Η νύχτα των θαυμάτων – Μια προσέγγιση της υμνολογίας των Χριστουγέννων

«Χριστός γεννάται, δοξάσατε· Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε. Χριστός επί γης, υψώθητε …». «Μυστήριον ξένον» χαρακτηρίζει ο υμνωδός τη γέννηση του Θεανθρώπου. Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί από την πεπερασμένη ανθρώπινη διάνοια το μυστήριο της συγκαταβάσεως του Θεού προς τον άνθρωπο, το οποίο συντελέστηκε με τη βοήθεια της Θεοτόκου, που «εχώρεσεν σαρκί, τον Αχώρητον παντί» για να φανερωθεί η υπεράπειρη και γνήσια αγάπη Του προς εμάς…

Η Αγία Γέννηση του Ιησού εγκαθίδρυσε την αιώνια και άφθαρτη βασιλεία του Κυρίου, που δεν είναι παρά βασιλεία αγάπης στις ψυχές των ανθρώπων. Ο Χριστός γεννήθηκε μέσα σε μια φάτνη ανάμεσα σε ταπεινούς βοσκούς και ζώα. Την απλότητα και την ταπεινότητα του Θεανθρώπου είχε προφητέψει ο προφήτης Γεδεών λέγοντας ο Χριστός θα κατέβαινε, όπως κατεβαίνει η δροσιά απάνω στο μπουμπούκι του λουλουδιού, «ως υετός επί πόκον».

Με την ίδια γλαφυρότητα και ασύγκριτη εκφραστικότητα και ποιητικότητα αποδίδουν οι υμνωδοί το θαύμα της γεννήσεως του Χριστού. Το ιστορικό πλαίσιο, τις συνθήκες της γεννήσεως τις πληροφορούμαστε από τη Μεγάλη Βυζαντινή ποιήτρια Κασσιανή στο καταπληκτικό δοξαστικό που ψάλλεται στον εσπερινό, «Αυγούστου μοναρχήσαντος επί της γης, η πολυαρχία των ανθρώπων επαύσατο. Και σου ενανθρωπήσαντος εκ της αγνής, η πολυθεΐα των ειδώλων κατήργηται. Υπό μίαν βασιλείαν εγκόσμιον αι πόλεις γεγένηνται. Και εις μίαν Δεσποτείαν Θεότητος τα έθνη επίστευσαν» και στο οποίο γίνεται σύγκριση της εγκόσμιας βασιλείας με τη βασιλεία του Ενανθρωπήσαντος Θεού.

Στην ακολουθία του Όρθρου αξίζει να σταθούμε στα τρία γνωστά καθίσματα. «Δεύτε ίδωμεν πιστοί που εγεννήθη ο Χριστός …» μας παρακινεί ο ιερός Υμνωδός. Μας προτρέπει δηλαδή να δούμε και να συλλάβουμε το γεγονός ότι ο Χριστός γεννήθηκε ανάμεσα σε απλούς ανθρώπους, μέσα σε μια σπηλιά, μέσα στο παχνί που τρώγανε τα ζώα. Με άλλα λόγια μας καλεί να εννοήσουμε ότι η βασιλεία η αιώνια, η άφθαρτη, η βασιλεία του Χριστού, η βασιλεία της αγάπης ιδρύθηκε με την Αγία Γέννηση του Κυρίου μέσα στην ταπεινή φάτνη της Βηθλεέμ. Εξίσου υψηλής θεολογικής και ποιητικής αξίας είναι και τα τροπάρια «Τι θαυμάζεις Μαριάμ …» και «Ο αχώρητος παντί πως εχωρήθη εν γαστρί …». Ο Άγιος Κοσμάς ο Μελωδός και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στα δύο θαυμαστής τέχνης ποιήματά τους «Χριστός γεννάται, δοξάσατε» και «Έσωσε λαόν, θαυματουργών δεσπότης …» περιγράφουν με μοναδικό τρόπο το μυστήριο της ενανθρώπησης του Χριστού που θα οδηγήσει τον άνθρωπο στη σωτηρία και τη λύτρωση.

Ιδιαίτερα γνωστό και αγαπητό στους πιστούς είναι το κοντάκιο του Ρωμανού του Μελωδού «Η παρθένος σήμερον, τον υπερούσιον τίκτει, και η γη το Σπήλαιον, τω απροσίτω προσάγει. Άγγελοι μετά Ποιμένων δοξολογούσι. Μάγοι δε μετά αστέρος οδοιπορούσι· δι’ ημάς γαρ εγεννήθη, Παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός». Βλέπουμε ότι η εκκλησία μας μάς προτρέπει να ζήσουμε το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού ως συνεχές παρόν. Για τον Χριστιανό ο Χριστός γεννιέται μυστικά εντός του κατ’ έτος αρκεί να είναι έτοιμος να Τον κλείσει στην καρδιά του και να την μετατρέψει σε φάτνη και λίκνο της αιώνιας ζωής. Στη Θ’ Ωδή ακούμε το καταπληκτικό «Μεγάλυνον ψυχή μου … Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξο…», το οποίο εκφράζει το δέος των πιστών μπροστά στο μεγάλο μυστήριο της Γεννήσεως του Θεανθρώπου. Εξάλλου κατά τον Ιερό Χρυσόστομο η εορτή των Χριστουγέννων δικαιούται να έχει την «προεδρία» αφού «το μεγαλύτερο και ύψιστο μυστήριο και παράδοξο είναι το γεγονός ότι ο Υιός και Άσαρκος λόγος του Θεού έλαβε θνητό, ανθρώπινο σώμα».

Στους «Αίνους» θα ακούσουμε να ψάλλεται «ευφραίνεσθε Δίκαοι, ουρανοί αγαλλιάσθε, σκιρτήσατε τα όρη, Χριστού γεννηθέντος, Παρθένος καθέζεται, τα Χερουβίμ μιμουμένη, βαστάζουσα εν κόλποις, Θεόν Λόγον σαρκωθέντα». Εδώ ο Υμνωδός καλεί τους ανθρώπους να συμμετάσχουν στο χαρμόσυνο γεγονός της γεννήσεως. Ο Χριστός που ήταν επουράνιος και κατόπιν με τη σάρκωση έγινε επίγειος προσφέρει σε όλους τους πιστούς την ελπίδα της σωτηρίας …». Στο άλλο ιδιόμελο των Αίνων διαβάζουμε «Ο Πατήρ ευδόκησεν, ο Λόγος σάρξ εγένετο και η Παρθένος έτεκε, θεόν ενανθρωπήσαντα. Αστήρ μηνύει, Μάγοι προσκυνούσιν, Ποιμένες θαυμάζουσι και η κτίσις αγάλλεται». Ο Πατέρας αποφάσισε ότι ήρθε η στιγμή της σαρκώσεως του Υιού του, μέσω της Παρθένου. Το αστέρι σκορπά το χαρμόσυνο φως που οδηγεί τους μάγους στην φάτνη της Βηθλεέμ, οι βοσκοί απορούν με το θαυμαστό γεγονός. Όλη η πλάση συμμετέχει στη χαρά της Γεννήσεως.

Τέλος, αξίζει να σταθούμε στο θεοτοκίο «Σήμερον ο Χριστός, εν Βηθλεέμ γεννάται εκ Παρθένου …», που σημειωτέον στη Ζάκυνθο συνηθίζεται να το ψάλλουν μπροστά από την εικόνα της Γεννήσεως, όπως το «Σήμερον κρεμάται» της Μ. Παρασκευής. Για άλλη μια φορά βλέπουμε την Εκκλησία δια στόματος του Υμνωδού να καλεί τους πιστούς να βιώσουν τη γέννηση του Θεανθρώπου ως μια ζώσα πραγματικότητα του σήμερα. Με ενεστωτικές φράσεις σαν αυτή αλλά και άλλες, όπως «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου» και «Χριστός γεννάται δοξάσατε …» καταλύονται τα χρονικά και τοπικά όρια της ιστορικής πραγματικότητας και εισερχόμαστε στην αιώνια ώρα, στο αιώνιο παρόν του Θεού.

Είναι λοιπόν φανερό ότι το μοναδικό, απρόσιτο και άφατο μυστήριο των Χριστουγέννων υμνήθηκε μοναδικά και ανεπανάληπτα από τους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας. Η υψηλή ποιητικότητα της Υμνολογίας της εορτής μάς βοηθά να συλλάβουμε το μήνυμά της που δεν είναι άλλο από την ελπίδα της σωτηρίας που ανέτειλε με τη γέννηση του Θεανθρώπου. «Και να, έρχεται ο θεός και φορά την ανθρώπινη σάρκα, μπαίνει δηλαδή μέσα στον ποταμό της ιστορίας και γίνεται άνθρωπος που πεινά, που διψά, που κρυώνει για να καταργήσει από μέσα μας το βάρος της ενοχής και να μας συμφιλιώσει πάλι με τον ουρανό. Ως την αποψινή νύχτα των θαυμάτων, οι άνθρωποι πέθαιναν. Τώρα πια, δεν θα πεθαίνουν, θα κοιμούνται ξαναγυρνώντας στο χώμα από όπου βγήκαν, για να αναστηθούν μια μέρα και να χαρούν τη χαρά της αθανασίας …» (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος).

ΠΡΟΕΟΡΤΙΟΝ

Ἦχος γ´- Ἡ Παρθένος σήμερον

Ἡ Παρθένος σήμερον, τὸν προαιώνιον Λόγον,
ἐν Σπηλαίῳ ἔρχεται, ἀποτεκεῖν ἀποῤῥήτως.
Χόρευε ἡ οἰκουμένη ἀκουτισθεῖσα,
δόξασον μετὰ Ἀγγέλων καὶ τῶν Ποιμένων,
βουληθέντα ἐποφθῆναι,
παιδίον νέον, τὸν πρὸ αἰώνων Θεόν.

ΕΟΡΤΙΟΝ

Ἦχος γ’ – Αὐτόμελον – Ποίημα Ῥωμανοῦ τοῦ Μελῳδοῦ

Ἡ Παρθένος σήμερον, τὸν ὑπερούσιον τίκτει,
καὶ ἡ γῆ τὸ Σπήλαιον, τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει.
Ἄγγελοι μετὰ Ποιμένων δοξολογοῦσι.
Μάγοι δὲ μετὰ ἀστέρος ὁδοιποροῦσι.
Δι᾿ ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη, Παιδίον νέον,
ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Μηνὶ δεκεμβρίῳ κε’ – Κοντάκιον τῆς Χριστοῦ γεννήσεως,
ἦχος γ’, φέρον ἀκροστιχίδα·
τοῦ ταπεινοῦ Ῥωμανοῦ ὕμνος

Προοίμιον

Ἡ παρθένος σήμερον * τὸν ὑπερούσιον τίκτει,
καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιον * τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει·
ἄγγελοι μετὰ ποιμένων * δοξολογοῦσι,
μάγοι δὲ μετὰ ἀστέρος * ὁδοιποροῦσι·
δι᾿ ἡμᾶς γὰρ * ἐγεννήθη
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Οἶκοι

Τὴν Ἐδὲμ Βηθλεὲμ * ἤνοιξε, δεῦτε ἴδωμεν·
τὴν τρυφὴν ἐν κρυφῇ * ηὕραμεν, δεῦτε λάβωμεν
τὰ τοῦ παραδείσου * ἐντὸς τοῦ σπηλαίου·
ἐκεῖ ἐφάνη * ῥίζα ἀπότιστος * βλαστάνουσα ἄφεσιν,
ἐκεῖ ηὑρέθη * φρέαρ ἀνόρυκτον,
οὗ πιεῖν Δαυὶδ * πρὶν ἐπεθύμησεν·
ἐκεῖ παρθένος * τεκοῦσα βρέφος
τὴν δίψαν ἔπαυσεν εὐθὺς * τὴν τοῦ Ἀδὰμ καὶ τοῦ Δαυίδ·
διὰ τοῦτο πρὸς τοῦτο * ἐπειχθῶμεν ποῦ ἐτέχθη
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Ὁ πατὴρ τῆς μητρὸς * γνώμῃ υἱὸς ἐγένετο,
ὁ σωτὴρ τῶν βρεφῶν * βρέφος ἐν φάτνῃ ἔκειτο·
ὃν κατανοοῦσα * φησὶν ἡ τεκοῦσα·
«Εἰπέ μοι, τέκνον, * πῶς ἐνεσπάρης μοι * ἢ πῶς ἐνεφύης μοι·
ὁρῶ σε, σπλάγχνον, * καὶ καταπλήττομαι,
ὅτι γαλουχῶ * καὶ οὐ νενύμφευμαι·
καὶ σὲ μὲν βλέπω * μετὰ σπαργάνων,
τὴν παρθενίαν δὲ ἀκμὴν * ἐσφραγισμένην θεωρῶ·
σὺ γὰρ ταύτην φυλάξας * ἐγεννήθης εὐδοκήσας
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Ὑψηλὲ βασιλεῦ, * τί σοι καὶ τοῖς πτωχεύσασι;
Ποιητὰ οὐρανοῦ, * τί πρὸς γηΐνους ἤλυθας;
Σπηλαίου ἠράσθης * ἢ φάτνῃ ἐτέρφθης;
Ἰδοὺ οὐκ ἔστι * τόπος τῇ δούλῃ σου * ἐν τῷ καταλύματι·
οὐ λέγω τόπον, * ἀλλ᾿ οὐδὲ σπήλαιον,
ὅτι καὶ αὐτὸ * τοῦτο ἀλλότριον·
καὶ τῇ μὲν Σάῤῥᾳ * τεκούσῃ βρέφος
ἐδόθη κλῆρος γῆς πολλῆς, * ἐμοὶ δὲ οὐδὲ φωλεός·
ἐχρησάμην τὸ ἄντρον * ὃ κατῴκησας βουλήσει,
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Τὰ τοιαῦτα ῥητὰ * ἐν ἀποῤῥήτῳ λέγουσα
καὶ τὸν τῶν ἀφανῶν * γνώστην καθικετεύουσα,
ἀκούει τῶν μάγων * τὸ βρέφος ζητούντων·
εὐθὺς δὲ τούτοις· * Τίνες ὑπάρχετε; * ἡ κόρη ἐβόησεν·
οἱ δὲ πρὸς ταύτην· * «Σὺ γὰρ τίς πέφυκας,
ὅτι τὸν τοιοῦτον ἀπεκύησας;
Τίς ὁ πατήρ σου, * τίς ἡ τεκοῦσα,
ὅτι ἀπάτορος υἱοῦ * ἐγένου μήτηρ καὶ τροφός;
Οὗ τὸ ἄστρον ἰδόντες * συνήκαμεν ὅτι ὤφθη
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Ἀκριβῶς γὰρ ἡμῖν * ὁ Βαλαὰμ παρέθετο
τῶν ῥημάτων τὸν νοῦν * ὧνπερ προεμαντεύσατο,
εἰπὼν ὅτι μέλλει * ἀστὴρ ἀνατέλλειν,
ἀστὴρ σβεννύων * πάντα μαντεύματα * καὶ τὰ οἰωνίσματα·
ἀστὴρ ἐκλύων * παραβολὰς σοφῶν,
ῥήσεις τε αὐτῶν * καὶ τὰ αἰνίγματα·
ἀστὴρ ἀστέρος * τοῦ φαινομένου
ὑπερφαιδρότερος πολύ, * ὡς πάντων ἄστρων ποιητής,
περὶ οὗ προεγράφη· * ἐξ Ἰακὼβ ἀνατέλλει
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Παραδόξων ῥητῶν * ἡ Μαριὰμ ὡς ἤκουσε,
τῷ ἐκ σπλάγχνων αὐτῆς * κύψασα προσεκύνησε
καὶ κλαίουσα εἶπε· * «Μεγάλα μοι, τέκνον,
μεγάλα πάντα * ὅσα ἐποίησας * μετὰ τῆς πτωχείας μου·
ἰδοὺ γὰρ μάγοι * ἔξω ζητοῦσί σε·
τῶν ἀνατολῶν * οἱ βασιλεύοντες
τὸ πρόσωπόν σου * ἐπιζητοῦσι,
καὶ λιτανεύουσιν ἰδεῖν * οἱ πλούσιοι τοῦ σοῦ λαοῦ·
ὁ λαός σου γὰρ ὄντως * εἰσὶν οὗτοι οἷς ἐγνώσθης,
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Ἐπειδὴ οὖν λαὸς * σός ἐστι, τέκνον, κέλευσον
ὑπὸ σκέπην τὴν σὴν * γένωνται, ἵνα ἴδωσι
πενίαν πλουσίαν, * πτωχείαν τιμίαν·
αὐτόν σε δόξαν * ἔχω καὶ καύχημα· * διὸ οὐκ αἰσχύνομαι·
αὐτὸς εἶ χάρις * καὶ ἡ εὐπρέπεια
τῆς σκηνῆς κἀμοῦ· * νεῦσον εἰσέλθωσιν·
οὐδέν μοι μέλει * τῆς εὐτελείας·
ὡς θησαυρὸν γὰρ σὲ κρατῶ, * ὃν βασιλεῖς ἦλθον ἰδεῖν,
βασιλέων καὶ μάγων * ἐγνωκότων ὅτι ὤφθης,
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Ἰησοῦς ὁ Χριστὸς * ὄντως τε καὶ Θεὸς ἡμῶν
τῶν φρενῶν ἀφανῶς * ἥψατο τῆς μητρὸς αὐτοῦ,
Εἰσάγαγε, λέγων, * οὓς ἤγαγον λόγῳ·
ἐμὸς γὰρ λόγος * οὗτος ὃς ἔλαμψε * τοῖς ἐπιζητοῦσί με·
ἀστὴρ μέν ἐστιν * πρὸς τὸ φαινόμενον,
δύναμις δέ τις * πρὸς τὸ νοούμενον·
συνῆλθε μάγοις * ὡς λειτουργῶν μοι,
καὶ ἔτι ἵσταται πληρῶν * τὴν διακονίαν αὐτοῦ
καὶ ἀκτῖσι δεικνύων * τὸν τόπον ὅπου ἐτέχθη
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Νῦν οὖν δέξαι, σεμνή, * δέξαι τοὺς δεξαμένους με·
ἐν αὐτοῖς γὰρ εἰμὶ * ὥσπερ ἐν ταῖς ἀγκάλαις σου·
καὶ σοῦ οὐκ ἀπέστην * κἀκείνοις συνῆλθον.
Ἡ δὲ ἀνοίγει * θύραν καὶ δέχεται * τῶν μάγων τὸ σύστημα·
ἀνοίγει θύραν * ἡ ἀπαράνοικτος
πύλη, ἣν Χριστὸς * μόνος διώδευσεν·
ἀνοίγει θύραν * ἡ ἀνοιχθεῖσα
καὶ μὴ κλαπεῖσα μηδαμῶς * τὸν τῆς ἁγνείας θησαυρόν·
αὐτὴ ἤνοιξε θύραν, * ἀφ᾿ ἧς ἐγεννήθη θύρα,
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Οἱ δὲ μάγοι εὐθὺς * ὥρμησαν εἰς τὸν θάλαμον,
καὶ ἰδόντες Χριστὸν * ἔφριξαν, ὅτι εἴδοσαν
τὴν τούτου μητέρα, * τὸν ταύτης μνηστῆρα,
καὶ φόβῳ εἶπον· * «Οὗτος υἱός ἐστιν * ἀγενεαλόγητος;
Καὶ πῶς, παρθένε, * τὸν μνηστευσάμενον
βλέπομεν ἀκμὴν * ἔνδον τοῦ οἴκου σου;
Οὐκ ἔσχε μῶμον * ἡ κύησις σου·
μὴ ἡ κατοίκησις ψεχθῇ * συνόντος σοι τοῦ Ἰωσήφ·
πλῆθος ἔχεις φθονούντων * ἐρευνώντων ποῦ ἐτέχθη
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

– Ὑπομνήσω ὑμᾶς, * μάγοις Μαρία ἔφησε,
τίνος χάριν κρατῶ * τὸν Ἰωσὴφ ἐν οἴκῳ μου·
εἰς ἔλεγχον πάντων * τῶν καταλαλούντων·
αὐτὸς γὰρ λέξει * ἅπερ ἀκήκοε * περὶ τοῦ παιδίου μου·
ὑπνῶν γὰρ εἶδεν * ἄγγελον ἅγιον
λέγοντα αὐτῷ * πόθεν συνέλαβον·
πυρίνη θέα * τὸν ἀκανθώδη
ἐπληροφόρησε νυκτὸς * περὶ τῶν λυπούντων αὐτόν·
δι᾿ αὐτὸ σύνεστί μοι * Ἰωσὴφ δηλῶν ὡς ἔστι
παιδίον νέον * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Ῥητορεύει σαφῶς * ἅπαντα ἅπερ ἤκουσεν·
ἀπαγγέλλει τρανῶς * ὅσα αὐτὸς ἑώρακεν
ἐν τοῖς οὐρανίοις * καὶ τοῖς ἐπιγείοις·
τὰ τῶν ποιμένων, * πῶς συνανύμνησαν * πηλίνοις οἱ πύρινοι·
ὑμῶν τῶν μάγων, * ὅτι προέδραμεν
ἄστρον φωταυγοῦν * καὶ ὁδηγοῦν ὑμᾶς·
διὸ ἀφέντες * τὰ προῤῥηθέντα,
ἐκδιηγήσασθε ἡμῖν * τὰ νῦν γενόμενα ὑμῖν,
πόθεν ἥκατε, πῶς δὲ * συνήκατε ὅτι ὤφθη
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Ὡς δὲ ταῦτα αὐτοῖς * ἡ φαεινὴ ἐλάλησεν,
οἱ τῆς ἀνατολῆς * λύχνοι πρὸς ταύτην ἔφησαν·
«Μαθεῖν θέλεις πόθεν * ἠλύθαμεν ὧδε;
Ἐκ γῆς Χαλδαίων, * ὅθεν οὐ λέγουσι· * θεὸς θεῶν κύριος,
ἐκ Βαβυλῶνος, * ὅπου οὐκ οἴδασιν
τίς ὁ ποιητὴς * τούτων ὧν σέβουσιν·
ἐκεῖθεν ἦλθε * καὶ ἦρεν ἡμᾶς
ὁ τοῦ παιδίου σου σπινθὴρ * ἐκ τοῦ πυρὸς τοῦ περσικοῦ·
πῦρ παμφάγον λιπόντες, * πῦρ δροσίζον θεωροῦμεν,
παιδίον νέον, * τὸν πρὸ αἰώνων Θεόν.

Ματαιότης ἐστὶ * ματαιοτήτων ἅπαντα,
ἀλλ᾿ οὐδεὶς ἐν ἡμῖν * ταῦτα φρονῶν εὑρίσκεται·
οἱ μὲν γὰρ πλανῶσιν, * οἱ δὲ καὶ πλανῶνται·
διό, παρθένε, * χάρις τῷ τόκῳ σου * δι᾿ οὗ ἐλυτρώθημεν
οὐ μόνον πλάνης, * ἀλλὰ καὶ θλίψεως
τῶν χωρῶν πασῶν * ὧνπερ διήλθομεν,
ἐθνῶν ἀσήμων, * γλωσσῶν ἀγνώστων,
περιερχόμενοι τὴν γῆν * καὶ ἐξερευνῶντες αὐτὴν
μετὰ λύχνου τοῦ ἄστρου, * ἐκζητοῦντες ποῦ ἐτέχθη
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Ἀλλ᾿ ὡς ἔτι αὐτὸν * τοῦτον τὸν λύχνον εἴχομεν,
τὴν Ἰερουσαλὴμ * πᾶσαν περιωδεύσαμεν,
πληροῦντες εἰκότως * τὰ τῆς προφητείας·
ἠκούσαμεν γὰρ * ὅτι ἠπείλησε * Θεὸς ἐρευνᾶν αὐτήν·
καὶ μετὰ λύχνου * περιηρχόμεθα,
θέλοντες εὑρεῖν * μέγα δικαίωμα·
ἀλλ᾿ οὐχ εὑρέθη, * ὅτι ἐπήρθη
ἡ κιβωτὸς αὐτῆς μεθ᾿ ὧν * συνεῖχε πρότερον καλῶν·
τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, * ἀνεκαίνισε γὰρ πάντα
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

– Ναί, φησί, τοῖς πιστοῖς * μάγοις Μαρία ἔφησε,
τὴν Ἰερουσαλὴμ * πᾶσαν περιωδεύσατε,
τὴν πόλιν ἐκείνην * τὴν προφητοκτόνον;
Καὶ πῶς ἀλύπως * ταύτην διήλθετε * τὴν πᾶσι βασκαίνουσαν;
Ἡρώδην πάλιν * πῶς διελάθετε
τὸν ἀντὶ θεσμῶν * φόνων ἐμπνέοντα;»
Οἱ δὲ πρὸς ταύτην * φησί· «Παρθένε,
οὐ διελάθομεν αὐτόν, * ἀλλ᾿ ἐνεπαίξαμεν αὐτῷ·
συνετύχομεν πᾶσιν * ἐρωτῶντες ποῦ ἐτέχθη
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Ὅτε ταῦτα αὐτῶν * ἡ Θεοτόκος ἤκουσεν,
τότε εἶπεν αὐτοῖς· * Τί ὑμᾶς ἐπηρώτησεν
Ἡρώδης ὁ ἄναξ * καὶ οἱ Φαρισαῖοι;

– Ἡρώδης πρῶτον, * εἶτα, ὡς ἔφησας, * οἱ πρῶτοι τοῦ ἔθνους σου
τὸν χρόνον τούτου * τοῦ φαινομένου νῦν
ἄστρου παρ᾿ ἡμῶν * ἐξηκριβώσαντο·
καὶ ἐπιγνόντες * ὡς μὴ μαθόντες
οὐκ ἐπεθύμησαν ἰδεῖν * ὃν ἐξηρεύνησαν μαθεῖν,
ὅτι τοῖς ἐρευνῶσιν * ὀφείλει θεωρηθῆναι
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Ὑπενόουν ἡμᾶς * ἄφρονας οἱ ἀνόητοι
καὶ ἠρώτων, φησί· * Πόθεν καὶ πότε ἥκατε;
πῶς μὴ φαινομένας * ὡδεύσατε τρίβους;
Ἡμεῖς δὲ τούτοις * ὅπερ ἠπίσταντο * ἀντεπηρωτήσαμεν·
Ὑμεῖς τὸ πάρος * πῶς διωδεύσατε
ἔρημον πολλὴν * ἥνπερ διήλθετε;
Ὁ ὁδηγήσας * τοὺς ἀπ᾿ Αἰγύπτου
αὐτὸς ὡδήγησε καὶ νῦν * τοὺς ἐκ Χαλδαίων πρὸς αὐτόν,
τότε στύλῳ πυρίνῳ, * νῦν δὲ ἀστέρι δηλοῦντι
παιδίον νέον, * τὸν πρὸ αἰώνων Θεόν.

[Ὁ ἀστὴρ πανταχοῦ * ἦν ἡμῶν προηγούμενος
ὡς ὑμῖν ὁ Μωσῆς * ῥάβδον ἐπιφερόμενος,
τὸ φῶς περιλάμπων * τῆς θεογνωσίας·
ὑμᾶς τὸ μάννα * πάλαι διέθρεψε * καὶ πέτρα ἐπότισεν·
ἡμᾶς ἐλπὶς ἡ * τούτου ἐνέπλησε·
τῇ τούτου χαρᾷ * διατρεφόμενοι,
οὐκ ἐν Περσίδι * ἀναποδίσαι
διὰ τὸν ἄβατον ὁδὸν * ὁδεύειν ἔσχομεν ἐν νῷ,
θεωρῆσαι ποθοῦντες, * προσκυνῆσαι καὶ δοξάσαι
παιδίον νέον, * τὸν πρὸ αἰώνων Θεόν.]

Ὑπὸ τῶν ἀπλανῶν * μάγων ταῦτα ἐλέγετο·
ὑπὸ δὲ τῆς σεμνῆς * πάντα ἐπεσφραγίζετο,
κυροῦντος τοῦ βρέφους * τὰ τῶν ἀμφοτέρων,
τῆς μὲν ποιοῦντος * μετὰ τὴν κύησιν * τὴν μήτραν ἀμίαντον,
τῶν δὲ δεικνύντος * μετὰ τὴν ἔλευσιν
ἄμοχθον τὸν νοῦν * ὥσπερ τὰ βήματα·
οὐδεὶς γὰρ τούτων * ὑπέστη κόπον,
ὡς οὐκ ἐμόχθησεν ἐλθὼν * ὁ Ἀμβακοὺμ πρὸς Δανιήλ·
ὁ φανεὶς γὰρ προφήταις * ὁ αὐτὸς ἐφάνη μάγοις
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Μετὰ ταῦτα αὐτῶν * πάντα τὰ διηγήματα,
δῶρα ἦραν χερσὶν * μάγοι καὶ προσεκύνησαν
τῷ δώρῳ τῶν δώρων, * τῷ μύρῳ τῶν μύρων·
χρυσὸν καὶ σμύρναν * εἶτα καὶ λίβανον * Χριστῷ προσεκόμισαν,
βοῶντες· «Δέξαι * δώρημα τρίϋλον,
ὡς τῶν Σεραφὶμ * ὕμνον τρισάγιον·
μὴ ἀποστρέψῃς * ὡς τὰ τοῦ Κάϊν,
ἀλλ᾿ ἐναγκάλισαι αὐτὰ * ὡς τὴν τοῦ Ἄβελ προσφοράν,
διὰ τῆς σε τεκούσης, * δι᾿ ἧς ἡμῖν ἐγεννήθης,
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Νέα νῦν καὶ φαιδρὰ * βλέπουσα ἡ ἀμώμητος
μάγους δῶρα χερσὶ * φέροντας καὶ προσπίπτοντας,
ἀστέρα δηλοῦντα, * ποιμένας ὑμνοῦντας,
τὸν πάντων τούτων * κτίστην καὶ κύριον * ἱκέτευε λέγουσα·
«Τριάδα δώρων, * τέκνον, δεξάμενος,
τρεῖς αἰτήσεις δὸς * τῇ γεννησάσῃ σε·
ὑπὲρ ἀέρων * παρακαλῶ σε
καὶ ὑπὲρ τῶν καρπῶν τῆς γῆς * καὶ τῶν οἰκούντων ἐν αὐτῇ·
διαλλάγηθι πᾶσι, * δι᾿ ἐμοῦ ὅτι ἐτέχθης,
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Οὐχ ἁπλῶς γάρ εἰμι * μήτηρ σου, σῶτερ εὔσπλαγχνε·
οὐκ εἰκῇ γαλουχῶ * τὸν χορηγὸν τοῦ γάλακτος,
ἀλλὰ ὑπὲρ πάντων * ἐγὼ δυσωπῶ σε·
ἐποίησάς με * ὅλου τοῦ γένους μου * καὶ στόμα καὶ καύχημα·
ἐμὲ γὰρ ἔχει * ἡ οἰκουμένη σου
σκέπην κραταιάν, * τεῖχος καὶ στήριγμα·
ἐμὲ ὁρῶσιν * οἱ ἐκβληθέντες
τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς, * ὅτι ἐπιστρέφω αὐτούς·
λάβῃ αἴσθησιν πάντα * δι᾿ ἐμοῦ ὅτι ἐτέχθης,
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Σῶσον κόσμον, σωτήρ· * τούτου γὰρ χάριν ἤλυθας·
στῆσον πάντα τὰ σά· * τούτου γὰρ χάριν ἔλαμψας
ἐμοὶ καὶ τοῖς μάγοις * καὶ πάσῃ τῇ κτίσει·
ἰδοὺ γὰρ μάγοι * οἷς ἐνεφάνισας * τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου,
προσπίπτοντές σοι * δῶρα προσφέρουσι
χρήσιμα, καλά, * λίαν ζητούμενα·
αὐτῶν γὰρ χρῄζω, * ἐπειδὴ μέλλω
ἐπὶ τὴν Αἴγυπτον μολεῖν * καὶ φεύγειν σὺν σοὶ διὰ σέ,
ὁδηγέ μου, υἱέ μου, * ποιητά μου, πλουτιστά μου,
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Ἕτερον κοντάκιον
εἰς τὴν ἁγίαν γέννησιν
τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,

φέρον ἀκροστιχίδα τήνδε·

τοῦ ταπεινοῦ Ῥωμανοῦ

ἦχος πλ. β´, ἰδιόμελον

Προοίμιον

Ὁ πρὸ ἑωσφόρου * ἐκ Πατρὸς ἀμήτωρ γεννηθεὶς
ἐπὶ γῆς ἀπάτωρ * ἐσαρκώθη σήμερον ἐκ σοῦ·
ὅθεν ἀστὴρ * εὐαγγελίζεται μάγοις,
ἄγγελοι δὲ * μετὰ ποιμένων ὑμνοῦσι
τὸν ἄσπορον τόκον σου, * ἡ κεχαριτωμένη.

Οἶκοι

Τὸν ἀγεώργητον βότρυν * βλαστήσασα ἡ ἄμπελος
ὡς ἐπὶ κλάδων ἀγκάλαις * ἐβάσταζε καὶ ἔλεγεν·
«Σὺ καρπός μου, * σὺ ζωή μου,
<σὺ> ἀφ᾿ οὗ ἔγνων * ὅτι καὶ ὃ ἤμην εἰμί, * σύ μου Θεός,
τὴν σφραγῖδα τῆς παρθενίας μου * ὁρῶσα ἀκατάλυτον,
κηρύττω σε ἄτρεπτον * Λόγον σάρκα γενόμενον.
Οὐκ οἶδα σποράν, * οἶδά σε λύτην τῆς φθορᾶς·
ἁγνὴ γάρ εἰμι, * σοῦ προελθόντος ἐξ ἐμοῦ·
ὡς γὰρ εὗρες ἔλιπες * μήτραν ἐμήν,
φυλάξας σώαν αὐτήν· * διὰ τοῦτο συγχορεύει
πᾶσα κτίσις βοῶσά μοι· * Ἡ κεχαριτωμένη.

Οὐκ ἀθετῶ σου τὴν χάριν * ἧς ἔχω πεῖραν, δέσποτα·
οὐκ ἀμαυρῶ τὴν ἀξίαν * ἧς ἔτυχον τεκοῦσά σε·
τοῦ γὰρ κόσμου * βασιλεύω·
ἐπειδὴ κράτος * τὸ σὸν ἐβάστασα γαστρί, * πάντων κρατῶ·
μετεποίησας τὴν πτωχείαν μου * τῇ συγκαταβάσει σου,
σαυτὸν ἐταπείνωσας * καὶ τὸ γένος μου ὕψωσας.
Εὐφράνθητέ μοι * νῦν ἅμα, γῆ καὶ οὐρανός·
τὸν γὰρ ποιητὴν * ὑμῶν βαστάζω ἐν χερσί·
γηγενεῖς, ἀπόθεσθε * τὰ λυπηρά,
θεώμενοι τὴν χαρὰν * ἣν ἐβλάστησα ἐκ κόλπων
ἀμιάντων, καὶ ἤκουσα· * Ἡ κεχαριτωμένη.

Ὑμνολογούσης δὲ τότε * Μαρίας ὃν ἐγέννησε,
κολακευούσης δὲ βρέφος * ὃ μόνη ἀπεκύησεν,
ἤκουσεν ἡ * ἐν ὀδύναις
τεκοῦσα τέκνα, * καὶ γηθομένη τῷ Ἀδὰμ * Εὔα βοᾷ·
Τίς ἐν τοῖς ὠσί μου νῦν ἤχησεν * ἐκεῖνο ὃ ἤλπιζον;
Παρθένον τὴν τίκτουσαν * τῆς κατάρας τὴν λύτρωσιν,
ἧς μόνη φωνὴ * ἔλυσέ μου τὰ δυσχερῆ
καὶ ταύτης γονὴ * ἔτρωσε τὸν τρώσαντά με·
ταύτην ἣν προέγραψεν * υἱὸς Ἀμώς,
ἡ ῥάβδος τοῦ Ἰεσσαὶ * ἡ βλαστήσασά μοι κλάδον
οὗ φαγοῦσα οὐ θνήξομαι, * ἡ κεχαριτωμένη.

Τῆς χελιδόνος ἀκούσας * κατ᾿ ὄρθρον κελαδούσης μοι,
τὸν ἰσοθάνατον ὕπνον, * Ἀδάμ, ἀφεὶς ἀνάστηθι·
ἄκουσόν μου * τῆς συζύγου·
ἐγὼ ἡ πάλαι * πτῶμα προξενήσασα βροτοῖς * νῦν ἀνιστῶ.
Κατανόησον τὰ θαυμάσια, * ἰδὲ τὴν ἀπείρανδρον
διὰ τοῦ γεννήματος * ἰωμένην τοῦ τραύματος·
ἐμὲ γάρ ποτε * εἷλεν ὁ ὄφις καὶ σκιρτᾷ,
ἀλλ᾿ ἄρτι ὁρῶν * τοὺς ἐξ ἡμῶν φεύγει συρτῶς·
κατ᾿ ἐμοῦ μὲν ὕψωσε * τὴν κεφαλήν,
νυνὶ δὲ ταπεινωθεὶς * κολακεύει, οὐ χλευάζει,
δειλιῶν ὃν ἐγέννησεν * ἡ κεχαριτωμένη.

Ἀδὰμ ἀκούσας τοὺς λόγους * οὓς ὕφανεν ἡ σύζυγος,
ἐκ τῶν βλεφάρων τὸ βάρος * εὐθέως ἀποθέμενος
ἀνανεύει * ὡς ἐξ ὕπνου
καὶ οὖς ἀνοίξας * ὃ ἔφραξε παρακοὴ * οὕτως βοᾷ·
Γλυκεροῦ ἀκούω κελαδήματος, * τερπνοῦ μινυρίσματος,
ἀλλὰ τοῦ μελίζοντος * νῦν ὁ φθόγγος οὐ τέρπει με·
γυνὴ γάρ ἐστιν, * ἧς καὶ φοβοῦμαι τὴν φωνήν·
ἐν πείρᾳ εἰμί, * ὅθεν τὸ θῆλυ δειλιῶ·
ὁ μὲν ἦχος θέλγει με * ὡς λιγυρός,
τὸ ὄργανον δὲ δονεῖ * μὴ ὡς πάλαι με πλανήσῃ
ἐπιφέρουσα ὄνειδος * ἡ κεχαριτωμένη.

– Πληροφορήθητι, ἄνερ, * τοῖς λόγοις τῆς συζύγου σου·
οὐ γὰρ εὑρήσεις με πάλιν * πικρά σοι συμβουλεύουσαν·
τὰ ἀρχαῖα * γὰρ παρῆλθε
καὶ νέα πάντα * δείκνυσιν ὁ τῆς Μαριὰμ * γόνος Χριστός.
Τούτου τῆς νοτίδος ὀσφράνθητι * καὶ εὐθέως ἐξάνθησον,
ὡς στάχυς ὀρθώθητι· * τὸ γὰρ ἔαρ σε ἔφθασεν,
Ἰησοῦς Χριστὸς * πνέει ὡς αὔρα γλυκερά·
τὸν καύσωνα ᾧ ἦς * ἀποφυγὼν τὸν αὐστηρόν,
δεῦρο ἀκολούθει μοι * πρὸς Μαριάμ,
καὶ αὐτῆς πρὸ τῶν ποδῶν * ἐῤῥιμένους θεωροῦσα
εὐθέως σπλαγχνισθήσεται * ἡ κεχαριτωμένη.

– Ἔγνων, ὦ γύναι, τὸ ἔαρ * καὶ τῆς τρυφῆς ὀσφραίνομαι
ἧς ἐξεπέσαμεν πάλαι· * καὶ γὰρ ὁρῶ παράδεισον
νέον, ἄλλον, * τὴν παρθένον
φέρουσαν κόλποις * αὐτὸ τὸ ξύλον τῆς ζωῆς * ὅπερ ποτὲ
Χερουβὶμ ἐτήρει τὸ ἅγιον * πρὸς τὸ μὴ ψαῦσαι <ἐ>μέ·
τοῦτο τοίνυν ἄψαυστον * ἐγὼ βλέπων φυόμενον,
ᾐσθόμην πνοῆς, * σύζυγε, τῆς ζωοποιοῦ
τῆς κόνιν ἐμὲ * ὄντα καὶ ἄψυχον πηλὸν
ποιησάσης ἔμψυχον· * ταύτης νυνὶ
τῇ εὐοσμίᾳ ῥωσθείς, * πορευθῶ πρὸς τὴν ἀνθοῦσαν
τὸν καρπὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν, * τὴν κεχαριτωμένην.

Ἰδού εἰμι πρὸ ποδῶν σου, * παρθένε, μῆτερ ἄμωμε,
καὶ δι᾿ ἐμοῦ πᾶν τὸ γένος * τοῖς ἴχνεσί σου πρόσκειται.
Μὴ παρίδῃς * τοὺς τεκόντας,
ἐπειδὴ τόκος * ὁ σὸς ἀνεγέννησε νῦν * τοὺς ἐν φθορᾷ·
τὸν ἐν Ἅιδῃ παλαιωθέντα με, * Ἀδὰμ τὸν πρωτόπλαστον
οἰκτείρησον, θύγατερ, * τὸν πατέρα σου στένοντα·
τὰ δάκρυά μου * βλέπουσα, σπλαγχνίσθητί μοι
καὶ τοῖς ὀδυρμοῖς * κλῖνον τὸ οὖς σου εὐμενῶς·
τὰ δὲ ῥάκη βλέπεις μου * ἅπερ φορῶ,
ἃ ὄφις ὕφανέ μοι· * ἄμειψόν μου τὴν πενίαν
ἐνώπιον οὗ ἔτεκες, * ἡ κεχαριτωμένη.

– Ναί, ἡ ἐλπὶς τῆς ψυχῆς μου, * κἀμοῦ τῆς Εὔας ἄκουσον
καὶ τῆς ἐν λύπαις τεκούσης * τὸ αἶσχος ἀποσόβησον,
ὡς ἰδοῦσα * ὅτι πλέον
ἐγὼ ἡ τλήμων * τοῖς ὀδυρμοῖς τοῦ Ἀδὰμ * τήκω τὴν ψυχήν·
τῆς τρυφῆς γὰρ οὗτος μνησκόμενος * ἐμοὶ ἐπανίσταται
κραυγάζων ὡς· Εἴθε μὴ * τῆς πλευρᾶς μου ἐβλάστησας·
καλὸν ἦν μή σε * λαβεῖν εἰς βοήθειάν μου·
οὐκ ἔπιπτον γὰρ * νυνὶ εἰς τοῦτον τὸν βυθόν.
Καὶ λοιπὸν μὴ φέρουσα * τοὺς ἐλεγμοὺς
μηδὲ τὸν ὀνειδισμόν, * κατακάμπτω τὸν αὐχένα
ἕως οὗ ἀνορθώσῃς με, * ἡ κεχαριτωμένη.

Οἱ ὀφθαλμοὶ δὲ Μαρίας * τὴν Εὔαν θεωρήσαντες
καὶ τὸν Ἀδὰμ κατιδόντες * δακρύειν κατηπείγοντο·
ὅμως στέγει * καὶ σπουδάζει
νικᾶν τὴν φύσιν * ἡ παρὰ φύσιν τὸν Χριστὸν * σχοῦσα υἱόν·
ἀλλὰ τὰ σπλάγχνα ἐταράττετο * γονεῦσι συμπάσχουσα·
τῷ γὰρ ἐλεήμονι * μήτηρ ἔπρεπεν εὔσπλαγχνος.
Διὸ πρὸς αὐτούς· * «Παύσασθε τῶν θρήνων ὑμῶν,
καὶ πρέσβις ὑμῖν * γίνομαι πρὸς τὸν ἐξ ἐμοῦ·
ὑμεῖς δὲ ἀπώσασθε * τὴν συμφοράν,
τεκούσης μου τὴν χαράν· * διὰ τοῦτο τὰ τῆς λύπης
ἐκπορθήσουσα ἥκω νῦν * ἡ κεχαριτωμένη.

Υἱὸν οἰκτίρμονα ἔχω * καὶ λίαν ἐλεήμονα,
ἐξ ὧν τῇ πείρᾳ ἐπέγνων· * προσέχω ὅπως φείδεται·
πῦρ ὑπάρχων, * ᾤκησέ με
τὴν ἀκανθώδη * καὶ οὐ κατέφλεξεν ἐμὲ * τὴν ταπεινήν·
ὡς πατὴρ οἰκτείρει υἱοὺς αὐτοῦ, * οἰκτείρει ὁ γόνος μου
τοὺς φοβουμένους αὐτόν, * ὡς Δαυὶδ προεφήτευσε.
Τὰ δάκρυα οὖν * στείλαντες, ἐκδέξασθέ με
μεσῖτιν ὑμῶν * γενέσθαι πρὸς τὸν ἐξ ἐμοῦ·
χαρᾶς γὰρ παραίτιος * ὁ γεννηθεὶς
ὁ πρὸ αἰώνων Θεός· * ἡσυχάσατε ἀλύπως,
πρὸς αὐτὸν γὰρ εἰσέρχομαι * ἡ κεχαριτωμένη.

Ῥήμασι τούτοις Μαρία * καὶ ἄλλοις δὲ τοῖς πλείοσι
παρακαλέσασα Εὔαν * καὶ ταύτης τὸν ὁμόζυγα,
εἰσελθοῦσα * πρὸς τὴν φάτνην,
αὐχένα κάμπτει * καὶ δυσωποῦσα τὸν υἱὸν * οὕτω φησί·
«Ἐπειδή με, ὦ τέκνον, ὕψωσας * τῇ συγκαταβάσει σου,
τὸ πενιχρὸν γένος μου * δι᾿ ἐμοῦ νῦν σοῦ δέεται.
Ἀδὰμ γὰρ πρός με * ἤλυθε στενάζων πικρῶς·
Εὔα δὲ αὐτῷ * ὀδυνωμένη συνθρηνεῖ·
ὁ δὲ τούτων αἴτιος * ὄφις ἐστὶν
τιμῆς γυμνώσας αὐτούς· * διὰ τοῦτο σκεπασθῆναι
ἐξαιτοῦσι βοῶντές μοι· * Ἡ κεχαριτωμένη.

Ὡς δὲ τοιαύτας δεήσεις * προσήγαγεν ἡ ἄμωμος
Θεῷ κειμένῳ ἐν φάτνῃ, * λαβὼν εὐθὺς ὑπέγραφεν·
ἑρμηνεύων * τὰ ἐσχάτως,
φησίν· «Ὦ μῆτερ, * καὶ διὰ σὲ καὶ διὰ σοῦ * σῴζω αὐτούς.
Εἰ μὴ σῶσαι τούτους ἠθέλησα, * οὐκ ἂν ἐν σοὶ ᾤκησα,
οὐκ ἂν ἐκ σοῦ ἔλαμψα, * οὐκ ἂν μήτηρ μου ἤκουσας·
τὴν φάτνην ἐγὼ * διὰ τὸ γένος σου οἰκῶ,
μαζῶν δὲ τῶν σῶν * βουλόμενος νῦν γαλουχῶ,
ἐν ἀγκάλαις φέρεις με * χάριν αὐτῶν·
ὃν οὐχ ὁρᾷ Χερουβὶμ * ἰδοὺ βλέπεις καὶ βαστάζεις
καὶ ὡς υἱὸν κολακεύεις με, * ἡ κεχαριτωμένη.

Μητέρα σε ἐκτησάμην * ὁ πλαστουργὸς τῆς κτίσεως
καὶ ὥσπερ βρέφος αὐξάνω * ὁ ἐκ τελείου τέλειος·
τοῖς σπαργάνοις * ἐνειλοῦμαι
διὰ τοὺς πάλαι * χιτῶνας δερματίνους * φορέσαντας,
καὶ τὸ σπήλαιόν μοι ἐράσμιον * διὰ τοὺς μισήσαντας
τρυφὴν καὶ παράδεισον * καὶ φθορὰν ἀγαπήσαντας·
παρέβησάν μου * τὴν ζωηφόρον ἐντολήν·
κατέβην εἰς γῆν * ἵνα ἔχουσι τὴν ζωήν.
Ἂν δὲ καὶ τὸ ἕτερον * μάθῃς, σεμνή,
ὃ μέλλω δρᾶν δι᾿ αὐτούς, * μετὰ πάντων τῶν στοιχείων
σὲ δονεῖ τὸ γενόμενον, * ἡ κεχαριτωμένη.

Ἀλλὰ τοιαῦτα εἰπόντος * τοῦ πᾶσαν γλῶσσαν πλάσαντος
καὶ τῆς μητρὸς τῇ δεήσει * ταχέως ὑπογράψαντος,
ἔτι εἶπεν * ἡ Μαρία·
Ἐὰν λαλήσω, * μὴ ὀργισθῇς μοι τῇ πηλῷ, * ὦ πλαστουργέ·
ὡς πρὸς τέκνον παῤῥησιάσομαι· * θαῤῥῶ ὡς σὲ γεννήσασα·
σύ μοι γὰρ τῷ τόκῳ σου * πᾶσαν καύχησιν δέδωκας.
Ὃ μέλλεις τελεῖν * τί ἐστι θέλω νῦν μαθεῖν·
μὴ κρύψῃς ἐμοὶ * τὴν ἀπ᾿ αἰῶνός σου βουλήν·
ὅλον σε ἐγέννησα· * φράσον τὸν νοῦν
ὃν ἔχεις περὶ ἡμᾶς, * ἵνα μάθω καὶ ἐκ τούτου
ὅσης ἔτυχον χάριτος * ἡ κεχαριτωμένη.

– Νικῶμαι διὰ τὸν πόθον * ὃν ἔχω πρὸς τὸν ἄνθρωπον»,
ὁ ποιητὴς ἀπεκρίθη. * «Ἐγώ, δούλη καὶ μῆτερ μου,
οὐ λυπῶ σε· * γνωριῶ σοι
ἃ θέλω πράττειν * καὶ θεραπεύσω σου ψυχήν, * ὦ Μαριάμ.
Τὸν ἐν ταῖς χερσί σου φερόμενον * τὰς χεῖρας ἡλούμενον
μετὰ μικρὸν ὄψει με, * ὅτι στέργω τὸ γένος σου·
ὃν σὺ γαλουχεῖς * ἄλλοι ποτίσουσι χολήν·
ὃν καταφιλεῖς * μέλλει πληροῦσθαι ἐμπτυσμῶν·
ὃν ζωὴν ἐκάλεσας, * ἔχεις ἰδεῖν
κρεμάμενον ἐν σταυρῷ * καὶ δακρύσεις ὡς θανόντα,
ἀλλ᾿ ἀσπάσει με ἀναστάντα, * ἡ κεχαριτωμένη.

Ὅλων δὲ τούτων ἐν πείρᾳ * βουλήσει μου γενήσομαι,
καὶ πάντων τούτων αἰτία * διάθεσις γενήσεται
ἣν ἐκ πάλαι * ἕως ἄρτι
πρὸς τοὺς ἀνθρώπους * ἐπεδειξάμην ὡς Θεός, * σῶσαι ζητῶν.»
Μαριὰμ δὲ τούτων ὡς ἤκουσεν * ἐκ βάθους ἐστέναξε
βοῶσα· «Ὦ βότρυς μου, * μὴ ἐκθλίψωσί σε ἄνομοι·
βλαστήσαντός σου * μὴ ὄψωμαι τέκνου σφαγήν.»
Ὁ δὲ πρὸς αὐτὴν * ἔφησεν οὕτως εἰπών·
«Παῦσαι, μῆτερ, κλαίουσα * ὃ ἀγνοεῖς·
ἐὰν γὰρ μὴ τελεσθῇ, * ἀπολοῦνται οὗτοι πάντες
ὑπὲρ ὧν ἱκετεύεις με, * ἡ κεχαριτωμένη.

Ὕπνον δὲ νόμισον εἶναι * τὸν θάνατόν μου, μῆτερ μου·
τρεῖς γὰρ ἡμέρας τελέσας * ἐν μνήματι θελήματι,
μετὰ ταῦτα * σοὶ ὁρῶμαι
ἀναβιώσας * καὶ ἀνακαινίσας τὴν γῆν * καὶ τοὺς ἐκ γῆς.
Ταῦτα, μῆτερ, πᾶσιν ἀνάγγειλον, * ἐν τούτοις πλουτίσθητι,
ἐκ τούτων βασίλευσον, * διὰ τούτων εὐφράνθητι.
Ἐξῆλθεν εὐθὺς * ἡ Μαριὰμ πρὸς τὸν Ἀδάμ,
εὐαγγελισμὸν * φέρουσα τῇ Εὔᾳ φησί·
«Τέως ἡσυχάσατε * ὅσον μικρόν·
ἠκούσατε γὰρ αὐτοῦ * ἅπερ εἶπεν ὑπομεῖναι
δι᾿ ὑμᾶς τοὺς βοῶντάς μοι· * Ἡ κεχαριτωμένη.

Πηγή: users.uoa.gr, tar.gr

kimintenia.wordpress.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s