ἐνδιαφέρθηκε ὁ Θεὸς γιὰ σένα καὶ ἔχε στὸ στόμα σου τὸ γλυκύτατο ἐκεῖνο ρητό· «Μὲ διαφόρους τρόπους μὲ ἐπαίδευσε ὁ Κύριος, ἀλλὰ τελικὰ δὲν μὲ παρέδωσε στὸν θάνατο». Ἂν ἤσουν σὰν τὸ σίδερο, γνώριζε πὼς μόνο μὲ τὴ φωτιὰ διώχνεις τὴ σκουριά. Ἂν πάλι ἀσθενεῖς, ἐνῶ εἶσαι δίκαιος, μάθε πὼς ἀνεβαίνεις σὲ ἀκόμη ὑψηλότερα μέτρα. Κι ἂν ἀκόμη εἶσαι χρυσάφι, μὲ τὴ φωτιὰ γίνεσαι γνησιότερος. Μήπως ὅμως σοῦ δόθηκε σατανικὸς ἄγγελος νὰ βασανίζει τὴ σάρκα σου; Νὰ ἀγαλλιάσεις τότε ἀπὸ χαρά, ἄκου μὲ ποιὸν ἐξομοιώθηκες -ἔχεις ἀξιωθεῖ τῆς μερίδας τοῦ Παύλου (ἐπειδὴ ὁ Παῦλος εἶχε χρόνια ἀσθένεια ποὺ τὴν ὀνομάζει ἔτσι, Β’ Κορινθ. 12, 7). Ἢ πάλι βασανίζεσαι ἀπὸ πυρετὸ καὶ παιδεύεσαι μὲ ρίγη; Λέει ἡ Γραφὴ σχετικά· «Περάσαμε μέσα ἀπὸ φωτιὲς καὶ θάλασσες καὶ μᾶς ὁδήγησες σὲ ἀναψυχή». Βρίσκεσαι τώρα στὴν πρώτη φάση; Περίμενε θἄρθει καὶ ἡ δεύτερη. Καθὼς ἀσκεῖς τὴν ἀρετὴ νὰ κραυγάζεις τὰ λόγια τοῦ ἁγίου ποὺ λέει· «Εἶμαι φτωχὸς καὶ θλίβομαι ἀπὸ τοὺς πόνους·. Ἔτσι μέσα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δύο τρόπους θλίψης θὰ γίνεις τέλειος, ὅπως λέει:· «Μέσα ἀπὸ τὴ θλίψη μὲ ὕψωσες». Μὲ αὐτὰ τὰ γυμνάσματα λοιπὸν νὰ προπονήσουμε τὶς ψυχές μας, διότι ὁ ἀντίπαλος βρίσκεται ἤδη μπροστά μας».

«Ὅταν νηστεύεις, μὴ προφασιστεῖς ἀρρώστια, διότι σὲ ἴδιες ἀρρώστιες πέφτουν πολλὲς φορὲς καὶ αὐτοὶ ποὺ δὲν νηστεύουν, Ἄρχισες τὸ καλό; Μὴν κάνεις πίσω, ἂν σοῦ ριχτεῖ ὁ ἐχθρός. Μὲ τὴν ὑπομονή σου θὰ τὸν τσακίσεις. Καὶ οἱ ναυτικοὶ ὅταν καθὼς ξανοίγονται μὲ τὸ πλοῖο ἔχουν εὐνοϊκὸ ἄνεμο καὶ ἀφοῦ ἁπλώσουν τὰ πανιὰ συναντοῦν ἀντίθετο, τότε ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ἀναποδιᾶς δὲν ρίχνουν μεμιᾶς τὴν πραμάτεια τους στὴ θάλασσα. Ἀλλά, ἀφοῦ ἡσυχάσουν γιὰ λίγο, ἢ καὶ ἔστω βγοῦν ἐκτὸς μάχης ἀπὸ τὴν τρικυμία, πάλι συνεχίζουν τὴν πορεία τους. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς λοιπὸν καὶ ἂν πέσει καταπάνω μας ἐνάντιος ἀγέρας, ἀντὶ γιὰ πανὶ νὰ σηκώσουμε ψηλὰ τὸν Σταυρὸ καὶ ἄφοβα στὸ ὑπόλοιπο ταξίδι νὰ πλεύσουμε».

Πηγές: saint.gr, users.uoa.gr

kimintenia.wordpress.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s